1. Skip to Main Menu
  2. Skip to Content
  3. Skip to Footer
Καλως ήρθατε στο ανανεωμένο FOGGS.gr

- Συνέπειες της απόφασης που δέχεται την αναίρεση.

 E-mail

- Συνέπειες της απόφασης που δέχεται την αναίρεση. Διαδικασία στο δικαστήριο της παραπομπής.
- Από τα άρθρα 579 παρ. 1 και 581 παρ. 2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η απόφαση αναιρείται κατά το μέτρο παραδοχής της αναιρέσεως, δηλαδή κατά τα κεφάλαια (αιτήσεις παροχής έννομης προστασίας), τα οποία αφορά ο δεκτός γενόμενος λόγος αναιρέσεως, καθώς και κατ' εκείνα που συνάπτονται αρρήκτως προς τα αναιρεθέντα. Η έκταση αυτή της αναιρέσεως και συνακολούθως της εξουσίας του δικαστηρίου της παραπομπής, εφόσον προκύπτει από το συγκεκριμένο περιεχόμενο της αναιρετικής αποφάσεως, κατισχύει κάθε αντίθετου γενικού αφορισμού αυτής και μάλιστα του τυχόν χαρακτηρισμού της από αυτήν της εκτάσεως της αναιρέσεως της προσβαλλόμενης αποφάσεως ως ολικής.

Διατάξεις:

ΚΠολΔ: 579, 581, Αριθμός 1833/2001

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Δαμάσκο, Αντιπρόεδρο, Αρχοντή Ντόβα, Λέανδρο Ρακιντζή, Θεόδωρο Αποστολόπουλο και Θεόδωρο Τζέμο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Οκτωβρίου 2001, με την παρουσία και της γραμματέως Χαρίκλειας Αντωνοπούλου, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: ΧΧΧ, κατοίκου Αθηνών, ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γρηγόριο Λεοντή.

Του αναιρεσιβλήτου: ΧΧΧ, κατοίκου Αθηνών, ως συνδίκου της Ενώσεως Πιστωτών της πτωχευσάσης ανωνύμου εταιρείας, με την επωνυμία «ΒΟΚΤΑΣ Α.Ε.» - ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΟΡΝΙΘΩΝ ΚΑΙ ΤΡΟΦΩΝ ΑΔΑΜΑΝΤΙΟΥ ΣΥΡΙΓΟΥ», νομίμως εκπροσωπουμένης, ο οποίος παρέστη με την ιδιότητα του δικηγόρου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30 Σεπτεμβρίου 1996 αγωγή(αναγγελία προς το Σύνδικο της πτωχεύσεως της ως άνω εταιρείας) του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2410/1997 του ίδιου Δικαστηρίου και 2533/1998 του Εφετείου Αθηνών, η οποία ανέστειλε τη συζήτηση της υποθέσεως έως ότου εκδοθεί οριστική απόφαση επί της από 9.1.1998 αιτήσεως ενώπιον του Εφετείου Αθηνών των τραπεζών ΑΓΡΟΤΙΚΗ, ΕΘΝΙΚΗ, ΕΓΝΑΤΙΑ και ΑLPHA Τράπεζα Πίστεως και 6725/1998, οριστική του Εφετείου Αθηνών και μετά από άσκηση αναίρεσης η 85/2000 του Αρείου Πάγου, η οποία ανήρεσε την τελευταία εφετειακή απόφαση και παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο. Στη συνέχεια εκδόθηκε η 7606/2000 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 15 Νοεμβρίου 2000 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υποθέσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω, ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Θεόδωρος Τζέμος ανέγνωσε την από 24 Σεπτεμβρίου 2001 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η αίτηση αναιρέσεως . Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και ο αναιρεσίβλητος με την ιδιότητά του ως δικηγόρος την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή από τα άρθρα 579 παρ. 1 και 581 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι η απόφαση αναιρείται κατά το μέτρο παραδοχής της αναιρέσεως, δηλαδή κατά τα κεφάλαια (αιτήσεις παροχής έννομης προστασίας), τα οποία αφορά ο δεκτός γενόμενος λόγος αναιρέσεως, καθώς και κατ' εκείνα που συνάπτονται αρρήκτως προς τα αναιρεθέντα. Η έκταση αυτή της αναιρέσεως και συνακολούθως της εξουσίας του δικαστηρίου της παραπομπής, εφόσον προκύπτει από το συγκεκριμένο περιεχόμενο της αναιρετικής αποφάσεως, κατισχύει κάθε αντίθετου γενικού αφορισμού αυτής και μάλιστα του τυχόν χαρακτηρισμού της από αυτήν της εκτάσεως της αναιρέσεως της προσβαλλόμενης αποφάσεως ως ολικής.
Στην προκείμενη περίπτωση με την με αριθμό 85/2000 απόφαση του Αρείου Πάγου αναιρέθηκε η με αριθμό 6725/1998 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία έκρινε ότι κανένας από τους λόγους της αντέφεσης που είχε ασκήσει ο αναιρεσείων πιστωτής πτωχεύσεως δεν αναφερόταν στα κεφάλαια της απόφασης που είχαν προσβληθεί με την έφεση του συνδίκου ούτε συνεχόταν αναγκαστικά με αυτά και απέρριψε γι' αυτό την αντέφεση ως απαράδεκτη κατά το άρθρο 523 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. Η αναίρεση αυτή, σύμφωνα με το συγκεκριμένο περιεχόμενο της αναιρετικής αποφάσεως, που κατισχύει κάθε άλλου γενικού αφορισμού ή γενικής μνείας σε αυτήν, χώρησε, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, μόνο ως προς το κεφάλαιο της τοκοφορίας των απαιτήσεων του αναιρεσείοντος, στο οποίο αναφερόταν ο γ' λόγος της αντεφέσεώς του. Διότι μόνο ο λόγος αυτός (γ') της αντεφέσεως κρίθηκε από τον Άρειο Πάγο ότι συνεχόταν αναγκαστικά με εκκληθέν κεφάλαιο, ήτοι με το κεφάλαιο που είχε προσβληθεί με το ε' λόγο της εφέσεως του αναιρεσιβλήτου συνδίκου, ο οποίος (λόγος εφέσεως) αναφερόταν στην τοκοφορία των απαιτήσεων του αναιρεσείοντος από 13.1.1997, ημέρας ασκήσεως της οικείας αναγγελίας. Η ανωτέρω, λοιπόν, απόφαση του Αρείου Πάγου (παρά τη χωρίς διάκριση διατύπωση του διατακτικού της και τη μνεία στο σκεπτικό της ότι παρέλκει η εξέταση των λοιπών λόγων της αναιρέσεως) απήγγειλε, αληθώς, μερική αναίρεση της υπ' αριθ. 6725/1998 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Δηλαδή με την υπ' αριθ. 85/2000 απόφαση του Αρείου Πάγου κρίθηκε παραδεκτή η αντέφεση του αναιρεσείοντος μόνο ως προς το ως άνω περί τοκοφορίας μέρος, το οποίο μόνο είχε εξουσία και όφειλε να ερευνήσει το Εφετείο ως δικαστήριο της παραπομπής – ενώ για τη μη κατ' ουσίαν εξέταση και, συνεπώς, και για τη μη κατ' ουσίαν παραδοχή του κατά τον Άρειο Πάγο αναγκαστικά συνεχόμενου με το κεφάλαιο αυτό ε' λόγου της εφέσεως του αναιρεσιβλήτου συνδίκου περί τοκοφορίας από 31.1.1997 των απαιτήσεων του αναιρεσείοντος, (όπως, σε κάθε περίπτωση, και των λοιπών λόγων της ίδιας εφέσεως) δεν νομιμοποιείται να παραπονεθεί ο αντίδικος του εκκαλούντος εφεσίβλητος και ήδη αναιρεσείων. Άρα, ο εκ των αριθμών 8,9, 18 και 16 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. λόγος της αναιρέσεως ότι 1) η προσβαλλόμενη εφετειακή απόφαση, που εκδόθηκε κατά παραπομπή της ως άνω αναιρετικής αποφάσεως, κατέλιπε το πέμπτο (ε΄) κεφάλαιο της εφέσεως και τους λοιπούς λόγους της αδίκαστους, 2) το Δικαστήριο της παραπομπής παρέλειψε να εξετάσει τους λοιπούς λόγους της αντεφέσεως και 3) παρεβίασε το δεδικασμένο που απέρρεε από την αναιρετική απόφαση, γιατί έπρεπε να ερευνήσει τους λόγους αναιρέσεως που δεν ερευνήθηκαν από τον Άρειο Πάγο, ως λόγους α) εφέσεως ή β) αντεφέσεως, είναι κατά το πρώτο μέρος και το α' σκέλος του τρίτου μέρους απορριπτέος ως απαράδεκτος, κατά δε το δεύτερο (2) και το τρίτο μέρος ως προς το β' σκέλος αυτού ως αβάσιμος.
Επειδή το άρθρο 559 αριθμός 14 Κ.Πολ.Δ. ορίζει ότι «αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο». Με την παραπάνω διάταξη ελέγχεται και η αοριστία λόγου αντεφέσεως, η οποία, σύμφωνα με τα άρθρα 674 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., μπορεί να ασκηθεί και με τις προτάσεις κατά τη διαδικασία των εργατικών διαφορών και πρέπει, σύμφωνα με τα άρθρα 520 παρ. 1 και 591 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., να περιέχει, εκτός των λόγων της, και τα κατά τα άρθρα 118 έως 120 του Κ.Πολ.Δ. στοιχεία. Ο ήδη αναιρεσείων με τις ενώπιον του Εφετείου προτάσεις του άσκησε αντέφεση και ζήτησε με το γ' λόγο της να αναγνωρισθούν κατά τα εκτιθέμενα στις προτάσεις του αξιώσεις του περί τόκων για τις οικείες εργατικές κατά πτωχευτικής περιουσίας απαιτήσεις του ως εξής: 1) Για τόκους κεφαλαίου από 16.6.1991 έως 8.4.1994 δραχμές 14.150.310, που αφορούσαν τη διετία προ της πτωχεύσεως (ανέγγυων αξιώσεων), 2) Για τόκους του άνω κεφαλαίου από 8.4.1994 έως 8.4.1996 δραχμές 11.235.000, που ήσαν προνομιακοί, γιατί αφορούσαν τη διετία προ της πτωχεύσεως, 3) Για τόκους προνομιακού κεφαλαίου από το τέλος κάθε μήνα, που ήταν καταβλητέες οι αποδοχές, της περιόδου 8.4.1994 έως 8.4.1996 δρχ. 4.415.000 (προνομιακούς) και 4) Για τόκους όλων των αξιώσεων (προνομιακών και ανεγγύων) του διαστήματος από της πτωχεύσεως μέχρι 30.1.1997 (της αναγγελίας και επαληθεύσεως) δραχμές 8.553.950. Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση του απέρριψε το λόγο αυτό της αντεφέσεως ως αόριστο «διότι δεν προκύπτει αν οι αξιούμενοι από τον αντεκαλλούντα τόκοι συνέχονται εν όλω ή εν μέρει με την παραπάνω τελεσιδίκως αναγνωρισθείσα (δηλ. με την υπ' αριθ. 6725/1998 απόφαση του ίδιου Εφετείου) εργατική απαίτηση αυτού, ως προς το ύψος της οποίας υφίσταται δεδικασμένο, ή με άλλη η οποία είτε είχε κριθεί ως αβάσιμη με την εκκαλούμενη απόφαση, είτε δεν είχε αποτελέσει στη συγκεκριμένη περίπτωση αντικείμενο δικαστικής διάγνωσης». Η κατά το Εφετείο όμως έλλειψη αυτή ανάγεται στο ουσιαστικά βάσιμο ή μη των, ως άνω, περί τόκων αξιώσεων, αλλ' όχι το ορισμένο του περί αυτών (γ') λόγου της αντεφέσεως, ο οποίος δεν πάσχει για την αιτία αυτή δικονομική ακυρότητα, την οποία, συνεπώς, παρά το νόμο κήρυξε το Εφετείο. Άρα, κατά παραδοχή ως βάσιμου του σχετικού, από τον αριθ. 14 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., λόγου της αναιρέσεως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, που, σύμφωνα με τα από την υπ' αριθμό 85/2000 αναιρετική απόφαση όρια, δίκασε μόνο επί του τρίτου (γ') λόγου της αντεφέσεως και να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το ίδιο μέρος της προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές (βλ. άρθρο 580 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ.). Λόγω της μερικής εκατέρωθεν νίκης και ήττας πρέπει μέρος των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, όπως στο διατακτικό, να επιβληθεί εις βάρος της πτωχευτικής περιουσίας (βλ. άρθρα 178 παρ. 1 και 183 του Κ.Πολ.Δ. και 660 του ΕΝ)

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει ό,τι κρίθηκε στο σκεπτικό ως απορριπτέο.

Αναιρεί, όπως στο σκεπτικό, την με αριθμό 7606/2000 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, και

Επιβάλλει μέρος των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος εις βάρος της πτωχευτικής περιουσίας, το οποίο ορίζει σε δραχμές εκατόν πενήντα (150.000).

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 20 Νοεμβρίου 2001. Και

Δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του στις 28 Δεκεμβρίου 2001.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ