1. Skip to Main Menu
  2. Skip to Content
  3. Skip to Footer
Καλως ήρθατε στο ανανεωμένο FOGGS.gr

- Απόρρητο τραπεζικών καταθέσεων.

 E-mail

- Απόρρητο τραπεζικών καταθέσεων. Άρση απορρήτου. Ακατάσχετο απαιτήσεων. Κατάσχεση εις χείρας τρίτου. Δήλωση Τράπεζας. Ανακοπή. Απόρρητο έναντι της Τράπεζας της Ελλάδας. Έλεγχος τραπεζικού συστήματος. Εγγυητική επιστολή σε πρώτη ζήτηση. Έννοια και λειτουργία. Τριγωνική σχέση. Πραγματικά περιστατικά.
- Απόρρητο δεν υφίσταται στο μέτρο που, για την ικανοποίηση του δικαιώματος του κατασχόντος δανειστή, απαιτείται να αποκαλυφθεί η ύπαρξη της κατάθεσης διότι το δικαίωμα αυτό κατισχύει. Με την κατάσχεση ενασκείται δικαίωμα, για την ικανοποίηση του οποίου πρέπει να τηρηθεί η προβλεπόμενη στον ΚΠολΔ διαδικασία, στην οποία περιλαμβάνεται και η δήλωση του τρίτου (της Τράπεζας) σχετικά με την ύπαρξη της απαίτησης. Η δήλωση αυτή αποτελεί, συνεπώς, δικονομική υποχρέωση της Τράπεζας, απορρέουσα από την κατάσχεση για την ικανοποίηση του κατασχόντος δανειστή, η οποία διαφορετικά θα ματαιωνόταν. Αντίθετη ερμηνεία των διατάξεων που προαναφέρθηκαν θα προσέκρουε άλλωστε στο άρθρο 20 παρ. 1 του Συντάγματος, που ορίζει ότι, καθένας έχει δικαίωμα σε παροχή έννομης προστασίας.
- Τυχόν άρνηση της Τράπεζας να προβεί στη δήλωση αυτή η παράλειψη δηλώσεως εκ μέρους της, εντός της οριζόμενης οκταήμερης προθεσμίας θεωρούμενη ως αρνητική της υπάρξεως της καταθέσεως δήλωση, είναι δεκτική ανακοπής, σύμφωνα με το άρθρο 986 ΚΠολΔ, που προϋποθέτει δήλωση κατά το προηγούμενο άρθρο 985.
- Σε κατάσχεση υπόκειται τόσο η υπό αίρεση ή προθεσμία, όσο και η μέλλουσα απαίτηση υπό την απαραίτητη όμως προϋπόθεση ότι κατά το χρόνο της κατασχέσεως υφίσταται η βασική έννομη σχέση, εκ της οποίας, ως δικαιοπαγωγικής αιτίας απορρέει η μέλλουσα απαίτηση. Εξάλλου, η τριγωνική σχέση που δημιουργείται μεταξύ δανειστή, οφειλέτη και Τράπεζας με αφορμή την εγγυητική επιστολή που εκδίδει η τελευταία, αποτελεί ιδιόμορφη σύμβαση που καταρτίζεται στο πλαίσιο της ελευθερίας των συμβάσεων κι διέπεται, ελλείψει άλλων διατάξεων που ρυθμίζουν ειδικώς τη σχέση, από τις διατάξεις για την εγγύηση των άρθρων 847 επομ. ΑΚ. Έννοια εγγυητικής επιστολής.
- Με την εγγυητική επιστολή σε πρώτη ζήτηση η Τράπεζα εγγυάται προς το δανειστή την εκπλήρωση των υποχρεώσεων του πρωτοφειλέτη με την καταβολή του ποσού της εγγυητικής επιστολής χωρίς δικαίωμα ελέγχου της ύπαρξης έγκυρης πρωτοφειλής και του λόγου καταπτώσεως της εγγύησης και χωρίς δυνατότητα προβολής της ένστασης διζήσεω.
- Η εγγυητική επιστολή έχει ως βάση συνήθως ορισμένη πιστωτική σύμβαση, που συνδέει την Τράπεζα με τον πιστούχο οφειλέτη, η οποία αποτελεί και την αιτία της, με την έκδοση όμως της εγγυητικής επιστολής ιδρύεται αυτοτελής ενοχή, ανεξάρτητα της αιτίας και πρωτογενής υποχρέωση της Τράπεζας προς τον τρίτο δανειστή που απευθύνεται, έναντι του οποίου δεν προτείνονται οι ενστάσεις, τις οποίες μπορεί να προτείνει ο πιστούχος οφειλέτης. Την χρηματική αυτή οφειλή της Τράπεζας προς τον τρίτο, που τελεί υπό την αίρεση της καταπτώσεως, μπορεί να κατάσχουν στα χέρια της Τράπεζας ως τρίτης οι δανειστές του δικαιούχου της εγγυητικής επιστολής - τρίτου, ακόμη και πριν από την κατάπτωση.
- Το ποσό της χρηματικής καταθέσεως, που διενεργεί ο πιστούχος στην Τράπεζα και το οποίο δεσμεύεται από την τελευταία για κάλυψη της εγγυητικής επιστολής, που αυτή, στο πλαίσιο της συμβάσεως πιστώσεως, εξέδωσε υπέρ του πιστούχου, στοχεύει δε στην εξασφάλιση της απαιτήσεως που θα έχει κατά του τελευταίου για το ποσό που θα υποχρεωθεί, σε περίπτωση καταπτώσεως της να καταβάλει στον λήπτη, δύναται να κατασχεθεί από το δανειστή του πιστούχου στα χέρια της Τράπεζας ως τρίτης, προς ικανοποίηση της απαιτήσεως που ο δεύτερος έχει κατά του πρώτου, διότι αποτελεί απαίτηση του πιστούχου κατά της Τράπεζας προς απόδοση του εν λόγω ποσού, η οποία τελεί υπό την αίρεση της μη καταπτώσεως της εγγυητικής επιστολής, που μπορεί, κατά τα εκτεθέντα να κατασχεθεί.

Διατάξεις:

ΝΔ: 1059/1971
Νόμοι: 1868/1989 άρθ. 25 παρ. 1, 2214/1994 άρθ. 25 παρ. 3
ΑΚ: 847 επ.
ΚΠολΔ: 559 αριθ. 1, 982, 985, 986

AΘΗΝΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑριθμός 358/2004

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ζ` Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Σουλτανιά, Αντιπρόεδρο, Κωνσταντίνο Βαρδαβάκη, Νικόλαο Οικονομίδη, Αθανάσιο Γιωτάκο και Δημήτριος Κυριτσάκης, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Φεβρουαρίου 2004, με την παρουσία και της γραμματέως Μαριάννας Νίκου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία XXX Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Ορφανίδη.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία XXX. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Ξερνό.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-10-1998 ανακοπή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Λάρισας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 740/1999 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 379/2003 του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 7-7-2003 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Οικονομίδης ανέγνωσε την από 2 Φεβρουαρίου 2004 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Το ν.δ. 1059/1971 "περί του απορρήτου των τραπεζικών καταθέσεων", όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 27 παρ. 1 ν. 1868/1989 και το άρθρο 25 παρ. 3 ν. 2214/1994 και ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο (16.9.1998), που επιβλήθηκε η ένδικη κατάσχεση, ορίζει : "Οι κάθε μορφής καταθέσεις σε πιστωτικά ιδρύματα είναι απόρρητες. Το απόρρητο αυτό δεν ισχύει έναντι της Τράπεζας της Ελλάδος κατά την άσκηση των αρμοδιοτήτων της, των σχετικών με τον έλεγχο του τραπεζικού συστήματος και της εφαρμογής, των νομισματικών, πιστωτικών και συναλλαγματικών κανόνων. Εξαιρετικά επιτρέπεται η άρση του Τραπεζικού απορρήτου ύστερα από ενέργεια του προϊσταμένου της αρμόδιας ΔΟΥ στην περίπτωση που προσκομίζεται προσωπική επιταγή ποσού άνω των 1.000.000 δραχμών, για εξόφληση χρεών προς το Δημόσιο, οπότε και δίδεται πρόβλεψη και δέσμευση του ποσού υπέρ της ΔΟΥ" (άρθρο 1). "Διοικητές, μέλη διοικητικών συμβουλίων ή άλλων συλλογικών οργάνων ή υπάλληλοι τραπεζών, οι οποίοι ως εκ των καθηκόντων τους λαμβάνουν γνώση των τραπεζικών καταθέσεων, αν δώσουν με οποιοδήποτε τρόπο οποιαδήποτε πληροφορία για τις καταθέσεις αυτές τιμωρούνται με φυλάκιση τουλάχιστον έξι μηνών. Η συναίνεση ή έγκριση του καταθέτη υπέρ του οποίου το απόρρητο δεν αναιρεί τον αξιόποινο χαρακτήρα της πράξεως. Οι διατάξεις αυτές δεν εφαρμόζονται για τη Διοίκηση και τα λοιπά όργανα της Τράπεζας της Ελλάδος, προκειμένου να επιβληθούν διοικητικές κυρώσεις για παραβάσεις νομισματικών, πιστωτικών ή συναλλαγματικών κανόνων", (άρθρο 2 παρ. 1). "Τα πρόσωπα που αναφέρονται στην παρ. 1, καλούμενα ως μάρτυρες σε πολιτική ή ποινική δίκη, δεν εξετάζονται για τις απόρρητες καταθέσεις και αν ακόμη συναινεί σ’ αυτό καταθέτης υπέρ του οποίου το απόρρητο" (άρθρο 2 παρ. 2). Και ότι "κατ` εξαίρεση επιτρέπεται η παροχή πληροφοριών για τις απόρρητες χρηματικές ή άλλες καταθέσεις σε τράπεζες που λειτουργούν στην Ελλάδα, μετά από ειδικά αιτιολογημένη παραγγελία ή αίτηση ή απόφαση του αρμόδιου για την άσκηση ποινικής δίωξης ή τη διενέργεια προκαταρκτικής εξέτασης ή προανάκρισης ή κυρίας ανάκρισης οργάνου δια του δικαστικού συμβουλίου ή δικαστηρίου, στο οποίο διενεργείται η σχετική διαδικασία, εφόσον η παροχή των πληροφοριών είναι απολύτως αναγκαία για την ανίχνευση και τον κολασμό κακουργήματος" (άρθρο 3). Από τις ανωτέρω διατάξεις, που καθιερώνουν το απόρρητο των εν γένει καταθέσεων σε Ελληνικές Τράπεζες, δεν προκύπτει ότι θεσπίσθηκε και το ακατάσχετο των αντίστοιχων, από τις καταθέσεις αυτές, απαιτήσεων, γιατί οι διατάξεις αυτές αναφέρονται αποκλειστικώς και μόνο στο απόρρητο των τραπεζικών καταθέσεων και όχι στη δυνατότητα ή μη της κατασχέσεώς τους. Με την κατάσχεση ενασκείται δικαίωμα, για την ικανοποίηση του οποίου πρέπει να τηρηθεί η προβλεπόμενη στον ΚΠολΔ διαδικασία, στην οποία περιλαμβάνεται και η δήλωση του τρίτου (της Τράπεζας) σχετικά με την ύπαρξη της απαίτησης. Η δήλωση αυτή αποτελεί, συνεπώς, δικονομική υποχρέωση της Τράπεζας, απορρέουσα από την κατάσχεση για την ικανοποίηση του κατασχόντος δανειστή, η οποία διαφορετικά θα ματαιωνόταν. Απόρρητο, άρα, δεν υφίσταται στο μέτρο που, για την ικανοποίηση του δικαιώματος του κατασχόντος δανειστή, απαιτείται να αποκαλυφθεί η ύπαρξη της κατάθεσης διότι το δικαίωμα αυτό κατισχύει.
Αντίθετη ερμηνεία των διατάξεων που προαναφέρθηκαν θα προσέκρουε άλλωστε στο άρθρο 20 παρ. 1 του Συντάγματος, που ορίζει ότι, καθένας έχει δικαίωμα σε παροχή έννομης προστασίας. Διότι σ΄ αυτήν περιλαμβάνεται και η αναγκαστική εκτέλεση, μορφή της οποίας αποτελεί και η κατάσχεση στα χέρια τρίτου για την ικανοποίηση απαίτησης, χωρίς δε τη δήλωση της Τράπεζας, ως τρίτης, και χωρίς τη δυνατότητα να ασκηθεί κατά της (ρητής ή σιωπηρής) αρνητικής δηλώσεώς της η ανακοπή του άρθρου 986 ΚΠολΔ, η μορφή αυτή έννομης προστασίας θα απέβαινε ανέφικτη και δεν είναι συνταγματικώς ανεκτό ο νομοθέτης να αποκλείει την ικανοποίηση της απαίτησής του ανακόπτοντος, λόγω του τραπεζικού απορρήτου των καταθέσεων. Κατ’ ακολουθίαν οι διατάξεις των άρθρων 1 και 2 του ν.δ 1059/1971 δεν αποκλείουν την κατάσχεση των τραπεζικών καταθέσεων, ούτε απαγορεύουν την εκ μέρους της τράπεζας δήλωση, που προβλέπεται στο άρθρο 985 παρ. 1,2 του ΚΠολΔ, περί του αν υπάρχει η απαίτηση από χρηματική στην Τράπεζα κατάθεση, η οποία έγινε αντικείμενο κατασχέσεως, η δε τυχόν δήλωση της τράπεζας περί της υπάρξεως της καταθέσεως δεν είναι άκυρη. Τυχόν άρνηση της Τράπεζας να προβεί στη δήλωση αυτή η παράλειψη δηλώσεως εκ μέρους της, εντός της οριζόμενης οκταήμερης προθεσμίας θεωρούμενη ως αρνητική της υπάρξεως της καταθέσεως δήλωση, είναι δεκτική ανακοπής, σύμφωνα με το άρθρο 986 ΚΠολΔ, που προϋποθέτει δήλωση κατά το προηγούμενο άρθρο 985 (Ολ ΑΠ 19/2001).
Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 982 παρ. 1 ΚΠολΔ, μπορούν να κατασχεθούν σε χέρια τρίτου : "α) χρηματικές απαιτήσεις εκείνου κατά του οποίου στρέφεται η εκτέλεση κατά τρίτων, μη εξαρτώμενες από αντιπαροχή ή απαιτήσεις του κατά τρίτων για μεταβίβαση της κυριότητας κινητών μη εξαρτώμενη από αντιπαροχή, β) κινητά πράγματά του που βρίσκονται στα χέρια τρίτου". Κατά της έννοια της διατάξεως αυτής σε κατάσχεση υπόκειται τόσο η υπό αίρεση ή προθεσμία, όσο και η μέλλουσα απαίτηση υπό την απαραίτητη όμως προϋπόθεση ότι κατά το χρόνο της κατασχέσεως υφίσταται η βασική έννομη σχέση, εκ της οποίας, ως δικαιοπαγωγικής αιτίας απορρέει η μέλλουσα απαίτηση. Εξάλλου, η τριγωνική σχέση που δημιουργείται μεταξύ δανειστή, οφειλέτη και Τράπεζας με αφορμή την εγγυητική επιστολή που εκδίδει η τελευταία, αποτελεί ιδιόμορφη σύμβαση που καταρτίζεται στο πλαίσιο της ελευθερίας των συμβάσεων κι διέπεται, ελλείψει άλλων διατάξεων που ρυθμίζουν ειδικώς τη σχέση, από τις διατάξεις για την εγγύηση των άρθρων 847 επομ. ΑΚ. Ειδικότερα με την εγγυητική επιστολή σε πρώτη ζήτηση η Τράπεζα εγγυάται προς το δανειστή την εκπλήρωση των υποχρεώσεων του πρωτοφειλέτη με την καταβολή του ποσού της εγγυητικής επιστολής χωρίς δικαίωμα ελέγχου της ύπαρξης έγκυρης πρωτοφειλής και του λόγου καταπτώσεως της εγγύησης και χωρίς δυνατότητα προβολής της ένστασης διζήσεως (ΑΠ 983/99, ΑΠ 1433/98). Η εγγυητική επιστολή έχει ως βάση συνήθως ορισμένη πιστωτική σύμβαση, που συνδέει την Τράπεζα με τον πιστούχο οφειλέτη, η οποία αποτελεί και την αιτία της, με την έκδοση όμως της εγγυητικής επιστολής ιδρύεται αυτοτελής ενοχή, ανεξάρτητα της αιτίας και πρωτογενής υποχρέωση της Τράπεζας προς τον τρίτο δανειστή που απευθύνεται, έναντι του οποίου δεν προτείνονται οι ενστάσεις, τις οποίες μπορεί να προτείνει ο πιστούχος οφειλέτης. Την χρηματική αυτή οφειλή της Τράπεζας προς τον τρίτο, που τελεί υπό την αίρεση της καταπτώσεως, μπορεί να κατάσχουν στα χέρια της Τράπεζας ως τρίτης οι δανειστές του δικαιούχου της εγγυητικής επιστολής - τρίτου, ακόμη και πριν από την κατάπτωση. Ακόμη το ποσό της χρηματικής καταθέσεως, που διενεργεί ο πιστούχος στην Τράπεζα και το οποίο δεσμεύεται από την τελευταία για κάλυψη της εγγυητικής επιστολής, που αυτή, στο πλαίσιο της συμβάσεως πιστώσεως, εξέδωσε υπέρ του πιστούχου, στοχεύει δε στην εξασφάλιση της απαιτήσεως που θα έχει κατά του τελευταίου για το ποσό που θα υποχρεωθεί, σε περίπτωση καταπτώσεως της να καταβάλει στον λήπτη, δύναται να κατασχεθεί από το δανειστή του πιστούχου στα χέρια της Τράπεζας ως τρίτης, προς ικανοποίηση της απαιτήσεως που ο δεύτερος έχει κατά του πρώτου, διότι αποτελεί απαίτηση του πιστούχου κατά της Τράπεζας προς απόδοση του εν λόγω ποσού, η οποία τελεί υπό την αίρεση της μη καταπτώσεως της εγγυητικής επιστολής, που μπορεί, κατά τα εκτεθέντα να κατασχεθεί. Στην περίπτωση επιβολής τέτοιας κατασχέσεως η Τράπεζα, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, έχει υποχρέωση, χωρίς τούτο να προσκρούει στις διατάξεις περί Τραπεζικού απορρήτου, να προβεί στη δήλωση του άρθρου 985 παρ. 1 ΚΠολΔ, σε περίπτωση δε μη υποβολής της, παράλειψη η οποία, κατά τη διάταξη της παρ. 3 του ίδιου άρθρου εξομοιώνεται με αρνητική δήλωση, μπορεί να ασκηθεί κατ’ αυτής από τον κατασχόντα ανακοπή, κατ’ άρθρο 986 ΚΠολΔ. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση του, το Εφετείο, δικάζοντας την εκ του άρθρου 986 ΚΠολΔ ανακοπή της αναιρεσίβλητης κατά της παραλείψεως της αναιρεσείουσας να υποβάλει δήλωση για την ύπαρξη της κατασχεμένης στα χέρια της απαιτήσεως από αίρεση, δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα: Δυνάμει συμβάσεως πιστώσεως μεταξύ της τότε Τράπεζας Κρήτης ΑΕ, της οποίας καθολικός διάδοχος τυγχάνει η αναιρεσείουσα Τράπεζα και της ΧΧΧ, κατοίκου ΧΧΧ, εκδόθηκαν υπέρ της τελευταίας δύο εγγυητικές επιστολές με λήπτη το ΔΙΔΑΓΕΠ για ποσά 10.900.000 και 10.000.000 δραχμών. Ειδικότερα με τις εγγυητικές αυτές επιστολές η εκδότρια Τράπεζα εγγυήθηκε την εκπλήρωση των υποχρεώσεων της πιστούχου οφειλέτριας έναντι του δικαιούχου - λήπτη των εγγυητικών επιστολών για θέση σε κυκλοφορία ανάλογης ποσότητας και αξίας τυποποιημένου ελαιολάδου. Προς εξασφάλιση της ως άνω Τράπεζας, που εξέδωσε τις εγγυητικές επιστολές, για την περίπτωση που αυτές θα κατέπιπταν, η πιστούχος κατέθεσε στο κατάστημα αυτής στη Λάρισα το ισόποσο της αξίας τους (20.900.000 δρχ.), κατάθεση η οποία και δεσμεύθηκε για όσο διάστημα θα ήταν σε ισχύ οι εγγυητικές επιστολές, η απόδοση δε του κατατεθέντος ποσού τελούσε υπό την αναβλητική αίρεση της μη καταπτώσεως των εγγυητικών επιστολών και της επιστροφής αυτής στην εκδότρια Τράπεζα. Η αναιρεσίβλητη Τράπεζα (ανακόπτουσα) έχει κατά της πιστούχου απαίτηση, απορρέουσα από την 849/1997 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας, ποσού 171.624.549 δραχμών, πλέον νομίμων τόκων από 5.8.1997. Προς μερική ικανοποίηση της αξιώσεώς της αυτής, με το από 10.9.1998 κατασχετήριο έγγραφο, που περιέχει πάντα τα κατ` άρθρο 983 ΚΠολΔ στοιχεία, κοινοποιήθηκε δε στη δικαιοπάροχο της αναιρεσείουσας Τράπεζας Κρήτης, στις 14.9.1998 και στη οφειλέτρια πιστούχο στις 16.9.1998, κατάσχεσε στα χέρια της ως άνω Τράπεζας, ως τρίτης, την απαίτηση της οφειλέτριας της έναντι της Τράπεζας προς απόδοση του ως άνω ποσού της καταθέσεως που τελούσε υπό την ανωτέρω αίρεση. Η κατάσχεση αυτή, συνεχίζει το Εφετείο, είναι κατά πάντα νόμιμη (άρθρο 983 ΚΠολΔ) και ισχυρή και επέφερε τα κατ’ άρθρο 984 του ίδιου Κώδικα αποτελέσματα, η δε Τράπεζα, στα χέρια της οποίας έγινε η κατάσχεση της απαίτησης του ως άνω ποσού, όφειλε, σε κάθε περίπτωση, χωρίς να κωλύεται από το απόρρητο των καταθέσεων, να προβεί εντός της κατά νόμο προθεσμίας στην κατ’ άρθρο 985 παρ. 1 ΚΠολΔ δήλωση, κατά το διαγραφόμενο από τη διάταξη της παρ. 2 του ίδιου άρθρου τύπο: Όμως η δικαιοπάροχος της αναιρεσείουσας Τράπεζα Κρήτης δεν προέβη στη δήλωση αυτή, επικαλούμενη αβασίμως το απόρρητο των καταθέσεων. Η παράλειψη δε αυτή, η οποία σε περίπτωση τυχόν αποδόσεως του ποσού, μετά την επιβολή της κατασχέσεως, στην υπό την ανωτέρω αίρεση δικαιούχο της καταθέσεως προκαλεί ισόποση ζημία στην αναιρεσίβλητη - ανακόπτουσα που πρέπει να αποκατασταθεί, εξομοιώνεται με αρνητική δήλωση, κατά της οποίας νόμιμα και εμπρόθεσμα ασκήθηκε η κρινόμενη ανακοπή, την οποία ακολούθως το Εφετείο, με βάση το προεκτεθέντα, έκρινε βάσιμη και κατ’ ουσίαν. Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 1 και 2 του ν.δ 1059/1971 και 985 και 986 του ΚΠολΔ και γι` αυτό ο από το άρθρο 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, μοναδικός λόγος της αναιρέσεως με τον οποίον υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 7.7.2003 αίτηση της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "XXX" για αναίρεση της 379/2003 αποφάσεως του Εφετείου Λάρισας. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων εκατόν εβδομήντα (1170) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 25 Φεβρουαρίου 2004 και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 24 Μαρτίου 2004.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ