1. Skip to Main Menu
  2. Skip to Content
  3. Skip to Footer
Καλως ήρθατε στο ανανεωμένο FOGGS.gr

- Διάκριση σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας και σύμβασης διανομής.

 E-mail

- Διάκριση σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας και σύμβασης διανομής. Προϋποθέσεις για την αξίωση καταβολής αποζημίωσης πελατείας. Αντέφεση.
- Κατά το άρθρο 1 παρ. 2 του ΠΔ 219/1991 «περί εμπορικών αντιπροσώπων», που εκδόθηκε σε συμμόρφωση προς την Οδηγία 86/653/ΕΟΚ του Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, όπως τροποποιήθηκε με τα ΠΔ 249/1993, 88/1994 και 312/1995, για την εφαρμογή των διατάξεων του ΠΔ αυτού, εμπορικός αντιπρόσωπος είναι εκείνος στον οποίο, υπό την ιδιότητά του ως ανεξάρτητου μεσολαβητή, ανατίθεται, σε μόνιμη βάση, είτε να διαπραγματεύεται για λογαριασμό άλλου προσώπου, το οποίο καλείται «αντιπροσωπευόμενος», την πώληση ή την αγορά εμπορευμάτων, είτε να διαπραγματεύεται και να συνάπτει τις πράξεις αυτές επ΄ ονόματι και για λογαριασμό του αντιπροσωπευομένου. Η σχετική σύμβαση καταρτίζεται εγγράφως (άρθρο 8 παρ. 1α ΠΔ 219/1991) και με αυτήν, όπως συνάγεται από την άνω διάταξη του άρθρου 1 παρ. 2 του ΠΔ 219/1991, ο παραγωγός ή χονδρέμπορος αναθέτει, σε μόνιμη βάση, στον εμπορικό του αντιπρόσωπο, έναντι αμοιβής (προμήθειας), τη, συνήθως για ορισμένη περιοχή, μέριμνα των υποθέσεών του, η οποία, ως υποχρέωση του αντιπροσώπου, κατευθύνεται είτε στη διαπραγμάτευση είτε στη σύναψη συμβάσεως πωλήσεως ή αγοράς εμπορευμάτων στο όνομα και για λογαριασμό του αντιπροσωπευομένου. Περαιτέρω, δημιούργημα της σύγχρονης οικονομίας και μόρφωμα, που εξυπηρετεί τις συναλλακτικές ανάγκες της διεπιχειρησιακής συνεργασίας και είναι απόρροια της αρχής της ελευθερίας των συμβάσεων (ΑΚ 361) και ιδίως της ελευθερίας προσδιορισμού του περιεχομένου τους, αποτελεί και η σύμβαση αποκλειστικής διανομής, δηλαδή η ιδιόρρυθμη διαρκής ενοχική σύμβαση, κατά τη διάρκεια της οποίας ο ένας συμβαλλόμενος (παραγωγός ή χονδρέμπορος) υποχρεούται να πωλεί, αποκλειστικώς για μία ορισμένη περιοχή, στον άλλο (διανομέα) τα συμβατικά εμπορεύματα, τα οποία, στη συνέχεια, ο τελευταίος μεταπωλεί σε τρίτους στο δικό του όνομα, για δικό του λογαριασμό και με δικό του επιχειρησιακό κίνδυνο.
- Από το συμβατικό αυτό δημιούργημα διακρίνεται η ρυθμιζόμενη από το ΠΔ 219/1991, όπως ισχύει, σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας, με την οποία ο παραγωγός ή χονδρέμπορος αναθέτει σε μόνιμη βάση στον εμπορικό αντιπρόσωπο έναντι αμοιβής (προμήθειας), να ενεργεί όπως προεκτέθηκε. Έτσι, σε αντίθεση με τον αποκλειστικό διανομέα, που συναλλάσσεται με τους τρίτους στο όνομα και για λογαριασμό του, αναλαμβάνοντας πλήρως τον επιχειρησιακό κίνδυνο, ο εμπορικός αντιπρόσωπος εκτελεί βοηθητική εργασία διαμεσολαβήσεως στο όνομα και για λογαριασμό του αντιπροσωπευομένου. Η σύμβαση αποκλειστικής διανομής δεν ρυθμίζεται ειδικώς στο νόμο, εφαρμόζονται, όμως, και σ΄ αυτή αναλόγως οι διατάξεις περί εντολής του ΑΚ και κατά περίπτωση, για την ταυτότητα του νομικού λόγου, οι ρυθμίσεις που ισχύουν για τη σύμβαση της εμπορικής αντιπροσωπείας, μεταξύ των οποίων και η κατωτέρω του άρθρου 9 του ΠΔ 219/1991, όπως ισχύει, ιδίως α) εάν ο διανομέας ενεργεί ως τμήμα της εμπορικής οργάνωσης του αντισυμβαλλομένου του, έχοντας την ίδια ασθενή θέση και έντονη εξάρτηση από τον παραγωγό, αλλά και τον αυτό βαθμό ένταξης στο δίκτυο διανομής, με τον τύπο του εμπορικού αντιπροσώπου, τον οποίο ο κοινοτικός νομοθέτης είχε υπόψη του όταν θέσπισε τις προστατευτικές διατάξεις της άνω Οδηγίας, β) εάν συμβάλλει στην επέκταση της πελατείας του αντισυμβαλλομένου του, επιτελών σε σημαντική έκταση καθήκοντα συγκρίσιμα με εκείνα του εμπορικού αντιπροσώπου, γ) εάν αναλαμβάνει την υποχρέωση να μην τον ανταγωνίζεται, δ) εάν το πελατολόγιό του κατά τη σύμβαση είναι σε γνώση του αντισυμβαλλομένου του και, μάλιστα, μετά τη λύση της σύμβασης διανομής περιέρχονται οι πελάτες του στον τελευταίο και ε) εάν, γενικώς, η οικονομική δράση του διανομέως και τα οικονομικά του οφέλη είναι όμοια με εκείνα του αντιπροσώπου.
- Κατά το άρθρο 9 του ΠΔ 219/1991 (άρθρα 17, 18 και 19 της Οδηγίας 86/653/ΕΟΚ), όπως διαμορφώθηκε με το ΠΔ 312/1995: «1. α. Ο εμπορικός αντιπρόσωπος δικαιούται μετά τη λύση της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας αποζημίωση, εάν και εφόσον κατά τη διάρκεια αυτής έφερε νέους πελάτες ή προήγαγε σημαντικά τις υποθέσεις με τους υπάρχοντες πελάτες και ο εντολέας διατηρεί ουσιαστικά οφέλη, που προκύπτουν από τις υποθέσεις με τους πελάτες αυτούς, και η καταβολή της αποζημίωσης αυτής είναι δίκαιη, λαμβανομένων υπόψη όλων των περιστάσεων και ιδιαίτερα των προμηθειών που χάνει ο εμπορικός αντιπρόσωπος και οι οποίες προκύπτουν από τις υποθέσεις με τους πελάτες αυτούς. Στις περιστάσεις αυτές συμπεριλαμβάνεται επίσης και η εφαρμογή ρήτρας μη ανταγωνισμού με την έννοια του άρθρου 10 του παρόντος, β) Το ποσό της αποζημίωσης αυτής δεν μπορεί να υπερβαίνει ποσό ισοδύναμο με το μέσο ετήσιο όριο των αμοιβών που εισέπραξε ο εμπορικός αντιπρόσωπος κατά τα πέντε τελευταία έτη, αν δε η σύμβαση διήρκεσε λιγότερο από πέντε έτη, η αποζημίωση υπολογίζεται με βάση το μέσο όρο της εν λόγω περιόδου, γ) Η χορήγηση αυτής της αποζημίωσης δεν στερεί από τον εμπορικό αντιπρόσωπο την αξίωση για την ανόρθωση της περαιτέρω ζημίας, την οποία υπέστη, όπως ορίζεται από τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα...».
- Κατά το άρθρο 11 του ΠΔ.219/1991 «οι διατάξεις του παρόντος Π.Δ/τος εφαρμόζονται στις συμβάσεις που συνάπτονται μετά την έναρξη της ισχύος του. Για τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των μερών από συμβάσεις που συνήφθηκαν πριν από την ισχύ του παρόντος Π.Δ/τος εφαρμόζονται οι διατάξεις αυτού την 1ην Ιανουαρίου 1994».
Από την αμέσως ανωτέρω διάταξη του άρθρου 9 ΠΔ 219/1991 συνάγεται ότι η αποζημίωση πελατείας είναι μία ιδιόρρυθμη αξίωση αμοιβής που κινείται μεταξύ δύο ισοδύναμων πόλων, εκείνου της αμοιβής και εκείνου της επιείκειας, οι οποίοι δικαιολογούν τον χαρακτηρισμό της ως ένα είδος εύλογης ή δίκαιης αποζημίωσης, όπως φαίνεται και από την άνω διατύπωση του άρθρου 9 παρ. 1 εδ. α΄ του ΠΔ 219/1991, όπως το εδ. α΄ αντικαταστάθηκε με το άρθρο 7 παρ. 1 του π.δ. 312/1995. Το άνω πραγματικό του άρθρου 9 θέτει τρείς ισοδύναμες προϋποθέσεις, οι οποίες πρέπει να συντρέχουν σωρευτικά: α) η εισφορά νέων πελατών ή η προαγωγή, σημαντικά, των υποθέσεων με τους υπάρχοντες πελάτες από τον εμπορικό αντιπρόσωπο κατά τη διάρκεια της σύμβασης, β) η διατήρηση ουσιαστικών ωφελειών από τον εντολέα - αντιπροσωπευόμενο, που προκύπτουν από τις υποθέσεις με τους πελάτες αυτούς μετά τη λύση της σύμβασης και γ) η καταβολή της αποζημιώσεως να είναι «δίκαιη», αν ληφθούν υπόψη όλες οι περιστάσεις κάθε μιας συγκεκριμένης περιπτώσεως και ιδιαίτερα οι προμήθειες που χάνει ο εμπορικός αντιπρόσωπος και οι οποίες προκύπτουν από τις υποθέσεις με τους πελάτες αυτούς. Τις άνω προϋποθέσεις γέννησης της απαίτησής του καλείται να επικαλεσθεί και να αποδείξει ο εμπορικός αντιπρόσωπος.
- Κατά το άρθρο 523 παρ. 1 ΚΠολΔ ο εφεσίβλητος μπορεί, και αφού περάσει η προθεσμία της έφεσης, να ασκήσει αντέφεση ως προς τα κεφάλαια της απόφασης που προσβάλλονται με την έφεση και ως προς εκείνα που συνέχονται αναγκαστικά με αυτά, και αν ακόμη αποδέχθηκε την απόφαση ή παραιτήθηκε από την έφεση. Κατά την κρατήσασα στο Δικαστήριο γνώμη από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με το άρθρο 522 ΚΠολΔ, προκύπτει, ότι η άσκηση της αντέφεσης για να είναι παραδεκτή πρέπει να αφορά τα κεφάλαια της απόφασης, που προσβάλλονται με την έφεση, ή τα αναγκαίως με αυτά συνεχόμενα, δηλαδή η άσκησή της πρέπει να βρίσκεται μέσα στα όρια του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης, αφού με την άσκησή της δεν μεταβιβάζεται στο σύνολό της η υπόθεση στο Εφετείο, αλλά μόνο κατά τα διαγραφόμενα με την έφεση όρια. Ως αναγκαίως συνεχόμενα προς τα εκκληθέντα κεφάλαια, πρέπει να θεωρηθούν οι διατάξεις της εκκληθείσας απόφασης, οι οποίες έχουν τέτοια συνάφεια με τις εκκληθείσες, είτε γιατί αποτελούν προκριματικό για την παραδοχή τους ζήτημα, είτε γιατί πηγάζουν από την αυτήν ιστορική αιτία και διαμορφώνουν ή προσδιορίζουν το περιεχόμενο εκείνων, έτσι ώστε τυχόν διάφορη επί των «συνεχομένων» αυτών κεφαλαίων κρίση του Εφετείου από εκείνη της πρωτόδικης απόφασης να επηρεάζει και την κρίση επί των εκκληθέντων με την έφεση κεφαλαίων (ΑΠ 1346/1985, ΑΠ 238/2001). Η αξίωση για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης αποτελεί αυτοτελές κεφάλαιο και ανεξάρτητο κάθε άλλης περιουσιακής ζημίας, η οποία επήλθε από την αδικοπραξία (ΑΠ 273/1966). Επομένως εάν εκκαλείται μόνον το κεφάλαιο της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης ως προς το ύψος του επιδικασθέντος ποσού μόνον αυτό μεταβιβάζεται στο Εφετείο και δεν είναι παραδεκτή η άσκηση αντέφεσης για το κεφάλαιο της αποζημίωσης για υλικές ζημίες, το οποίο δεν συνέχεται αναγκαστικά με το προηγούμενο (ΑΠ 1092/2002).
- Η αξίωση για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης αποτελεί αυτοτελές κεφάλαιο και ανεξάρτητο κάθε άλλης περιουσιακής ζημίας, η οποία επήλθε από την αδικοπραξία (ΑΠ 273/1966).

Διατάξεις:

ΑΚ: 361
ΚΠολΔ: 106, 522, 523, 559, 561
ΠΔ: 219/1991 άρθ. 1, 8, 9, 11, 249/1993, 88/1994, 312/1995 ΒΟΥΛΑΑριθμός 212/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α΄ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Σουλτανιά, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ιωάννη Βερέτσο, Χρήστο Γεωργαντόπουλο, Βασίλειο Ρήγα και Ιωάννη Παπανικολάου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Νοεμβρίου 2005, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει μεταξύ :

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «Ν. Ι. Θ. Α.Ε.», που εδρεύει στον Πειραιά και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γρηγόριο Πελεκάνο.

Της αναιρεσίβλητης: Εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία «Μ. Ρ.-ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ Ε.Π.Ε», που εδρεύει στην Αργυρούπολη Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Φραγκίσκο Αυγερινό, χωρίς να καταθέσει προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24-11-2000 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης και άλλων, οι οποίοι δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1725/2003 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 3811/2004 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 28 Σεπτεμβρίου 2004 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Παπανικολάου ανέγνωσε την από 7 Νοεμβρίου 2005 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Κατά το άρθρο 1 παρ. 2 του π.δ. 219/1991 «περί εμπορικών αντιπροσώπων», που εκδόθηκε σε συμμόρφωση προς την Οδηγία 86/653/ΕΟΚ του Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, όπως τροποποιήθηκε με τα π.δ. 249/1993, 88/1994 και 312/1995, για την εφαρμογή των διατάξεων του π.δ. αυτού, εμπορικός αντιπρόσωπος είναι εκείνος στον οποίο, υπό την ιδιότητά του ως ανεξάρτητου μεσολαβητή, ανατίθεται, σε μόνιμη βάση, είτε να διαπραγματεύεται για λογαριασμό άλλου προσώπου, το οποίο καλείται «αντιπροσωπευόμενος», την πώληση ή την αγορά εμπορευμάτων, είτε να διαπραγματεύεται και να συνάπτει τις πράξεις αυτές επ΄ονόματι και για λογαριασμό του αντιπροσωπευομένου. Η σχετική σύμβαση καταρτίζεται εγγράφως (άρθρο 8 παρ. 1α πδ 219/1991) και με αυτήν, όπως συνάγεται από την άνω διάταξη του άρθρου 1 παρ. 2 του πδ 219/1991, ο παραγωγός ή χονδρέμπορος αναθέτει, σε μόνιμη βάση, στον εμπορικό του αντιπρόσωπο, έναντι αμοιβής (προμήθειας), τη, συνήθως για ορισμένη περιοχή, μέριμνα των υποθέσεών του, η οποία, ως υποχρέωση του αντιπροσώπου, κατευθύνεται είτε στη διαπραγμάτευση είτε στη σύναψη συμβάσεως πωλήσεως ή αγοράς εμπορευμάτων στο όνομα και για λογαριασμό του αντιπροσωπευομένου. Περαιτέρω, δημιούργημα της σύγχρονης οικονομίας και μόρφωμα, που εξυπηρετεί τις συναλλακτικές ανάγκες της διεπιχειρησιακής συνεργασίας και είναι απόρροια της αρχής της ελευθερίας των συμβάσεων (ΑΚ 361) και ιδίως της ελευθερίας προσδιορισμού του περιεχομένου τους, αποτελεί και η σύμβαση αποκλειστικής διανομής, δηλαδή η ιδιόρρυθμη διαρκής ενοχική σύμβαση, κατά τη διάρκεια της οποίας ο ένας συμβαλλόμενος (παραγωγός ή χονδρέμπορος) υποχρεούται να πωλεί, αποκλειστικώς για μία ορισμένη περιοχή, στον άλλο (διανομέα) τα συμβατικά εμπορεύματα, τα οποία, στη συνέχεια, ο τελευταίος μεταπωλεί σε τρίτους στο δικό του όνομα, για δικό του λογαριασμό και με δικό του επιχειρησιακό κίνδυνο.
Από το συμβατικό αυτό δημιούργημα διακρίνεται η ρυθμιζόμενη από το ΠΔ 219/1991, όπως ισχύει, σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας, με την οποία ο παραγωγός ή χονδρέμπορος αναθέτει σε μόνιμη βάση στον εμπορικό αντιπρόσωπο έναντι αμοιβής (προμήθειας), να ενεργεί όπως προεκτέθηκε. Έτσι, σε αντίθεση με τον αποκλειστικό διανομέα, που συναλλάσσεται με τους τρίτους στο όνομα και για λογαριασμό του, αναλαμβάνοντας πλήρως τον επιχειρησιακό κίνδυνο, ο εμπορικός αντιπρόσωπος εκτελεί βοηθητική εργασία διαμεσολαβήσεως στο όνομα και για λογαριασμό του αντιπροσωπευομένου. Η σύμβαση αποκλειστικής διανομής δεν ρυθμίζεται ειδικώς στο νόμο, εφαρμόζονται, όμως, και σ΄ αυτή αναλόγως οι διατάξεις περί εντολής του ΑΚ και κατά περίπτωση, για την ταυτότητα του νομικού λόγου, οι ρυθμίσεις που ισχύουν για τη σύμβαση της εμπορικής αντιπροσωπείας, μεταξύ των οποίων και η κατωτέρω του άρθρου 9 του π.δ. 219/1991, όπως ισχύει, ιδίως α) εάν ο διανομέας ενεργεί ως τμήμα της εμπορικής οργάνωσης του αντισυμβαλλομένου του, έχοντας την ίδια ασθενή θέση και έντονη εξάρτηση από τον παραγωγό, αλλά και τον αυτό βαθμό ένταξης στο δίκτυο διανομής, με τον τύπο του εμπορικού αντιπροσώπου, τον οποίο ο κοινοτικός νομοθέτης είχε υπόψη του όταν θέσπισε τις προστατευτικές διατάξεις της άνω Οδηγίας, β) εάν συμβάλλει στην επέκταση της πελατείας του αντισυμβαλλομένου του, επιτελών σε σημαντική έκταση καθήκοντα συγκρίσιμα με εκείνα του εμπορικού αντιπροσώπου, γ) εάν αναλαμβάνει την υποχρέωση να μην τον ανταγωνίζεται, δ) εάν το πελατολόγιό του κατά τη σύμβαση είναι σε γνώση του αντισυμβαλλομένου του και, μάλιστα, μετά τη λύση της σύμβασης διανομής περιέρχονται οι πελάτες του στον τελευταίο και ε) εάν, γενικώς, η οικονομική δράση του διανομέως και τα οικονομικά του οφέλη είναι όμοια με εκείνα του αντιπροσώπου.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 9 του ΠΔ 219/1991 (άρθρα 17, 18 και 19 της Οδηγίας 86/653/ΕΟΚ), όπως διαμορφώθηκε με το ΠΔ 312/1995: «1. α. Ο εμπορικός αντιπρόσωπος δικαιούται μετά τη λύση της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας αποζημίωση, εάν και εφόσον κατά τη διάρκεια αυτής έφερε νέους πελάτες ή προήγαγε σημαντικά τις υποθέσεις με τους υπάρχοντες πελάτες και ο εντολέας διατηρεί ουσιαστικά οφέλη, που προκύπτουν από τις υποθέσεις με τους πελάτες αυτούς, και η καταβολή της αποζημίωσης αυτής είναι δίκαιη, λαμβανομένων υπόψη όλων των περιστάσεων και ιδιαίτερα των προμηθειών που χάνει ο εμπορικός αντιπρόσωπος και οι οποίες προκύπτουν από τις υποθέσεις με τους πελάτες αυτούς. Στις περιστάσεις αυτές συμπεριλαμβάνεται επίσης και η εφαρμογή ρήτρας μη ανταγωνισμού με την έννοια του άρθρου 10 του παρόντος, β) Το ποσό της αποζημίωσης αυτής δεν μπορεί να υπερβαίνει ποσό ισοδύναμο με το μέσο ετήσιο όριο των αμοιβών που εισέπραξε ο εμπορικός αντιπρόσωπος κατά τα πέντε τελευταία έτη, αν δε η σύμβαση διήρκεσε λιγότερο από πέντε έτη, η αποζημίωση υπολογίζεται με βάση το μέσο όρο της εν λόγω περιόδου, γ) Η χορήγηση αυτής της αποζημίωσης δεν στερεί από τον εμπορικό αντιπρόσωπο την αξίωση για την ανόρθωση της περαιτέρω ζημίας, την οποία υπέστη, όπως ορίζεται από τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα...».
Ακόμη, κατά το άρθρο 11 του ΠΔ.219/1991 «οι διατάξεις του παρόντος Π.Δ/τος εφαρμόζονται στις συμβάσεις που συνάπτονται μετά την έναρξη της ισχύος του. Για τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των μερών από συμβάσεις που συνήφθηκαν πριν από την ισχύ του παρόντος Π.Δ/τος εφαρμόζονται οι διατάξεις αυτού την 1ην Ιανουαρίου 1994».
Από την αμέσως ανωτέρω διάταξη του άρθρου 9 ΠΔ 219/1991 συνάγεται ότι η αποζημίωση πελατείας είναι μία ιδιόρρυθμη αξίωση αμοιβής που κινείται μεταξύ δύο ισοδύναμων πόλων, εκείνου της αμοιβής και εκείνου της επιείκειας, οι οποίοι δικαιολογούν τον χαρακτηρισμό της ως ένα είδος εύλογης ή δίκαιης αποζημίωσης, όπως φαίνεται και από την άνω διατύπωση του άρθρου 9 παρ. 1 εδ. α΄του ΠΔ 219/1991, όπως το εδ. α΄αντικαταστάθηκε με το άρθρο 7 παρ. 1 του π.δ. 312/1995. Το άνω πραγματικό του άρθρου 9 θέτει τρείς ισοδύναμες προϋποθέσεις, οι οποίες πρέπει να συντρέχουν σωρευτικά: α) η εισφορά νέων πελατών ή η προαγωγή, σημαντικά, των υποθέσεων με τους υπάρχοντες πελάτες από τον εμπορικό αντιπρόσωπο κατά τη διάρκεια της σύμβασης, β) η διατήρηση ουσιαστικών ωφελειών από τον εντολέα - αντιπροσωπευόμενο, που προκύπτουν από τις υποθέσεις με τους πελάτες αυτούς μετά τη λύση της σύμβασης και γ) η καταβολή της αποζημιώσεως να είναι «δίκαιη», αν ληφθούν υπόψη όλες οι περιστάσεις κάθε μιας συγκεκριμένης περιπτώσεως και ιδιαίτερα οι προμήθειες που χάνει ο εμπορικός αντιπρόσωπος και οι οποίες προκύπτουν από τις υποθέσεις με τους πελάτες αυτούς. Τις άνω προϋποθέσεις γέννησης της απαίτησής του καλείται να επικαλεσθεί και να αποδείξει ο εμπορικός αντιπρόσωπος.
Τέλος, με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λ.π. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ΄ουσίαν (Ολ.ΑΠ 27 και 28/1998).
Εν προκειμένω το Εφετείο δέχθηκε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, όσον αφορά την εκτίμηση των αποδείξεων, τα εξής: Η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα είναι η επιχείρηση που είχε κατ’ αποκλειστικότητα την εισαγωγή, αντιπροσωπεία και διανομή στην Ελλάδα των αυτοκινήτων NISSAN, ως αντιπρόσωπος της Ολλανδικής εταιρίας NISSAN EUROPE NV. Το έτος 1987 με προφορική σύμβαση που κατάρτισε με την πρώτη ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη ανέθεσε στην τελευταία α) την πώληση - διάθεση στην αγορά καινούριων αυτοκινήτων προερχομένων αποκλειστικά από την αναιρεσείουσα, β) την μεταπώληση των ανταλλακτικών που θα προμηθευόταν από τον ίδιο προμηθευτή (αναιρεσείουσα) και θα προορίζονταν για τα άνω «προϊόντα συμφωνίας» (αυτοκίνητα NISSAN) και γ) την επισκευή και συντήρηση των «προϊόντων της συμφωνίας» με ειδικευμένο τεχνικό προσωπικό πριν και μετά την πώλησή τους. Η σύμβαση αυτή μεταξύ των διαδίκων τούτων, η οποία αργότερα περιβλήθηκε τον έγγραφο τύπο (ιδιωτικό συμφωνητικό) έχει τον χαρακτήρα της εμπορικής αντιπροσωπείας, με τη μορφή της διαμεσολάβησης, κατά το μέρος της που αφορά τη διακίνηση (πώληση αυτοκινήτων) και αποκλειστικής διανομής όσον αφορά την πώληση ανταλλακτικών. Η αναιρεσίβλητη για την επίτευξη των σκοπών της πιο πάνω σύμβασης διέθεσε ιδιόκτητο κατάστημα στη Λ. Β. αριθ. 599 για τη στέγαση των γραφείων και της έκθεσης αυτοκινήτων, καθώς και άλλο κατάστημα για την εμπορία ανταλλακτικών και το συνεργείο αυτοκινήτων.
Στις 26.11.1999 η αναιρεσείουσα κατάγγειλε την εν λόγω σύμβαση, παρέλαβε από το κατάστημα της αναιρεσίβλητης τις επιγραφές της με τα σήματα NISSAN και σταμάτησε έκτοτε να προμηθεύει την αναιρεσίβλητη με αυτοκίνητα προς έκθεση για πώληση, καθώς και με ανταλλακτικά. Η αναιρεσίβλητη εταιρία κατά τη μακρόχρονη (δωδεκαετή) αντιπροσώπευση της εναγομένης (1987 - 1999), ανέπτυξε επιτυχή επιχειρηματική δράση και συνέβαλε ουσιωδώς στην προσπόριση σημαντικών κερδών και στις δύο, με προσέλκυση πολυπληθούς πελατείας και στους τρείς τομείς της εμπορίας τους, ήτοι στην πώληση αυτοκινήτων, στην πώληση ανταλλακτικών και στην παροχή υπηρεσιών συντήρησης και επισκευής των οχημάτων. Όσον αφορά τα αυτοκίνητα, ως πωλήτρια αυτών ενεργούσε η εναγομένη, ο ρόλος δε της πρώτης ενάγουσας συνίστατο στη διεξαγωγή των διαπραγματεύσεων με τους υποψήφιους αγοραστές (στο εμπορικό της κατάστημα). Για τη διαμεσολάβησή της αυτή, της καταβαλλόταν από την αντιπροσωπευόμενη εταιρεία μέρος του επιτυγχανόμενου κέρδους (προμήθεια), η οποία, κατά την προηγηθείσα της καταγγελίας της συμβάσεως πενταετία, ανερχόταν σε 16.985.402 δραχμές ετησίως, κατά μέσον όρο. Διαφορετική ήταν η λειτουργία της ένδικης συμφωνίας ως προς τα ανταλλακτικά των αυτοκινήτων, αφού η πρώτη ενάγουσα (διανομέας) αγόραζε αυτά από την εναγομένη εισαγωγέα και τα μεταπωλούσε είτε ευθέως στους ενδιαφερομένους, είτε δια του συνεργείου, επισκευής και συντήρησης οχημάτων, το οποίο διατηρούσε στο όνομα παρένθετου νομικού προσώπου. Η δράση αυτή (μεταπώληση ανταλλακτικών) απέφερε στην πρώτη ενάγουσα κατά την τελευταία πενταετία, ετήσια καθαρά κέρδη 6.279.883 δραχμών κατά μέσον όρο. Βεβαίως, η πρώτη ενάγουσα δεν ήταν η αποκλειστική δημιουργός της πελατείας αυτής, αφού ενεργούσε στα πλαίσια οργανωμένης από την εναγομένη εμπορικής και διαφημιστικής πολιτικής και προωθούσε στην αγορά εμπορεύματα (αυτοκίνητα) πανελληνίως (και παγκοσμίως) γνωστού τύπου. Το σύνολο της προαναφερόμενης νέας πελατείας που δημιούργησε η αναιρεσίβλητη (η οποία υπερέβαινε συνολικώς τα 5.000 πρόσωπα) παρέμεινε αποκλειστικώς εις όφελος της αναιρεσείουσας, αφού αυτή μεν άνοιξε, αμέσως μετά την καταγγελία της σύμβασης, δια παρενθέτων προσώπων, (δύο) καταστήματα πολύ κοντά σε εκείνα της πρώτης ενάγουσας, δια των οποίων διακινεί αυτοκίνητα και ανταλλακτικά του ιδίου εργοστασίου, η δε πρώτη ενάγουσα εταιρία διέλυσε την επιχείρησή της και πώλησε τα καταστήματά της.
Συνεχίζει δε το Εφετείο τις παραδοχές του ως εξής: Κατά τη σύναψη της ένδικης σύμβασης μεταξύ των διαδίκων εταιρειών, η ενάγουσα είχε αναλάβει -πλέον των βασικών- και πολυάριθμες πρόσθετες υποχρεώσεις και δεσμεύσεις, τις οποίες και τήρησε σ΄όλο το διάστημα της δωδεκαετούς συνεργασίας τους. Χαρακτηριστικές, μάλιστα, είναι οι δεσμεύσεις που ανέλαβε η αναιρεσίβλητη με την εν λόγω σύμβαση στο γραπτό κείμενό της και ειδικότερα αυτή ανέλαβε την υποχρέωση, για την καλύτερη απόδοση της οργάνωσής της, να παρέχει στην αναιρεσείουσα τα έγγραφα που η τελευταία μπορεί αιτιολογημένα να ζητάει, ώστε να βεβαιώνεται ότι δεν υπάρχει οποιαδήποτε μορφή παράβασης της απαγόρευσης πωλήσεων των προϊόντων της σύμβασης σε μεταπωλητές ή της απαγόρευσης πωλήσεων άλλων ανταγωνιστικών προϊόντων. Και, επίσης, ότι η αναιρεσείουσα δικαιούτο να αποστέλλει οποτεδήποτε σε εργάσιμο χρόνο δικούς της ή ανεξάρτητους λογιστές για να εξετάζουν τις λογιστικές εγγραφές, τα λογιστικά βιβλία, τους φακέλλους, τις συμβάσεις και όλα τα έγγραφα που σχετίζονται με την εμπορική δραστηριότητα της αναιρεσίβλητης. Και καταλήγει το Εφετείο ότι ενόψει όλων αυτών κρίνεται δίκαιο και εύλογο να επιδικασθεί στην πρώτη ενάγουσα, ως αποζημίωση πελατείας, το ποσό των δραχμών 20.000.000. Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο εξαφάνισε την εκκαλουμένη, που είχε απορρίψει το σχετικό αγωγικό αίτημα ως αόριστο, και κατά μερική ουσιαστική παραδοχή του επιδίκασε στην αναιρεσίβλητη, για την αιτία αυτή, το εν λόγω ποσό σε βάρος της αναιρεσείουσας.
Κατ΄ακολουθίαν τούτων, το Εφετείο με τις εν λόγω παραδοχές του δεν παραβίασε ευθέως με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή την άνω διάταξη του άρθρου 9 του ΠΔ 219/1991 και εντεύθεν οι υποστηρίζοντες τα αντίθετα πρώτος και δεύτερος λόγοι αναίρεσης (κατά το νοηματικό πρώτο μέρος τους), από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι αβάσιμοι. Οι ίδιοι λόγοι κατά το νοηματικά δεύτερο μέρος τους, με το οποίο αυτοί πλήττουν την αναιρεσιβαλλομένη για κακή εκτίμηση των αποδείξεων, αφού η εκτίμηση αυτή δεν έγινε, κατά την αναιρεσείουσα, με πλήρη εφαρμογή της έκθεσης της Επιτροπής των Ε.Κ. της 23.7.1996, σχετικά με τη μέθοδο υλοποίησης του άρθρου 17 της Οδηγίας 86/653/ΕΟΚ από τα γερμανικά (κυρίως) δικαστήρια και ιδίως για εσφαλμένη μη εκτίμηση των αναφερόμενων στους λόγους αυτούς συντελεστών υπολογισμού με ακρίβεια της αποζημιώσεως αυτής, με αποτέλεσμα να υπολογίσει (η προσβαλλομένη) εσφαλμένα την οφειλόμενη αποζημίωση πελατείας για τα αυτοκίνητα και τα ανταλλακτικά, είναι απαράδεκτοι κατά την ΚΠολΔ 561 παρ.1.
Αλλά και ο τρίτος λόγος της αίτησης αναίρεσης είναι απαράδεκτος κατά την ίδια διάταξη της ΚΠολΔ 561 παρ. 1, αφού η αναιρεσείουσα, υπό την επίκληση πλημμέλειας της προσβαλλομένης από τον αριθμό 1 της ΚΠολΔ 559, σε σχέση με την εφαρμογή του άρθρου 9 του ΠΔ 219/1991, πλήττει την ίδια απόφαση για λανθασμένη εκτίμηση των αποδείξεων, με αποτέλεσμα να δεχθεί ότι η μεταπώληση ανταλλακτικών από την αναιρεσίβλητη απέφερε σ΄αυτή, κατά την τελευταία πενταετία πριν την καταγγελία, ετήσια καθαρά κέρδη 6.279.883 δραχμών κατά μέσον όρο, ενώ, κατά την αναιρεσείουσα, αν εκτιμούσε σωστά τις αποδείξεις, έπρεπε να μη συνυπολογίσει το κέρδος αυτό, το οποίο στην πραγματικότητα ανήκε σε τρίτη εταιρεία με την επωνυμία «Ε. Α. και Σια Ο.Ε.».
ΙΙ. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 12 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων. Ο λόγος αυτός ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα δύναμη αποδείξεως μικρότερη ή μεγαλύτερη από εκείνη που δεσμευτικά γι΄ αυτό (δικαστήριο) καθορίζει ο νόμος και δεν στοιχειοθετείται όταν το δικαστήριο, εκτιμώντας ελεύθερα τις αποδείξεις, όπως έχει δικαίωμα από το νόμο (άρθρο 340 ΚΠολΔ), αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα, που κατά νόμο έχουν την ίδια αποδεικτική δύναμη με άλλα, μεγαλύτερη βαρύτητα ή αξιοπιστία.
Εν προκειμένω, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την αναφερόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαίωσή του, ότι για το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος έλαβε υπόψη του τα αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, ήτοι την εκτιθέμενη δικαστική ομολογία της αναιρεσείουσας, το σύνολο των προσκομιζόμενων με επίκληση εγγράφων και τις οικείες καταθέσεις των μαρτύρων, σε συνδυασμό με τις ανωτέρω παραδοχές του, συνάγεται, αναμφίβολα, ότι δεν προσέδωσε το δικαστήριο εκείνο πλήρη απόδειξη, κατά την ΚΠολΔ 448 παρ. 1, σε οικονομικές καταστάσεις, όσον αφορά τα αναγραφόμενα σ΄αυτές οικονομικά στοιχεία, καίτοι τα τελευταία δεν είχαν εξαχθεί από τα επίσημα εμπορικά βιβλία της αναιρεσίβλητης και έτσι δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια από τον αριθμό 12 της ΚΠολΔ 559, αφού δεν προσέδωσε σε ιδιωτικό έγγραφο πλήρη απόδειξη που δεν την είχε εκ του νόμου, ο δε περί του αντιθέτου τέταρτος λόγος της αναίρεσης από τον αρ. 12 της ΚΠολΔ 559 είναι αβάσιμος.
III. Ο από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο, κατ΄ εσφαλμένη εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, αποτελεί δε μέσο διασφαλίσεως της τηρήσεως του συζητητικού συστήματος (ΚΠολΔ 106) και της αρχής της εκατέρωθεν ακροάσεως. Ως «πράγματα» νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί που τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος. Επομένως, ο λόγος αυτός αναίρεσης, με την ειδικότερη μορφή της λήψης υπόψη ουσιωδών πραγμάτων μη προταθέντων, ιδρύεται και επί λήψεως υπόψη κρίσιμων γεγονότων μη περιεχόμενων στην αγωγή για τη θεμελίωσή της.
Εν προκειμένω, η αναιρεσιβαλλομένη δέχθηκε, όπως αναλυτικά προαναφέρθηκε, ως κρίσιμο περιστατικό, θεμελιωτικό της αγωγής, σε σχέση με το αίτημά της για αποζημίωση πελατείας, ότι το σύνολο της νέας πελατείας που δημιούργησε η αναιρεσίβλητη εις όφελος της αναιρεσείουσας, κατά τη διάρκεια της δωδεκαετούς συνεργασίας τους, υπερέβαινε, κατ΄αριθμό, τα 5.000 πρόσωπα. Όπως δε προκύπτει από την ένδικη αγωγή η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη επικαλείται το ουσιώδες αυτό περιστατικό και μάλιστα προσδιορίζει τον αριθμό των νέων πελατών, που δημιούργησε αυτή, από την εκτιθέμενη εμπορική της δραστηριότητα, στα πλαίσια της εκτέλεσης της επίμαχης σύμβασής της με την αναιρεσείουσα, σε 5.150 άτομα. Επομένως, η αναιρεσιβαλλομένη έλαβε υπόψη της προταθέντα αγωγικό ισχυρισμό, ο δε περί του αντιθέτου από τον αριθμό 8 περ. α΄της ΚΠολΔ 559 πέμπτος λόγος αναίρεσης, κατά το πρώτο μέρος του, είναι αβάσιμος. Αλλά και κατά το δεύτερο μέρος του ο αυτός λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 περ. β΄της ΚΠολΔ 559, ως εκ του ότι, κατά την αναιρεσείουσα, η προσβαλλομένη δεν έλαβε υπόψη την ένστασή της, που προτάθηκε με τις κατ΄έφεση προτάσεις της, περί αοριστίας της αγωγής, όσον αφορά το αίτημά της για επιδίκαση αποζημίωσης πελατείας, είναι αβάσιμο, γιατί, όπως σαφώς προκύπτει από την προσβαλλομένη, το Εφετείο έλαβε υπόψη του την ένσταση αυτή και την απέρριψεν ως αβάσιμη, δεχθείσα λόγο έφεσης της αναιρεσίβλητης, με τον οποίον παραπονείτο για την απόρριψη ως αορίστου του εν λόγω αγωγικού αιτήματος από την εκκαλουμένη.
IV. Κατά το άρθρο 523 παρ. 1 ΚΠολΔ ο εφεσίβλητος μπορεί, και αφού περάσει η προθεσμία της έφεσης, να ασκήσει αντέφεση ως προς τα κεφάλαια της απόφασης που προσβάλλονται με την έφεση και ως προς εκείνα που συνέχονται αναγκαστικά με αυτά, και αν ακόμη αποδέχθηκε την απόφαση ή παραιτήθηκε από την έφεση. Κατά την κρατήσασα στο Δικαστήριο γνώμη από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με το άρθρο 522 ΚΠολΔ, προκύπτει, ότι η άσκηση της αντέφεσης για να είναι παραδεκτή πρέπει να αφορά τα κεφάλαια της απόφασης, που προσβάλλονται με την έφεση, ή τα αναγκαίως με αυτά συνεχόμενα, δηλαδή η άσκησή της πρέπει να βρίσκεται μέσα στα όρια του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης, αφού με την άσκησή της δεν μεταβιβάζεται στο σύνολό της η υπόθεση στο Εφετείο, αλλά μόνο κατά τα διαγραφόμενα με την έφεση όρια. Ως αναγκαίως συνεχόμενα προς τα εκκληθέντα κεφάλαια, πρέπει να θεωρηθούν οι διατάξεις της εκκληθείσας απόφασης, οι οποίες έχουν τέτοια συνάφεια με τις εκκληθείσες, είτε γιατί αποτελούν προκριματικό για την παραδοχή τους ζήτημα, είτε γιατί πηγάζουν από την αυτήν ιστορική αιτία και διαμορφώνουν ή προσδιορίζουν το περιεχόμενο εκείνων, έτσι ώστε τυχόν διάφορη επί των «συνεχομένων» αυτών κεφαλαίων κρίση του Εφετείου από εκείνη της πρωτόδικης απόφασης να επηρεάζει και την κρίση επί των εκκληθέντων με την έφεση κεφαλαίων (ΑΠ 1346/1985, ΑΠ 238/2001). Η αξίωση για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης αποτελεί αυτοτελές κεφάλαιο και ανεξάρτητο κάθε άλλης περιουσιακής ζημίας, η οποία επήλθε από την αδικοπραξία (ΑΠ 273/1966). Επομένως εάν εκκαλείται μόνον το κεφάλαιο της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης ως προς το ύψος του επιδικασθέντος ποσού μόνον αυτό μεταβιβάζεται στο Εφετείο και δεν είναι παραδεκτή η άσκηση αντέφεσης για το κεφάλαιο της αποζημίωσης για υλικές ζημίες, το οποίο δεν συνέχεται αναγκαστικά με το προηγούμενο (ΑΠ 1092/2002).
Εν προκειμένω, με την πρωτόδικη απόφαση, κατά μερική παραδοχή σχετικών αγωγικών αιτημάτων, επιδικάστηκαν στην ήδη αναιρεσίβλητη και σε βάρος της αναιρεσείουσας τα αναφερόμενα σ΄αυτή (εκκαλουμένη) ποσά ως αποζημίωση για υλικές ζημίες, αλλά και για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, λόγω της γενομένης δεκτής αδικοπραξίας της δεύτερης κατά της πρώτης. Η αναιρεσίβλητη με λόγο έφεσης προσέβαλε το κεφάλαιο της χρηματικής αποζημίωσης λόγω ηθικής βλάβης μόνον ως προς το ύψος του επιδικασθέντος ποσού και ζήτησε την επιδίκαση μεγαλύτερου ποσού. Κατά της ίδιας απόφασης άσκησε αντέφεση (μετά την πάροδο της προθεσμίας της έφεσης) η αναιρεσείουσα με ιδιαίτερο δικόγραφο πλήξασα και το κεφάλαιο της αποζημίωσης για υλικές ζημίες ως προς το παράνομο της αποδιδόμενης σ΄ αυτήν συμπεριφοράς και την υπαιτιότητά της και ως προς το ύψος του επιδικασθέντος σχετικώς ποσού. Η αντέφεση αυτή κατά τούτο είναι απαράδεκτη, διότι το προσβληθέν με την έφεση κεφάλαιο της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, όσον αφορά το ύψος του επιδικασθέντος ποσού, δεν ταυτίζεται ούτε συνέχεται αναγκαίως με το πληττόμενο με την αντέφεση κεφάλαιο της αποζημίωσης για υλικές ζημίες, όσον αφορά την παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά της αναιρεσείουσας και το ύψος του επιδικασθέντος σχετικώς ποσού. Συνεπώς, το Εφετείο, που αποφάνθηκε ομοίως και απέρριψε την αντέφεση ως απαράδεκτη κατά το λόγο της που έπληττε το κεφάλαιο της αποζημίωσης για υλικές ζημίες σωστά εφάρμοσε τις ΚΠολΔ 522 και 523 παρ. 1 και δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια από τον αριθμό 14 της ΚΠολΔ 559, με την έννοια ότι παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτο, ο δε περί του αντιθέτου από τη διάταξη αυτή τελευταίος λόγος αναίρεσης, όπως νοηματικά εκτιμάται, είναι αβάσιμος.
Αν ο λόγος αυτός νοηθεί από τον αριθμό 8 της ΚΠολΔ 559 είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού το Εφετείο έλαβε υπόψη του το λόγο αυτόν της αντέφεσης και τον απέρριψεν ως απαράδεκτο. Ένα, όμως, μέλος του Δικαστηρίου, ο Αρεοπαγίτης Βασίλειος Ρήγας έχει την εξής γνώμη ως προς τον τελευταίο αυτό λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ: κατά το άρθρο 523 παρ. 1 ΚΠολΔ, ο εφεσίβλητος μπορεί και μετά την πάροδο της προθεσμίας της εφέσεως να ασκήσει αντέφεση ως προς τα κεφάλαια της αποφάσεως που προσεβλήθησαν με την έφεση ή ως προς τα αναγκαίως συνεχόμενα με αυτά. Κατά την έννοια του νόμου, πορισθέντος τόσον τον όρο «αναγκαίως συνεχόμενα κεφάλαια», όσον και την εισαχθείσα ρύθμιση εκ νομοθετικών, ερμηνευτικών και νομολογιακών πηγών, αναφερομένων στη συνάφεια, το παρεπόμενο, την εξάρτηση κλπ των κεφαλαίων, ως αναγκαίως συνεχόμενα κεφάλαια πρέπει να θεωρηθούν τα στενώς συναπτόμενα κεφάλαια, αφού οι έννοιες «συνέχεια» και «αναγκαιότητα» της συνεχείας ή της συναφείας, δεν περιέχουν κατάλληλα προς δικονομική αξιολόγηση του υφισταμένου συνδέσμου των δύο κεφαλαίων στοιχεία, δεδομένου ότι η μεν «συνέχεια» μπορεί να είναι και εξωτερική, η δε «αναγκαιότητα» μπορεί να νοηθεί και αιτιοκρατικώς, ενώ ο νομοθέτης προδήλως αποκλείει τον υπό την πρώτη έννοια σύνδεσμο των κεφαλαίων, χωρίς όμως και να τον περιορίζει επί της αιτιώδους σχέσεως αυτών, σκοπών γενικώς στον περιορισμό της επεκτάσεως του δευτεροβαθμίου ελέγχου, επί ασκήσεως αντεφέσεως, μόνο σε όμορα και εσωτερικώς συνδεόμενα κεφάλαια. Έτσι, η απαιτουμένη εν προκειμένω στενή συνάφεια συντρέχει όταν τα δύο κεφάλαια της προσβαλλομένης πρωτόδικης αποφάσεως αφορούν επιδικασθείσες ή αποδικασθείσες αξιώσεις, βασιζόμενες στην αυτή γενεσιουργό ιστορική αιτία, νοουμένη ως ακολουθία γεγονότων, σχέσεων και καταστάσεων, που τελούν σε θετική και δυναμική συνάρτηση κατ΄ ουσίαν, τόπο, χρόνο και συνέπειες ως προς τα πρόσωπα των διαδίκων, η δε σχέση της δικονομικής νομιμοποιήσεως της προσβολής του ενός εκ της προσβολής του ετέρου, ως διαδικαστική προϋπόθεση του παραδεκτού της αντεφέσεως, λειτουργεί αμφιμερώς, ισοδυνάμως και αμοιβαίως, υπό την έννοια ότι η προσβολή οιουδήποτε τούτων νομιμοποιεί την προσβολή, δι΄αντεφέσεως, του ετέρου και όχι υπό την έννοια της νομιμοποιήσεως μόνον της προσβολής του προκριματικού ή του παρεπομένου κεφαλαίου εκ της προσβολής του κυρίου. Η άποψη αυτή, εξάλλου, δεν συνεπάγεται υπέρβαση του αντικειμένου της έκκλητης δίκης, αφού το αντικείμενο της δίκης, ως δογματικό δημιούργημα με ποικίλον κατά περίπτωση και υπό του νόμου προσδιοριζόμενο εκάστοτε περιεχόμενο, αποτελεί παράγωγο και πολύσημη έννοια και όχι πρωταρχική υπέρτερης αξίας αρχή, φαλκιδεύσουσα εξ υπαρχής τα όρια της διαγνωστικής εμβέλειας του εφετείου. Βάσει τούτων, οι εξ αδικοπραξίας γεννώμενες αξιώσεις αποζημιώσεως για την υλική ζημία και χρηματικής ικανοποιήσεως για την ηθική βλάβη, ως ερειδόμενες επί του αυτού ενιαίου και αδιασπάστου ιστορικού πεδίου, αποτελούσες μάλιστα συνάλληλες έννοιες, ανήκουσες στην υπερβεβηκυΐα έννοια της εξ αδικήματος αξιώσεως αποκαταστάσεως, συνάπτονται στενώς, με εκείθεν συνέπεια οι επ΄αυτών κρίσεις της πρωτόδικης αποφάσεως να αποτελούν «αναγκαίως συνεχόμενα κεφάλαια», ώστε η δι΄ εφέσεως προσβολή οιουδήποτε τούτων να καθιστά παραδεκτή την δι΄αντεφέσεως προσβολή του ετέρου.
Κατ΄ακολουθίαν των ανωτέρω, στην προκειμένη περίπτωση η αντέφεση της αναιρεσειούσης ως προς το κεφάλαιο της υλικής ζημίας, εφόσον είχε προσβληθεί δια της εφέσεως της αναιρεσίβλητης το κεφάλαιο της ηθικής βλάβης, έπρεπε να κριθεί ως παραδεκτή από το Εφετείο και συνεπώς τούτο, κρίναν αντιθέτως, υπέπεσε στην πλημμέλεια της παρά το νόμο κηρύξεως απαραδέκτου.
V. Κατ΄ακολουθίαν τούτων πρέπει να απορριφθεί η αναίρεση και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, κατά το βάσιμο αίτημα της τελευταίας (ΚΠολΔ 176, 183, 191 παρ.2).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 28.9.2004 αίτηση της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία «Ν. Ι. Θ. Α.Ε.» για αναίρεση της 3811/2004 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει στο ποσό των εξακοσίων πενήντα (650) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Δεκεμβρίου 2005.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 6 Φεβρουαρίου 2006.