1. Skip to Main Menu
  2. Skip to Content
  3. Skip to Footer
Καλως ήρθατε στο ανανεωμένο FOGGS.gr

- Επικουρικό Κεφάλαιο.

 E-mail

- Επικουρικό Κεφάλαιο. Ενστάσεις που αντιτάσει ο υπόχρεως σε αποζημίωση κατά του Επικουρικού Κεφαλαίου. Αδικαιολόγητος πλουτισμός. Παραγραφή αξιώσης του Επικουρικού Κεφαλαίου.
- Σύμφωνα με το άρθρο 19 παρ. 1 β' το ν 489/1976, το Επικουρικό Κεφάλαιο είναι υποχρεωμένο να καταβάλει στα πρόσωπα που ζημιώθηκαν την κατά την παράγραφο 2 του άρθρου αυτού αποζημίωση λόγω θανατώσεως, σωματικών βλαβών ή υλικών ζημιών από αυτοκινητιστικά ατυχήματα όταν το ατύχημα προήλθε από αυτοκίνητο το οποίο δεν ήταν ασφαλισμένο. Η θέσπιση από το ν. 489/1976 της ευθύνης του Επικουρικού Κεφαλαίου αποβλέπει βασικά στη γρήγορη και κατά το δυνατόν ικανοποιητική προστασία των δικαιούχων προσώπων. Η παρεμβολή του Επικουρικού Κεφαλαίου διαμορφώνεται από το νόμο ως αναπληρωματική, δηλαδή αναπληρώνεται κάποια έλλειψη με την ευρεία έννοια του όρου. Βέβαια, η καταβολή αυτή γίνεται κατά τρόπο οριστικό στις σχέσεις μεταξύ του Επικουρικού Κεφαλαίου και του προσώπου ή του ασφαλιστή του, που, αν δεν συνέτρεχε ο νόμιμος λόγος ευθύνης του Επικουρικού Κεφαλαίου, θα υποχρεούνταν να καταβάλει στο δικαιούχο τρίτο. Για τους παραπάνω λόγους αναγνωρίζεται στο Επικουρικό Κεφάλαιο δικαίωμα υποκαταστάσεως υπό ορισμένες προϋποθέσεις στα δικαιώματα του ζημιωθέντος κατά του υπόχρεου σε αποζημίωση ή του ασφαλιστή του (άρθρο 19 παρ. 4 ν. 489/1976). Υποκατάσταση σημαίνει ex lege μεταβίβαση της απαιτήσεως αποζημιώσεως στο Επικουρικό Κεφάλαιο. Η μεταβίβαση αυτή (βλ. και ΑΚ 455, 470) συνοδεύεται με όλα τα κατά το χρόνο της μεταβιβάσεως πλεονεκτήματα και μειονεκτήματα της αποκτήσεως που μεταβιβάζεται.
Ο υπόχρεος προς αποζημίωση δικαιούται να αντιτάξει κατά του Επικουρικού Κεφαλαίου τις ενστάσεις που θα μπορούσε να προβάλει αν ενήγετο όχι από το Επικουρικού Κεφαλαίου αλλά από τον παθόντα. Συνέπεια τούτου είναι ότι η αξίωση βάσει υποκαταστάσεως υπόκειται στον ίδιο χρόνο παραγραφής όπως η αξίωση του ζημιωθέντος τρίτου, δηλαδή πενταετής κατά την ΑΚ 937 ή διετής κατά το άρθρο 7 ν. ΓπΝ/1911. Διαφοροποιείται όμως η αφετηρία της παραγραφής. Τούτο γιατί το δικαίωμα αναγωγής του Ε.Κ. γεννάται το πρώτο από την ικανοποίηση του παθόντος, μη υφιστάμενο πριν από το χρονικό αυτό σημείο (βλ. Αθαν. Κρητικού, Αποζημίωση από τροχαία αυτοκινητικά ατυχήματα, τρίτη έκδοση, παρ. 2288, 2289, 2297).
- Απορρίπτεται ως μη νόμιμη η αγωγή κατά την επικουρική της βάση (αδικαιολόγητου πλουτισμού), επειδή η αγωγή του αδικαιολόγητου πλουτισμού ασκείται μόνον όταν λείπουν οι προϋποθέσεις ασκήσεως αγωγής από σύμβαση ή από αδικοπραξία, εκτός αν θεμελιώνονται σε διαφορετικά πραγματικά περιστατικά (ΑΠ 104/2003 ΕλλΔνη 44.983 και ΑΠ 1647/2002 ΕλλΔνη 44.1638).

Διατάξεις:

ΑΚ: 297, 298, 455, 470, 914, 937,
ΚΠολΔ: 666, 667, 670, 676, 681Α,
Νόμοι: ΓπΝ/1911 (Απόσπασμα)

Αριθμός 757/2008

Ειρηνοδικείο Θεσσαλονίκης

Δικαστής: Δέσποινα Τόλιου
Δικηγόροι: Α. Αργυρόπουλος – Ι. Μακρής

(…) Σύμφωνα με το άρθρο 19 παρ. 1 β' το ν 489/1976, το Επικουρικό Κεφάλαιο είναι υποχρεωμένο να καταβάλει στα πρόσωπα που ζημιώθηκαν την κατά την παράγραφο 2 του άρθρου αυτού αποζημίωση λόγω θανατώσεως, σωματικών βλαβών ή υλικών ζημιών από αυτοκινητιστικά ατυχήματα όταν το ατύχημα προήλθε από αυτοκίνητο το οποίο δεν ήταν ασφαλισμένο. Η θέσπιση από το ν. 489/1976 της ευθύνης του Ε.Κ. αποβλέπει βασικά στη γρήγορη και κατά το δυνατόν ικανοποιητική προστασία των δικαιούχων προσώπων. Η παρεμβολή του Ε.Κ. διαμορφώνεται από το νόμο ως αναπληρωματική, δηλαδή αναπληρώνεται κάποια έλλειψη με την ευρεία έννοια του όρου. Βέβαια, η καταβολή αυτή γίνεται κατά τρόπο οριστικό στις σχέσεις μεταξύ του Ε.Κ. και του προσώπου ή του ασφαλιστή του, που, αν δεν συνέτρεχε ο νόμιμος λόγος ευθύνης του Ε.Κ., θα υποχρεούνταν να καταβάλει στο δικαιούχο τρίτο. Για τους παραπάνω λόγους αναγνωρίζεται στο Ε.Κ. δικαίωμα υποκαταστάσεως υπό ορισμένες προϋποθέσεις στα δικαιώματα του ζημιωθέντος κατά του υπόχρεου σε αποζημίωση ή του ασφαλιστή του (άρθρο 19 παρ. 4 ν. 489/1976). Υποκατάσταση σημαίνει ex lege μεταβίβαση της απαιτήσεως αποζημιώσεως στο Ε.Κ. Η μεταβίβαση αυτή (βλ. και ΑΚ 455, 470) συνοδεύεται με όλα τα κατά το χρόνο της μεταβιβάσεως πλεονεκτήματα και μειονεκτήματα της αποκτήσεως που μεταβιβάζεται.
Ο υπόχρεος προς αποζημίωση δικαιούται να αντιτάξει κατά του Ε.Κ. τις ενστάσεις που θα μπορούσε να προβάλει αν ενήγετο όχι από το Ε.Κ. αλλά από τον παθόντα. Συνέπεια τούτου είναι ότι η αξίωση βάσει υποκαταστάσεως υπόκειται στον ίδιο χρόνο παραγραφής όπως η αξίωση του ζημιωθέντος τρίτου, δηλαδή πενταετής κατά την ΑΚ 937 ή διετής κατά το άρθρο 7 ν. ΓπΝ/1911. Διαφοροποιείται όμως η αφετηρία της παραγραφής. Τούτο γιατί το δικαίωμα αναγωγής του Ε.Κ. γεννάται το πρώτο από την ικανοποίηση του παθόντος, μη υφιστάμενο πριν από το χρονικό αυτό σημείο (βλ. Αθαν. Κρητικού, Αποζημίωση από τροχαία αυτοκινητικά ατυχήματα, τρίτη έκδοση, παρ. 2288, 2289, 2297).
Στην υπό κρίση αγωγή το ΝΠΔ με την επωνυμία «Επικουρικό Κεφάλαιο ασφαλίσεως ευθύνης εξ ατυχημάτων αυτοκινήτων» [στο εξής Ε.Κ.] εκθέτει ότι για αυτοκινητικό ατύχημα που συνέβη στις 10.4.1993 στη Θεσσαλονίκη, ο Δ.Π άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης την υπ' αριθμ. κατάθ. 26497/1993 αγωγή. Σ' αυτήν, στρεφόμενος κατά των εδώ ενάγοντος και εναγομένου (καθώς και κατά του Ν.Μ. πατέρα του νυν εναγομένου ως ιδιοκτήτη του ζημιογόνου αυτοκινήτου) και ισχυριζόμενος ότι το επίδικο ατύχημα οφειλόταν σε υπαιτιότητα του εναγομένου Θ.Μ., ο οποίος οδηγούσε το με αριθμό κυκλοφορίας πινακίδων Γεωργίας Α ... ΑΕ ΙΧΕ αυτοκίνητο, που ήταν ανασφάλιστο, ζήτησε να εκδοθεί προσωρινά εκτελεστή απόφαση του δικαστηρίου, που να υποχρεώνει σε ολόκληρο τον καθένα τους (του Ε.Κ. ευθυνόμενου διότι το φερόμενο ως ζημιογόνο όχημα δεν ήταν ασφαλισμένο σε κάποιον ασφαλιστικό φορέα) να του καταβάλουν το ποσό των 1.480.906 δραχμών συνολικά, ως αποζημίωση του και για χρηματική του ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης με το νόμιμο τόκο. Επί της αγωγής αυτής, η οποία συζητήθηκε την 1.6.1995, εκδόθηκε, με αριθμό 26510/1995 απόφαση, σύμφωνα με την οποία αποκλειστικά υπαίτιος του επίδικου ατυχήματος κρίθηκε ο εναγόμενος και υποχρεώθηκαν αυτός, ο πατέρας του, ιδιοκτήτης του αυτοκινήτου και το συνεναγόμενό τους εκεί Ε.Κ. να καταβάλουν στον ενάγοντα το ποσό των 1.190.906 δραχμών, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής. Η απόφαση κηρύχθηκε προσωρινά εκτελεστή για το ποσό των 800.000 δραχμών και οι εναγόμενοι καταδικάστηκαν στη δικαστική δαπάνη του ενάγοντος ποσού 50.000 δραχμών. Κατά της απόφασης αυτής το Ε.Κ. άσκησε έφεση ενώπιον του Εφετείου Θεσσαλονίκης, επί της οποίας, συζητήσεως γενομένης, εκδόθηκε η με αριθμό 2531/1996 απόφαση, η οποία απέρριψε την έφεση και καταδίκασε το Ε.Κ. στη δικαστική δαπάνη του δευτέρου βαθμού, την οποία όρισε στο ποσό των 60.000 δραχμών. Κατόπιν τούτου η οριστική με αριθμό 26510/1995 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης κατέστη τελεσίδικη για το Ε.Κ. αλλά και για τους ερημοδικασθέντες ομοδίκους του, λόγω παρελεύσεως τριετίας από της δημοσιεύσεως της. Σε εκτέλεση της αποφάσεως αυτής το ενάγον Ε.Κ. κατέβαλε στον Δ.Π την 1.12.1995 ποσό 800.000 (ή 2.347,76 ευρώ) και την 29.7.1996 ποσό 1.434.544 δραχμών (ή 4.209,96 ευρώ) και συνολικά το ποσό των 6.557,72 ευρώ. Ζητά δε, αναγωγικά, και μετά την καταβολή, να υποχρεωθεί ο εναγόμενος, με απόφαση προσωρινά εκτελεστή και με προσωπική του κράτηση, να του καταβάλει το παραπάνω ποσό των 6.557,72 ευρώ, με το νόμιμο τόκο, αλλά και επικουρικά να του καταβάλει το παραπάνω ποσό κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού. Η αγωγή αρμοδίως εισάγεται για να συζητηθεί ενώπιον αυτού του δικαστηρίου, κατά την ειδική διαδικασία που προβλέπουν οι διατάξεις των άρθρων 666, 667, 670 έως 676 και 681 Α' ΚΠολΔ. Είναι νόμιμη κατά την κύρια βάση της, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 914, 297, 298, 330 εδ. β', 345, 346 ΑΚ, 17 και 19 παρ. 1 εδ. β', 2, 4, 9 και 10 του ν. ΓπΝ/1911, 907, 908 παρ. 1δ ' και 1047 του ΚΠολΔ, ενώ κατά την επικουρική της βάση (αδικαιολόγητου πλουτισμού) η αγωγή πρέπει να απορριφθεί ως μη νόμιμη, επειδή η αγωγή του αδικαιολόγητου πλουτισμού ασκείται μόνον όταν λείπουν οι προϋποθέσεις ασκήσεως αγωγής από σύμβαση ή από αδικοπραξία, εκτός αν θεμελιώνονται σε διαφορετικά πραγματικά περιστατικά (ΑΠ 104/2003 ΕλλΔνη 44.983 και ΑΠ 1647/2002 ΕλλΔνη 44.1638), περίπτωση που δεν συντρέχει εν προκειμένω. Πρέπει, επομένως, να ερευνηθεί περαιτέρω κατ' ουσίαν, εφόσον έχει καταβληθεί το απαιτούμενο τέλος δικαστικού ενσήμου, με τα ανάλογα ποσοστά υπέρ ΤΝ και ΤΑΧΔΙΚ.
Ο εναγόμενος, με δήλωση του πληρεξουσίου του δικηγόρου, που έγινε στο ακροατήριο, καταχωρήθηκε στα πρακτικά και αναπτύσσεται με τις επί της έδρας κατατεθείσες προτάσεις του, πρότεινε την ένσταση παραγραφής της αξιώσεως του ενάγοντος Ε.Κ., διότι από την ημέρα της καταβολής της αποζημιώσεως στον παθόντα τρίτο (1.12.1995 και 29.7.1996) από το Επικουρικό Κεφάλαιο, μέχρι την άσκηση της υπ' αριθμ. κατάθ. 8531/2005 αγωγής, από το δικόγραφο της οποίας παραιτήθηκε με την υπό κρίση αγωγή το ενάγον Ε.Κ. παρήλθε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της διετίας κατά το άρθρο 8 του ν. ΓπΝ/1911 και μεγαλύτερο και της πενταετίας κατά το άρθρο 937 ΑΚ. Πράγματι, από την ημέρα της καταβολής μέχρι την άσκηση της αγωγής έχει παρέλθει τόσο η διετία όσο και η πενταετία και η αξίωση του ενάγοντος Επικουρικού Κεφαλαίου υπέπεσε σε παραγραφή. (…)