1. Skip to Main Menu
  2. Skip to Content
  3. Skip to Footer
Καλως ήρθατε στο ανανεωμένο FOGGS.gr

- ΟΑΣΘ.

 E-mail

- ΟΑΣΘ. Εξουσία ΔΣ. Διευθυντικό δικαίωμα. Καταχρηστική άσκηση. Σύμβαση ορισμένου χρόνου. Καταγγελία. Σύμβαση προσωπικού ΟΑΣΘ. Έφεση κατά οριστικής απόφασης επί περισσοτέρων σωρευθεισών στο ίδιο δικόγραφο αγωγών.
- Η εξουσία του διοικητικού συμβουλίου του ΟΑΣΘ, ν' αντικαθιστά τους απασχολούμενους κατά την υπογραφή της οικονομικής αυτής συμφωνίας διευθυντές του, δεν αποτελεί άσκηση φυσικής ευχέρειας που πηγάζει από τη γενική ελευθερία της προσωπικότητας του ατόμου και είναι από τη φύση της ανέλεγκτη, αλλ’ αποτελεί άσκηση του διευθυντικού δικαιώματος του εργοδότη, δηλαδή άσκηση της αναγκαίας στις σχέσεις εργασίας από τη φύση της επιχείρησης εξουσίας για την οργάνωση και τη διεύθυνσή της. Η άσκηση του δικαιώματος αυτού ελέγχεται δικαστικώς από την άποψη της κατάχρησης του διευθυντικού δικαιώματος.
- Η ενέργεια του Διοικητικού Συμβουλίου του εναγομένου να προβεί στην αντικατάσταση του ενάγοντος από τη θέση του Διευθυντή της Υπηρεσίας Διοικήσεως και στην τοποθέτησή του σε θέση απλού υπαλλήλου, δεν είναι παράνομη, ούτε καταχρηστική και ούτε αποτελεί μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων της συμβάσεως εργασίας του, αφού προβλέπεται από το νόμο, και συνεπώς δεν είναι άκυρη.
- Με τον Κανονισμό του ΟΑΣΘ γίνεται εξαντλητική ρύθμιση σχετικά με τη λύση της εργασιακής σύμβασης των μόνιμων υπαλλήλων του Οργανισμού, η οποία (σύμβαση), αφού τάσσεται, κατά τ' ανωτέρω, όριο ηλικίας, είναι ορισμένου χρόνου. Η ρύθμιση αυτή παρέχει στο προσωπικό μεγαλύτερη προστασία από εκείνη που του παρέχεται με το κοινό δίκαιο και συγκεκριμένα με το άρθρο 672 ΑΚ, για καταγγελία της εργασιακής σχέσης για σπουδαίο λόγο. Τούτο είναι σύμφωνο με τον επιδιωκόμενο σκοπό του ΟΑΣΘ που συνίσταται στην ασφαλή μεταφορά του επιβατικού κοινού και συγχρόνως στην κατοχύρωση της εργασιακής θέσης του προσωπικού του το οποίο εργάζεται για την επιτυχία του άνω σκοπού. Έτσι, η σύμβαση του τακτικού/μόνιμου προσωπικού του ΟΑΣΘ δε μπορεί να καταγγελθεί από τον Οργανισμό - εργοδότη για σπουδαίο λόγο, κατά το άρθρο 672 ΑΚ, αλλά μόνο για τους λόγους που διαλαμβάνονται στους λόγους του ΓΚΠ. Επομένως η απόλυση εργαζομένου στον ΟΑΣΘ χωρίς τη συνδρομή κάποιου από τους λόγους του ΓΚΠ είναι άκυρη, ως αντίθετη σε απαγορευτική διάταξη νόμου. Η ρύθμιση αυτή κείται εντός των ορίων της νομοθετικής εξουσιοδότησης του άρθρου 6 παρ. 12 του ΝΔ 3721/1957, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 7 του ΝΔ 716/1970 και η οποία (διάταξη) πιο πάνω εκτίθεται, και δεν αντίκειται στη συνταγματική διάταξη του άρθρου 43 παρ. 2., αφού από την ανωτέρω εξουσιοδοτική διάταξη του άρθρου 6 παρ. 12 του ν.δ.3721/1957 σαφώς προκύπτει ότι στην παρεχόμενη με τη διάταξη αυτή ειδική και ορισμένη εξουσιοδότηση περιλαμβάνονται και οι λόγοι για τους οποίους επιτρέπεται η απόλυση των εργαζομένων στην ΟΑΣΘ.
- Αν από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο συνεκδικάστηκαν περισσότερες αγωγές, που είχαν σωρευθεί στο ίδιο δικόγραφο, προς εξοικονόμηση δαπανών και χρόνου, και στη μια από αυτές εκδόθηκε οριστική απόφαση ως προς όλους τους μετέχοντες στη δίκη διαδίκους, ενώ ως προς την άλλη ή άλλες αγωγές εκδόθηκε μη οριστική απόφαση, ως προς όλους ή μερικούς από τους μετέχοντες στη δίκη διαδίκους, η οριστική απόφαση που εκδόθηκε ως προς όλους τους διαδίκους, υπόκειται αυτοτελώς σε έφεση και πριν ή εκδοθεί οριστική απόφαση ως προς τις άλλες αγωγές που σωρεύθηκαν στο ίδιο δικόγραφο, διότι τέτοια απόφαση αποτελεί στην ουσία άλλη, κατά την έννοια της ανωτέρω διάταξης του άρθρου 513 ΚΠολΔ, δίκη, σε σχέση με αυτήν που εκκρεμεί και δεν περατώθηκε ακόμη ως προς τις υπόλοιπες αγωγές που σωρεύθηκαν στο ίδιο δικόγραφο.

Διατάξεις:

ΑΚ: 281, 648, 649, 672
ΚΠολΔ: 335, 338, 339, 346, 513, 532, 559 αριθ. 1, 559 αριθ. 8, 559 αριθ. 19
Νόμοι: 2898/2001 άρθ. 8
ΝΔ: 3271/1957 άρθ. 6 Νατάσα-Αριθμός 99/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ηλία Γιαννακάκη, Χρήστο Αλεξόπουλο, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Ζήση Βασιλόπουλο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Νοεμβρίου 2007, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:

Α. Του αναιρεσείοντος: Νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΑΣΤΙΚΩΝ ΣΥΓΚΟΙΝΩΝΙΩΝ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ (ΟΑΣΘ)", το οποίο εδρεύει στη Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Κωστόπουλο.

Του αναιρεσιβλήτου: ΧXX, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Κουρκουβάτη.

Β. Του αναιρεσείοντος: ΧXX, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Κουρκουβάτη.

Του αναιρεσιβλήτου: ΝΠΙΔ με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΑΣΤΙΚΩΝ ΣΥΓΚΟΙΝΩΝΙΩΝ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ - ΟΑΣΘ", το οποίο εδρεύει στη Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Διονύση Καραλή.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 18/7/2002, 29/10/2002 και 20/9/2004 αγωγές του ήδη αναιρεσίβλητου-αναιρεσείοντος, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 12495/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2226/2006 οριστική του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το υπό στοιχείο Α' αναιρεσείον με την από 20/10/2006 αίτησή του και τους από 22/6/2007 πρόσθετους λόγους και ο υπό στοιχείο Β' αναιρεσείων με την από 25/1/2007 αίτησή του και τους από 19/9/2007 πρόσθετους λόγους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ζήσης Βασιλόπουλος, ανέγνωσε την από 13/11/2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε α)τη συνεκδίκαση των αιτήσεων αναίρεσης της 2226/2006 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης από 25/1/2007 του ΧXX και από 20/10/2006 του ΟΑΣΘ Ν.Π.Ι.Δ. και των πρόσθετων λόγων αυτών και β)την απόρριψη αυτών. Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσειόντων ζήτησαν την παραδοχή των αντιστοίχων αιτήσεών τους, την απόρριψη των αντιθέτων και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή η από 25.1.2007 αίτηση και πρόσθετοι λόγοι αυτής του ΧΧΧ και η από 20.10.2006 αίτηση και πρόσθετοι λόγοι αυτής του Ο.Α.Σ.Θ. για αναίρεση της 2226/2006 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης πρέπει να συνεκδικαστούν (άρθρα 573 παρ. 1 και 246 ΚΠολΔ).
Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 513 παρ. 1 ΚΠολΔ, έφεση επιτρέπεται μόνο κατ' αποφάσεων που εκδίδονται στον πρώτο βαθμό α) εκείνων που παραπέμπουν την υπόθεση στο αρμόδιο δικαστήριο εξαιτίας αναρμοδιότητας, β) των οριστικών αποφάσεων που περατώνουν την όλη δίκη ή μόνο τη δίκη για την αγωγή ή για την ανταγωγή. Αν η απόφαση είναι κατά ένα μέρος οριστική, δεν επιτρέπεται έφεση ούτε κατά των οριστικών διατάξεων, πριν εκδοθεί οριστική απόφαση στη δίκη. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 532 του ίδιου Κώδικα, αν λείπει κάποια από τις προϋποθέσεις του παραδεκτού της έφεσης, ιδίως αν η έφεση δεν ασκήθηκε εμπρόθεσμα, και κατά τις νόμιμες διατυπώσεις, το δικαστήριο την απορρίπτει ως απαράδεκτη και αυτεπαγγέλτως. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι αν από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο συνεκδικάστηκαν περισσότερες αγωγές, που είχαν σωρευθεί στο ίδιο δικόγραφο, προς εξοικονόμηση δαπανών και χρόνου, και στη μια από αυτές εκδόθηκε οριστική απόφαση ως προς όλους τους μετέχοντες στη δίκη διαδίκους, ενώ ως προς την άλλη ή άλλες αγωγές εκδόθηκε μη οριστική απόφαση, ως προς όλους ή μερικούς από τους μετέχοντες στη δίκη διαδίκους, η οριστική απόφαση που εκδόθηκε ως προς όλους τους διαδίκους, υπόκειται αυτοτελώς σε έφεση και πριν ή εκδοθεί οριστική απόφαση ως προς τις άλλες αγωγές που σωρεύθηκαν στο ίδιο δικόγραφο, διότι τέτοια απόφαση αποτελεί στην ουσία άλλη, κατά την έννοια της ανωτέρω διάταξης του άρθρου 513 ΚΠολΔ, δίκη, σε σχέση με αυτήν που εκκρεμεί και δεν περατώθηκε ακόμη ως προς τις υπόλοιπες αγωγές που σωρεύθηκαν στο ίδιο δικόγραφο (ΑΠ 1320/1992 ΕλλΔνη 1994/407).
Στην περίπτωση της κρινόμενης διαφοράς με την 12495/2005 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης κρίθηκε η 31.197/23-9-2004 αγωγή του αναιρεσείοντος κατά του αναιρεσιβλήτου Οργανισμού Αστικών Συγκοινωνιών Θεσσαλονίκης (Ο.Α.Σ.Θ.) στο δικόγραφο της οποίας σωρεύθηκαν δυο αγωγές, δηλαδή αγωγή αναγνώρισης της ακυρότητας της καταγγελίας της εργασιακής σύμβασης που συνέδεε τους διαδίκους και καταδίκη του αναιρεσιβλήτου σε καταβολή προς τον αναιρεσείοντα μισθών υπερημερίας, η οποία έγινε δεκτή ως και κατ' ουσίαν βάσιμη, και αγωγή καταβολής ποσού ως χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη ο αναιρεσείων από την αδικοπρακτική συμπεριφορά των εκπροσώπων του αναιρεσιβλήτου και των μελών του διοικητικού συμβουλίου αυτού, και κατά των οποίων στρεφόταν η εν λόγω σωρευόμενη αγωγή, η οποία αναβλήθηκε, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 250 ΚΠολΔ. Η απόφαση αυτή είναι οριστική ως προς την πρώτη των πιο πάνω αγωγών και μη οριστική ως προς τη δεύτερη. Επομένως το Εφετείο που δέχθηκε ότι παραδεκτώς ασκήθηκε η 2397/2005 έφεση του αναιρεσιβλήτου κατά των οριστικών διατάξεων της προαναφερόμενης απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, η οποία υπέκειτο, σύμφωνα με όσα έχουν προεκτεθεί, αυτοτελώς σε έφεση, δεν παρέλειψε παρά το νόμο να κηρύξει απαράδεκτο και η προβαλλόμενη με τον πρώτο λόγο του κυρίου δικογράφου, από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, αιτίαση για το αντίθετο πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμη.
Επειδή, κατά το νόμο 2898/2001 "Σύσταση και λειτουργία Συμβουλίου Αστικών Συγκοινωνιών Θεσσαλονίκης, όροι οικονομικής συμφωνίας μεταξύ Ελληνικού Δημοσίου και Οργανισμού Αστικών Συγκοινωνιών Θεσσαλονίκης", άρθρο 8 (οικονομική συμφωνία Ελληνικού Δημοσίου - ΟΑΣΘ) "Μεταξύ του Ελληνικού Δημοσίου, εκπροσωπουμένου δια των Υπουργών Οικονομικών και Μεταφορών και Επικοινωνιών και του Οργανισμού Αστικών Συγκοινωνιών Θεσσαλονίκης (ΟΑΣΘ), που συστάθηκε και λειτουργεί με τις διατάξεις του ν.δ. 3721/1957 (ΦΕΚ 142 Α'), όπως ισχύει, νομίμως εκπροσωπουμένου δια του Προέδρου του Διοικητικού Συμβουλίου του, με απόφαση της Γενικής Συνέλευσης αυτού, υπογράφεται σύμβαση ανάθεσης, εκτέλεσης και εκμετάλλευσης αστικής συγκοινωνίας στην περιοχή της Θεσσαλονίκης, που έχει ισχύ νόμου, από 1ης Ιανουαρίου 2001 μέχρι 31ης Δεκεμβρίου 2009, με τους παρακάτω όρους και προϋποθέσεις: Άρθρο Πρώτο (προσωπικό - εργασιακές σχέσεις) 1. ....... 2. Από την 1.1.2001 καταργούνται οι ισχύουσες διατάξεις περί ορισμού Γενικού Διευθυντή στον Ο.Α.Σ.Θ. Από της ημερομηνίας αυτής το Δ.Σ. έχει το δικαίωμα: α) ......., β) Να προσλαμβάνει και ν' αντικαθιστά, κατά την απόλυτη κρίση του ως Διευθυντές πρόσωπα που πληρούν τα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα, που προβλέπονται από τον ισχύοντα οργανισμό. Οι κατά την υπογραφή της παρούσας οικονομικής συμφωνίας απασχολούμενοι διευθυντές, αν αντικατασταθούν, διατηρούν την εξαρτημένη σχέση εργασίας τους με τον ΟΑΣΘ μέχρι την συνταξιοδότησή τους ή την αποχώρησή τους από αυτόν. 3. ..........". Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 281 ΑΚ, συνάγεται ότι η ανωτέρω εξουσία του διοικητικού συμβουλίου του Ο.Α.Σ.Θ., ν' αντικαθιστά τους απασχολούμενους κατά την υπογραφή της οικονομικής αυτής συμφωνίας διευθυντές του, δεν αποτελεί άσκηση φυσικής ευχέρειας που πηγάζει από τη γενική ελευθερία της προσωπικότητας του ατόμου και είναι από τη φύση της ανέλεγκτη, αλλ’ αποτελεί άσκηση του διευθυντικού δικαιώματος του εργοδότη, δηλαδή άσκηση της αναγκαίας στις σχέσεις εργασίας από τη φύση της επιχείρησης εξουσίας για την οργάνωση και τη διεύθυνσή της. Η άσκηση του δικαιώματος αυτού ελέγχεται δικαστικώς από την άποψη της κατάχρησης του διευθυντικού δικαιώματος. Και επιβάλλεται ο έλεγχος αυτός λόγω και του αυξημένου κινδύνου αυθαιρεσίας του οργάνου και προς διασφάλιση του συμφέροντος του ίδιου του ΟΑΣΘ και κατ' επέκταση του κοινωνικού συνόλου, το οποίο εξυπηρετεί, έτσι ώστε να μη στερείται από ικανούς υπαλλήλους για λόγους άσχετους με την υπηρεσιακή τους απόδοση (βλ. και Ολ.ΑΠ 22/1999). Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε, όπως προκύπτει απ' αυτήν, τα' ακόλουθα πραγματικά γεγονότα: Ο ενάγων ΧΧΧ (αναιρεσείων - αναιρεσίβλητος) προσλήφθηκε στις 2.6.1986 από εναγόμενο (αναιρεσείοντα και αναιρεσίβλητο) Οργανισμό Αστικών Συγκοινωνιών Θεσσαλονίκης (Ο.Α.Σ.Θ.) με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας και εντάχθηκε στην οργανική θέση του διευθυντή της τότε Γραμματείας Γενικής Διευθύνσεως και Διοικητικού Συμβουλίου αυτού. Από την 1.2.2000 που η ανωτέρω υπηρεσία ενοποιήθηκε με τη διοικητική υπηρεσία του ΟΑΣΘ, ο ενάγων παρείχε τις υπηρεσίες του στην επιχείρηση του Οργανισμού ως Διευθυντής πλέον της ενιαίας υπηρεσίας με την ονομασία "Υπηρεσία Διοικήσεως", έχοντας υπό την εποπτεία του πενήντα περίπου υπαλλήλους. Παράλληλα ο ενάγων και μέτοχος του εναγομένου, κατέχοντας ποσοστό 12,50% μιας ακεραίας μετοχής αυτού. Στη θέση του Διευθυντή της Υπηρεσίας Διοικήσεως απασχολήθηκε ο ενάγων συνεχώς μέχρι τις 17-6-2002, οπότε με την από XXX απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του εναγομένου, του αφαιρέθηκαν τα καθήκοντα του Διευθυντή και εντάχθηκε ως απλός υπάλληλος στο Γραφείο Ασφαλιστικού Κεφαλαίου. Με την ίδια απόφασή του, το Διοικητικό Συμβούλιο ανέθεσε τα καθήκοντα του Διευθυντή της Υπηρεσίας Διοικήσεως στον αρχαιότερο Τμηματάρχη της ίδιας υπηρεσίας ΧΧΧ1. Η αντικατάσταση του ενάγοντος από τη θέση του Διευθυντή της Υπηρεσίας Διοικήσεως και η τοποθέτησή του σε θέση απλού υπαλλήλου δεν αποδείχθηκε ότι έγινε για λόγους εκδίκησης και συγκεκριμένα λόγω της κριτικής που ασκούσε στα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου του εναγομένου για τον τρόπο διοικήσεως αυτού με την ιδιότητά του ως μετόχου του εναγομένου. Αντίθετα αποδείχθηκε ότι το Διοικητικό Συμβούλιο του εναγομένου προέβη στην ενέργεια αυτή λόγω κλονισμού της σχέσεως εμπιστοσύνης που υπήρχε μεταξύ του ενάγοντος ως διευθυντικού στελέχους του εναγομένου και αυτού, ο οποίος (κλονισμός) επήλθε από τα εξής γεγονότα, που οφείλονταν σε υπαιτιότητα του ενάγοντος: 1) Στις 21-7-1998 αυτός (ενάγων) με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του εναγομένου απομακρύνθηκε από τη θέση του πρακτικογράφου των συνεδριάσεων αυτού, την οποία κατείχε από το έτος 1995, λόγω ελλείψεως εμπιστοσύνης προς το πρόσωπό του και προσκλήθηκε από το Διοικητικό Συμβούλιο να παραδώσει τις κατεχόμενες απ' αυτόν μαγνητοφωνημένες κασέτες στις οποίες ήταν αποτυπωμένα όλα τα λεχθέντα και αποφασισθέντα επί των θεμάτων των συνεδριάσεων αυτού. Όμως αυτός παρέδωσε στο Διοικητικό Συμβούλιο μέρος μόνο των κασετών αυτών, ενώ τις υπόλοιπες, ανερχόμενες σε 56, δεν τις απέδωσε, αλλά τις κατακράτησε. Κατόπιν αυτού το Διοικητικό Συμβούλιο υπέβαλε σε βάρος του ενώπιον του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης την από 15-4-1999 έγκλησή του. Με βάση την έγκληση αυτή ασκήθηκε ποινική δίωξη σε βάρος του για την πράξη της υπεξαγωγής εγγράφων και διατάχθηκε η διενέργεια προανακρίσεως, μετά την περάτωση της οποίας παραπέμφθηκε να δικασθεί για την παραπάνω πράξη ενώπιον του Β' Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Όμως κατόπιν του συμβιβασμού που επιτεύχθηκε μεταξύ των διαδίκων μερών (βλ. από ΧΧΧ ιδιωτικό συμφωνητικό), ο ενάγων με την υπ' αριθμ. 28475/14-5-2002 απόφαση του Β' Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης κηρύχθηκε αθώος για την παραπάνω πράξη. 2) Ο ενάγων ως ιδιοκτήτης και εκδότης του μηνιαίου ενημερωτικού φυλλαδίου με τον τίτλο "ΧΧΧ", που εκδίδεται σε 2000 περίπου αντίτυπα και διανέμεται δωρεάν στα μέλη του ΟΑΣΘ, περιέλαβε άρθρο με τον τίτλο "ΝΑΥΑΓΙΟ στις διαπραγματεύσεις για τη νέα σύμβαση εξαιτίας των χειρισμών ΨΨΨ1 και Σία", στο οποίου (άρθρο) αναφέρονταν και οι φράσεις "ο μοιραίος άνθρωπος για τη δουλειά μας δεν είναι άλλος από τον αλαζόνα και υπεροπτικό πρόεδρο του ΟΑΣΘ, ΨΨΨ1 ... το καθεστώς του ΨΨΨ1 καταρρέει κάτω από το βάρος των ανομημάτων του". Ο Πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου του εναγομένου ΟΑΣΘ ΨΨΨ1, στον οποίο αφορούσε το δημοσίευμα αυτό, άσκησε κατά του ενάγοντος και των συντακτών του δημοσιεύματος και ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, την υπ' αύξ. αριθμ. καταθέσεως ΧΧΧ/30-7-2001 αγωγή περί επιδικάσεως χρηματικής ικανοποιήσεως για την ηθική βλάβη που υπέστη λόγω προσβολής της προσωπικότητάς του, εκτός των άλλων, και από το ως άνω δημοσίευμα. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 18462/2002 οριστική απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου, με την οποία έγινε δεκτή εν μέρει αυτή και ως κατ' ουσίαν βάσιμη. Κατά της αποφάσεως αυτής ασκήθηκαν αντίθετες εφέσεις, επί των οποίων εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 581/2003 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία απορρίφθηκε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη η έφεση του ενάγοντος και έγινε δεκτή κατ' ουσίαν η έφεση του εναγομένου και αφού εξαφανίσθηκε η εκκαλούμενη απόφαση, απορρίφθηκε η αγωγή στο σύνολό της ως κατ' ουσίαν αβάσιμη. Κατά της τελευταίας αυτής αποφάσεως ο ενάγων άσκησε αίτηση αναιρέσεως, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 1393/2004 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία αυτή έγινε δεκτή και αναιρέθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση. Μετά την εκ νέου συζήτηση των αντιθέτων εφέσεων ενώπιον του Εφετείου Θεσσαλονίκης, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 1463/2005 απόφαση του Δικαστηρίου αυτού, με την οποία έγιναν δεκτές κατ' ουσίαν και οι δύο εφέσεις και αφού εξαφανίσθηκε η εκκαλούμενη απόφαση, έγινε δεκτή εν μέρει η αγωγή όσον αφορά το ως άνω δημοσίευμα και υποχρεώθηκαν οι εναγόμενοι να καταβάλουν στον ενάγοντα, εις ολόκληρον ο καθένας, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης το ποσό των 3.000 ευρώ. 3) Στις 12-4-2002 και κατά τη συζήτηση ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης της υπ' αύξ. αριθμ. καταθέσεως 5405/14-2-2001 αγωγής των εργαζομένων στον ΟΑΣΘ, 1)........, 2).........., 3) ........ και 4) ..........., που στρεφόταν κατά του εργοδότη τους (ΟΑΣΘ) και με την οποία ζητούσαν αυτοί να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της απόφασης του Διοικητικού Συμβουλίου του εναγομένου, με την οποία ανακλήθηκε προηγούμενη απόφαση αυτού, με την οποία είχαν ενταχθεί σε οργανικές θέσεις εισπρακτόρων, και εντάχθηκαν σε θέσεις οδηγών, ο ενάγων εξετάσθηκε ως μάρτυρας των εναγόντων και κατέθεσε ότι "από 1-1-2002 έχουμε νέο ωράριο εργασίας με αποτέλεσμα να έχουμε πλεόνασμα επίκουρων οδηγών περίπου 10 άτομα το πρωί και 15 το απόγευμα κάθε μέρα", γεγονός το οποίο δεν ανταποκρινόταν στην πραγματικότητα, καθόσον κατά τον επίδικο χρόνο (12-4-2002) όχι μόνον δεν υπήρχε πλεόνασμα οδηγών, αλλά αντίθετα υπήρχε έλλειψη και για το λόγο αυτό δεν εδρομολογούντο 14 περίπου λεωφορεία την ημέρα, δηλαδή ποσοστό 3,225% του όλου αριθμού των λεωφορείων, με αποτέλεσμα τον αντίστοιχο ποσοτικό περιορισμό εξυπηρέτησης του επιβατικού κοινού της πόλεως της Θεσσαλονίκης. Το Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης με την υπ' αριθμ. 16273/2002 απόφασή του έκρινε ότι η προσβαλλόμενη ως άνω απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του εναγομένου ΟΑΣΘ δεν είναι νόμιμη καθόσον αντίκειται στον Γενικό Κανονισμό Προσωπικού του εναγομένου και ακολούθως, αφού απέρριψε την προβληθείσα από τον εναγόμενο ένσταση περί καταχρηστικής ασκήσεως του ενδίκου δικαιώματος των εναγόντων, στηριχθέν στην ως άνω κατάθεση του ενάγοντος, δέχθηκε την αγωγή και ως κατ' ουσίαν βάσιμη. Κατόπιν των ανωτέρω παρέλκει η έρευνα του αγωγικού ισχυρισμού ότι η αντικατάσταση του ενάγοντος στη θέση του Διευθυντή της Υπηρεσίας Διοικήσεως του εναγομένου με τον υπάλληλο ΧΧΧ1 είναι καταχρηστική διότι ο τελευταίος υστερεί έναντι αυτού ως προς τα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα, αφού η απομάκρυνσή του από τη θέση του Διευθυντή της Υπηρεσίας Διοικήσεως δεν έγινε για να τοποθετηθεί σ' αυτή ο εν λόγω υπάλληλος, αλλά για τον προεκτεθέντα λόγο. Με βάση τα προεκτεθέντα η ενέργεια του Διοικητικού Συμβουλίου του εναγομένου να προβεί στην αντικατάσταση του ενάγοντος από τη θέση του Διευθυντή της Υπηρεσίας Διοικήσεως και στην τοποθέτησή του σε θέση απλού υπαλλήλου, δεν είναι παράνομη, ούτε καταχρηστική και ούτε αποτελεί μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων της συμβάσεως εργασίας του, αφού προβλέπεται από το νόμο, και συνεπώς δεν είναι άκυρη. Με βάση αυτές τις παραδοχές το Εφετείο απέρριψε την από 18.7.2002, με αριθμό κατάθεσης 26665/19.7.2002, αγωγή του ΧΧΧ, με την οποία αυτός ζητούσε την αναγνώριση της ακυρότητας της προαναφερόμενης απόφασης του Διοικητικού Συμβουλίου του εναγομένου ΟΑΣΘ, η οποία αφαίρεσε από αυτόν τα καθήκοντα του Διευθυντή, επικυρώνοντας την 12.495/2005 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων πρώτου εδ. β' της κυρωθείσας με το άρθρο 8 του ν.2898/2001 οικονομικής συμφωνίας Ελληνικού Δημοσίου και ΟΑΣΘ, η οποία σύμφωνα με το άρθρο αυτό (8 του ν.2898/2001) και του άρθρου 7 εδ. 3 του ίδιου νόμου έχει ισχύ νόμου, καθώς και τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, αφού με βάση τ' ανωτέρω γενόμενα ανελέγκτως δεκτά πραγματικά γεγονότα, δικαιολογείται η αφαίρεση της διεύθυνσης της Υπηρεσίας της Διοίκησης του ΟΑΣΘ, θέση κατ' εξοχήν εμπιστοσύνης, από τον ενάγοντα και αντικατάσταση αυτού με άλλο διευθυντή. Περαιτέρω το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες για το ουσιώδες ζήτημα της αναγκαίας αντικατάστασης του ενάγοντος στη θέση του Διευθυντή της Υπηρεσίας Διοίκησης του εναγόμενου Οργανισμού. Επομένως ο δεύτερος αναιρετικός λόγος του κύριου δικογράφου και ο συμπληρωματικός πρώτος πρόσθετος λόγος από τους αρ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ της αίτησης του ενάγοντος ΧΧΧ είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.
Επειδή, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648, 649 και 672 ΑΚ προκύπτει ότι η σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου υπάρχει και όταν από τον κανονισμό ή τον οργανισμό λειτουργίας των υπηρεσιών του εργοδότη προβλέπεται η αυτοδίκαιη αποχώρηση ή απόλυση του μισθωτού λόγω συμπληρώσεως ορισμένου ορίου ηλικίας, χωρίς ν' αναγνωρίζεται στον εργοδότη το δικαίωμα της ελεύθερης καταγγελίας της σύμβασης οποτεδήποτε (Ολ.ΑΠ 6/1989, 43/2002). Η, κατά τα ανωτέρω, σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου μπορεί, σύμφωνα με το άρθρο 672 ΑΚ, να καταγγελθεί σε κάθε περίπτωση οποτεδήποτε για σπουδαίο λόγο, χωρίς να τηρηθεί προθεσμία. Σπουδαίος λόγος, κατά την έννοια της εν λόγω διάταξης του άρθρου 672 ΑΚ, αποτελούν πραγματικά περιστατικά, τα οποία, κατ' αντικειμενική κρίση, καθιστούν στη συγκεκριμένη περίπτωση, σύμφωνα με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, μη ανεκτή για τον καταγγέλοντα τη συνέχιση της σύμβασης εργασίας. Το δικαίωμα από το άρθρο 672 ΑΚ της καταγγελίας οποτεδήποτε της εργασιακής σύμβασης ορισμένου χρόνου αζημίως για σπουδαίο λόγο δε μπορεί ν' αποκλειστεί με αντίθετη συμφωνία, διότι, κατά το δεύτερο εδάφιό της, η διάταξη αυτή είναι αναγκαστικού δικαίου και ως εκ τούτου τέτοια συμφωνία είναι άκυρη, κατ' άρθρο 174 ΑΚ. Είναι όμως δυνατό να συμφωνηθεί η επέκταση των λόγων καταγγελίας της ορισμένου χρόνου εργασιακής σύμβασης. Έτσι με τη σύμβαση εργασίας ή με τον έχοντα συμβατική ισχύ κανονισμό του εργοδότη μπορούν να προσδιοριστούν ειδικοί λόγοι για την καταγγελία της σύμβασης, εφόσον από τις περιστάσεις και τη φύση της εργασίας δικαιολογούνται ως σπουδαίοι. Τέτοιοι λόγοι ειδικοί καθώς και την εφαρμογή του άρθρου 672 ΑΚ είναι δυνατό να διαλαμβάνονται και στους εργοδοτικούς κανονισμούς εργασίας που έχουν ισχύ νόμου. Με τέτοιους όμως κανονισμούς είναι δυνατό να προσδιοριστούν περιοριστικώς λόγοι καταγγελίας της εργασιακής σύμβασης ορισμένου χρόνου, αποκλείοντας την επίκληση άλλων, εκτός αυτών, λόγων, καθώς και την εφαρμογή του άρθρου 672 ΑΚ. Εξάλλου, κατά την παράγραφο 3 του ανωτέρω άρθρου πρώτου της οικονομικής συμφωνίας του Δημοσίου με τον ΟΑΣΘ που κυρώθηκε με το άρθρο 8 του ν.2898/2001 και έχει ισχύ νόμου, όπως προαναφέρθηκε "οι ισχύοντες κατά την υπογραφή της συμφωνίας αυτής κανονισμοί που έχουν εγκριθεί κατά τις διατάξεις του άρθρου 6 παρ. 12 του ν.δ. 3721/1957, όπως τροποποιήθηκαν με το άρθρο 7 του ν.δ. 716/1970, εξακολουθούν να ισχύουν με τις τροποποιήσεις της ανωτέρω παρ. 2 του ίδιου άρθρου και τροποποιούνται εφεξής σύμφωνα με τις ισχύουσες κάθε φορά διατάξεις". Σχετικά με το προσωπικό, ισχύει ο Γενικός Κανονισμός Προσωπικού (ΓΚΠ), ο οποίος εγκρίθηκε με την Α-Οικ. 48775/3828/2002 απόφαση του Υπουργού Μεταφορών και Επικοινωνιών η οποία (απόφαση) εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση των διατάξεων των άνω ν.δ/των, δημοσιεύθηκε στην Ε.τ.Κ. (τευχ. Β' 1125) 28.8.2002 και έχει ως τούτου ισχύ νόμου. Ειδικότερα με το άρθρο 6 παρ. 12 του Ν.Δ. 3721/1957 με το οποίο συνεστήθη ο ΟΑΣΘ προβλέπεται η σύνταξη Κανονισμών για την προστασία του κοινού, του προσωπικού του ΟΑΣΘ και για την εύρυθμη λειτουργία αυτού. Ειδικότερα ο Γενικός Κανονισμός Προσωπικού προβλέφθηκε να διαλαμβάνει τα του τρόπου πρόσληψης του προσωπικού, της σταδιοδρομίας, της υπηρεσιακής κατάστασης, των αδειών, της απόλυσης, των πειθαρχικών ευθυνών και κυρώσεων και των γενικών υποχρεώσεων αυτού (προσωπικού). Με την παραγρ. 16 του ίδιου άρθρου 6 ορίζεται ότι "από της εγκρίσεως των κατά το άρθρο 6 παρ. 12 του παρόντος ν.δ/τος Κανονισμών, το πάσης φύσεως προσωπικόν το συνδεόμενον δια σχέσεως εργασίας ή εμμίσθου εντολής μετά του ΟΑΣΘ, μονιμοποιείται. Λύσις των ως άνω σχέσεων συντελείται μόνον κατά τας διατάξεις των ως άνω Κανονισμών". Έτσι κατά το άρθρο 35 του Γ.Κ.Π. του ΟΑΣΘ, που εγκρίθηκε με την προαναφερόμενη υπουργική απόφαση, η εργασιακή σχέση του προσωπικού με τον οργανισμό λύεται στις εξής περιπτώσεις: α) με την παραίτηση, β) με την απόλυση, γ) με το θάνατο και δ) λόγω συμπληρώσεως δεκαπενταετούς υπηρεσίας. Ως προς την απόλυση, ειδικότερα, το άρθρο 37 παρ. 1 του ΓΚΠ ορίζει ότι οι εργαζόμενοι που υπάγονται στη ρύθμιση του Κανονισμού αυτού απολύονται: α) όταν συμπληρώσουν τις προϋποθέσεις λήψης σύνταξης, λόγω ορίου ηλικίας ή μόνιμης ολικής αναπηρίας από τον ασφαλιστικό φορέα κύριας ασφάλισης, β) όταν καταδικαστούν τελεσίδικα σε οποιαδήποτε ποινή για αδικήματα κλοπής, υπεξαίρεσης, απάτης, εκβίασης, πλαστογραφίας, παραχάραξης, απιστίας, δωροδοκίας ή δωροληψίας, παράβασης του νόμου περί ναρκωτικών, μαστροπείας και λαθρεμπορίας, γ) λόγω λήξης της σύμβασης δόκιμου προσωπικού. Κατά την παρ. 2 του ίδιου άρθρου στην περίπτωση αποχώρησης του προσωπικού λόγω ορίου ηλικίας, με λήψη σύνταξης γήρατος, η αποχώρηση επέρχεται αυτοδικαίως κατά τη συμπλήρωση του ορίου. Τέλος η απόλυση, προβλέπεται και ως ποινή για τα παραπτώματα που προβλέπονται από το άρθρο 28 περ. Ζ' του ΓΚΠ η οποία επιβάλλεται από το προβλεπόμενο από το άρθρο 29 του ίδιου Κανονισμού, Πενταμελές Πειθαρχικό Συμβούλιο. Από το συνδυασμό των προαναφερόμενων διατάξεων του ΓΚΠ του ΟΑΣΘ προκύπτει ότι με τον Κανονισμό γίνεται εξαντλητική ρύθμιση σχετικά με τη λύση της εργασιακής σύμβασης των μόνιμων υπαλλήλων του Οργανισμού, η οποία (σύμβαση), αφού τάσσεται, κατά τ' ανωτέρω, όριο ηλικίας, είναι ορισμένου χρόνου (Ολ ΑΠ 43/2002). Η ρύθμιση αυτή παρέχει στο προσωπικό μεγαλύτερη προστασία από εκείνη που του παρέχεται με το κοινό δίκαιο και συγκεκριμένα με το άρθρο 672 ΑΚ, για καταγγελία της εργασιακής σχέσης για σπουδαίο λόγο. Τούτο είναι σύμφωνο με τον επιδιωκόμενο σκοπό του ΟΑΣΘ που συνίσταται στην ασφαλή μεταφορά του επιβατικού κοινού και συγχρόνως στην κατοχύρωση της εργασιακής θέσης του προσωπικού του το οποίο εργάζεται για την επιτυχία του άνω σκοπού. Έτσι, σύμφωνα με την προαναφερόμενη, νομοθετικής ισχύος ρύθμιση, η σύμβαση του τακτικού/μόνιμου προσωπικού του ΟΑΣΘ δε μπορεί να καταγγελθεί από τον Οργανισμό - εργοδότη για σπουδαίο λόγο, κατά το άρθρο 672 ΑΚ, αλλά μόνο για τους λόγους που διαλαμβάνονται στους προαναφερόμενους λόγους του ΓΚΠ. Επομένως η απόλυση εργαζομένου στον ΟΑΣΘ χωρίς τη συνδρομή κάποιου από τους λόγους του ΓΚΠ είναι άκυρη, ως αντίθετη σε απαγορευτική διάταξη νόμου (σχετ. οι Ολ ΑΠ 15/2002, και ΑΠ 452/2002 ΕλλΔνη 43/696 και 44/468). Η ρύθμιση αυτή κείται εντός των ορίων της νομοθετικής εξουσιοδότησης του άρθρου 6 παρ. 12 του ΝΔ 3721/1957, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 7 του ΝΔ 716/1970 και η οποία (διάταξη) πιο πάνω εκτίθεται, και δεν αντίκειται στη συνταγματική διάταξη του άρθρου 43 παρ. 2., αφού από την ανωτέρω εξουσιοδοτική διάταξη του άρθρου 6 παρ. 12 του ν.δ.3721/1957 σαφώς προκύπτει ότι στην παρεχόμενη με τη διάταξη αυτή ειδική και ορισμένη εξουσιοδότηση περιλαμβάνονται και οι λόγοι για τους οποίους επιτρέπεται η απόλυση των εργαζομένων στην ΟΑΣΘ. Περαιτέρω η ρύθμιση αυτή είναι σύμφωνη με τη γενική αρχή της προστασίας και εύνοιας των εργαζομένων που διαπνέει το εργατικό δίκαιο (Ολ ΑΠ 26/2006) και δεν αντίκειται, με το ν' αποκλείσει την εφαρμογή του άρθρου 672 ΑΚ, σε καμία συνταγματική διάταξη και κυρίως σ' αυτές των άρθρων 2 παρ. 1, 4 παρ. 1 και 5 παρ. 1. Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο σε συνέχεια των όσων προαναφέρθηκαν δέχθηκε, όπως προκύπτει από την απόφασή του και τα ακόλουθα: Στις 26.8.2004, που ο ενάγων ΧΧΧ ασκούσε, ήδη από τις 13.6.2002, καθήκοντα απλού υπαλλήλου στο Γραφείο Ασφαλιστικού Κεφαλαίου του εναγομένου ΟΑΣΘ, ο τελευταίος κατήγγειλε εγγράφως τη σύμβαση εργασίας του πρώτου, χωρίς την καταβολή αποζημίωσης, επικαλούμενος (ο ΟΑΣΘ) ότι η καταγγελλόμενη σύμβαση είναι ορισμένου χρόνου και ότι συντρέχουν οι αναφερόμενοι στο έγγραφο της καταγγελίας σπουδαίοι λόγοι. Όμως οι διατάξεις του προαναφερόμενου Κανονισμού αναφέρουν περιοριστικώς τους λόγους λύσης της εργασιακής σχέσης του προσωπικού του ΟΑΣΘ και συνεπώς απόλυση εργαζομένου σ' αυτόν, χωρίς τη συνδρομή κάποιου από τους λόγους αυτούς είναι άκυρη, ως αντίθετη στο νόμο. Έτσι η απόλυση του ενάγοντος από τον εναγόμενο, που έγινε κατ' εφαρμογή του άρθρου 672 ΑΚ και όχι για κάποιον από τους λόγους που αναφέρονται στον άνω Κανονισμό, είναι άκυρη και θεωρείται, ως εκ τούτου ότι δεν έγινε (άρθρο 180 ΑΚ). Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε τις σημειούμενες ανωτέρω διατάξεις ουσιαστικού δικαίου του Γενικού Κανονισμού Προσωπικού του Ο.Α.Σ.Θ., του άρθρου 672 ΑΚ και του Συντάγματος και ως εκ τούτου ο μόνος αναιρετικός λόγος του κύριου δικογράφου της αίτησης αναίρεσης του εναγομένου Ο.Α.Σ.Θ. από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, όπως αυτός συμπληρώνεται με τους δύο πρόσθετους λόγους είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στη δίκη. Στην προκείμενη περίπτωση ο αναιρεσείων ΧΧΧ με τον δεύτερο λόγο της αίτησης, περίπτωση β', προβάλλει ότι το Εφετείο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη του τον αυτοτελή ισχυρισμό του που αυτός πρότεινε, ότι ο εναγόμενος-αναιρεσίβλητος ΟΑΣΘ άσκησε καταχρηστικώς το δικαίωμά του ν' αντικαταστήσει αυτόν στη θέση του διευθυντή της υπηρεσίας διοικήσεως. Από την προσβαλλόμενη απόφαση, της οποίας οι παραδοχές πιο πάνω εκτίθενται προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τον άνω ισχυρισμό του αναιρεσείοντος και τον απέρριψε ως αβάσιμος. Επομένως ο δεύτερος λόγος της αίτησης υπό στοιχ. β' είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Επειδή, από άρθρα 335, 338, 339 και 346 του ΚΠολΔ συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για το αποδεικτικό πόρισμα αναφορικά με τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έχουν ανάγκη απόδειξης, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τ' αποδεικτικά μέσα, τα οποία επικαλούνται και νόμιμα προσκομίζουν οι διάδικοι, μεταξύ των οποίων και τα έγγραφα που προσάγονται προς άμεση απόδειξη είτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων. Δεν είναι πάντως αναγκαίο να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από τα αποδεικτικά μέσα. Η παράβαση της υποχρεώσεως αυτής του δικαστηρίου της ουσίας ιδρύει τον προβλεπόμενο από τον αρ. 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης. Στην προκείμενη περίπτωση με το δεύτερο λόγο στοιχ. δ' της αίτησης του ενάγοντος ΧΧΧ και του δεύτερου συμπληρωματικού πρόσθετου λόγου προβάλλεται η από τον αρ. 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια και ειδικότερα ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τα πρακτικά της δίκης ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης με βάση τα οποία εκδόθηκε η 16273/2002 απόφαση, καθώς και την από 15-4-2003 μήνυση του ΟΑΣΘ εναντίον του και την επ' αυτής αθωωτική απόφαση 7523/2005 του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, που νόμιμα επικαλέστηκε και προσκόμισε και τα οποία ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα ως προς την υποστηριζόμενη από αυτόν καταχρηστική άσκηση του διευθυντικού δικαιώματος του ΟΑΣΘ να τον αντικαταστήσει στη διευθυντική θέση. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και ως εκ τούτου απορριπτέος, διότι από τη γενική βεβαίωση, που διαλαμβάνεται στην απόφαση, κατά την οποία το Εφετείο έλαβε υπόψη του όλα τα έγγραφα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι και από όλο το περιεχόμενο της απόφασης, καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε και τα προαναφερόμενα έγγραφα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Διατάσσει την συνεκδίκαση α) της από 25.1.2007 αίτησης του ΧΧΧ και των από 19.9.2007 πρόσθετων λόγω αυτής και β) της από 20.10.2006 αίτησης του Οργανισμού Αστικών Συγκοινωνιών Θεσσαλονίκης (Ο.Α.Σ.Θ.) και των από 22.6.2007 πρόσθετων λόγων αυτής, για αναίρεση της 2226/2006 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Απορρίπτει τις προαναφερόμενες αιτήσεις αναίρεσης και τους πρόσθετους αυτών λόγους. Συμψηφίζει τα δικαστικά έξοδα.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 11 Δεκεμβρίου 2007.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 17 Ιανουαρίου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ