1. Skip to Main Menu
  2. Skip to Content
  3. Skip to Footer
Καλως ήρθατε στο ανανεωμένο FOGGS.gr

Έννοια και κύρια χαρακτηριστικά σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας.

 E-mail

Έννοια και κύρια χαρακτηριστικά σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας. Η σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας μπορεί να είναι ορισμένου ή αορίστου χρόνου. Τακτική και έκτακτη καταγγελία της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας. Αποτελέσματα αυτής. Αποζημίωση πελατείας μετά τη λύση της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας. Πότε τη δικαιούται και πότε δεν μπορεί να έχει τέτοια αξίωση ο εμπορικός αντιπρόσωπος.
Διάκριση σύμβασης αποκλειστικής εμπορικής αντιπροσωπείας και σύμβασης αποκλειστικής εμπορικής διανομής. Διαφορές που υπάρχουν μεταξύ τους. Έννοια και χαρακτηριστικά σύμβασης αποκλειστικής εμπορικής διανομής. Νομοθετικό πλαίσιο της σύμβασης διανομής.
Αξίωση εμπορικού αντιπροσώπου για αποζημίωση από αδικοπραξία. Προϋποθέσεις.
Καταχρηστική καταγγελία (281 ΑΚ) διαρκούς σύμβασης και δικαιώματα απορρέοντα εξ αυτής.
Νατάσα-(Απόσπασμα)

Αριθμ. 3539/2005

Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών

Προεδρεύων: Γ. Λάλας, Πρόεδρος Πρωτοδικών
Εισηγητής: Γ. Μαλλής, Πρωτοδίκης
Δικηγόροι: Λ. Μαραβέλης -1. Κοντούλας, Α. Δοκόπουλος
[...Η σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας είναι η σύμβαση με την οποία τρίτος που αποκαλείται εμπορικός αντιπρόσωπος, αναλαμβάνει έναντι αμοιβής (προμήθειας), σε μόνιμη βάση (για ορισμένο ή αόριστο χρόνο), με την ιδιότητα του ανεξάρτητου μεσολαβητή είτε να διαπραγματεύεται, για λογαριασμό του αντιπροσωπευόμενου την πώληση ή την αγορά εμπορευμάτων είτε να διαπραγματεύεται και να συνάπτει τις πράξεις αυτές στο όνομα και για λογαριασμό του αντιπροσωπευόμενου. Έτσι, βασικά χαρακτηριστικά της σύμβασης αυτής είναι: ο αμφοτεροβαρής χαρακτήρας της, η σταθερότητα της σχέσης, η διάρκεια της παροχής του εμπορικού αντιπροσώπου, η αυτοτέλεια και ανεξαρτησία της παροχής του τελευταίου (οργανώνει ελεύθερα την εμπορική του δραστηριότητα, έχει δική του επαγγελματική στέγη, μπορεί να διατηρεί δίκτυο υποαντιπροσώπων) και η ενέργειά του στο όνομα και για λογαριασμό του αντιπροσωπευόμενου, που αποτελεί το κύριο εννοιολογικό στοιχείο της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας, δεδομένου ότι τα υπόλοιπα χαρακτηριστικά δεν είναι σταθερά ούτε ασφαλή. Η σύμβαση αυτή, ήδη, ρυθμίζεται από το ΠΔ 219/1991 «περί εμπορικών αντιπροσώπων σε συμμόρφωση προς την Οδηγία 86/653/ΕΟΚ του Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων», όπως ισχύει μετά από τα ΠΔ 249/1993, 88/1994 και 312/1995. Η σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας μπορεί να είναι είτε ορισμένου, είτε αορίστου χρόνου (άρθρο 8 παρ. 1 α), ενώ η σύμβαση ορισμένου χρόνου, την οποία τα μέρη συνεχίζουν να εκτελούν μετά τη λήξη της, θεωρείται ότι μετατρέπεται σε σύμβαση αορίστου χρόνου (άρθρο 8 παρ. 2). Η σύμβαση αορίστου χρόνου, και τέτοια αποτελεί και η σύμβαση ορισμένου χρόνου την οποία συνεχίζουν να εκτελούν τα δύο μέρη, λύεται με τακτική καταγγελία από καθένα από τους συμβαλλόμενους (άρθρο 8 παρ. 3 και 7), με το οριζόμενο χρονικό διάστημα προμήνυσης, που είναι ένας μήνας για το πρώτο έτος της σύμβασης, δύο μήνες από την αρχή του δεύτερου έτους, τρεις μήνες από την αρχή του τρίτου έτους, τέσσερις μήνες από την αρχή του τέταρτου έτους, πέντε μήνες από την αρχή του πέμπτου έτους και έξι μήνες από την αρχή του έκτου και τα επόμενα έτη (άρθρο 8 παρ. 4 εδ. α'), ενώ δεν είναι δυνατόν να οριστούν μικρότερες προθεσμίες με συμφωνία των συμβαλλόμενων (άρθρο 8 παρ. 4 εδ. β'), ενώ στην περίπτωση μετατροπής της ορισμένου χρόνου σύμβασης σε αορίστου χρόνου υπολογίζεται για την προθεσμία και ο προηγούμενος ορισμένος χρόνος (άρθρο 8 παρ. 7). Εξάλλου, στο άρθρο 8 παρ. 8 του ως άνω ΠΔ ορίζεται ότι «Η σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας μπορεί να καταγγελθεί κατά πάντα χρόνο και χωρίς την τήρηση των προθεσμιών της παρ. 4 σε περίπτωση κατά την οποία ένα εκ των μέρων παραλείψει την εκτέλεση του συνόλου ή μέρος των συμβατικών υποχρεώσεων, καθώς και σε περίπτωση εκτάκτων περιστάσεων». Από τις διατάξεις αυτές προβλέπεται η τακτική καταγγελία της σύμβασης αορίστου χρόνου από τον αντιπροσωπευόμενο. Τα αποτελέσματα της λύσης δεν επέρχονται αμέσως από την περιέλευση της δήλωσης στον εμπορικό αντιπρόσωπο, αλλά από χρόνο μεταγενέστερο, δηλ. από την καθοριζόμενη, από τις ως άνω διατάξεις, προθεσμία, αναλόγως της διάρκειας της σύμβασης, πριν από την καταγγελία. Μέχρι τη λήξη της προθεσμίας αυτής ο εμπορικός αντιπρόσωπος δικαιούται να λαμβάνει προμήθεια (αμοιβή) και, σε υπερημερία του αντιπροσωπευόμενου, ο εμπορικός αντιπρόσωπος δικαιούται αποζημίωσης συνιστάμενης στο διαφυγόν κέρδος, που θα αποκόμιζε, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, δηλαδή το ποσό των προμηθειών που λάμβανε πριν την καταγγελία, το οποίο, μετά πιθανότητας θα εξακολουθούσε να λαμβάνει μέχρι τη λύση της. Επίσης, προβλέπεται η έκτακτη καταγγελία (για σπουδαίο λόγο) της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας αορίστου χρόνου, στην οποία μπορεί να προβεί είτε ο αντιπροσωπευόμενος, εφόσον συντρέχει υπαιτιότητα του αντιπροσώπου, είτε ο αντιπρόσωπος, εφόσον συντρέχει υπαιτιότητα του αντιπροσωπευόμενου, δηλ. πταίσμα που να πηγάζει από τις πράξεις ή παραλείψεις, αντίστοιχα, των ανωτέρω, που να αποτελεί σπουδαίο λόγο, και να υπάρχει αιτιώδης συνάφεια μεταξύ του πταίσματος αυτού και της καταγγελίας, στην οποία προβαίνει ο εκάστοτε καταγγέλλων, διότι αυτό επιβάλλεται από τη γενικότερη κατεύθυνση των ρυθμίσεων αυτών. Η χωρίς σπουδαίο λόγο καταγγελία από τον ένα συμβαλλόμενο μπορεί να αποτελέσει σπουδαίο λόγο καταγγελίας της σύμβασης από το έτερο συμβαλλόμενο μέρος. Αυτό γιατί, και στην περίπτωση αυτή, η χωρίς σπουδαίο λόγο καταγγελία της σύμβασης από τον ένα συμβαλλόμενο μπορεί να αποτελεί παράβαση των συμβατικών του υποχρεώσεων έναντι του αντισυμβαλλόμενου του υπαιτίου.
Περαιτέρω, στο άρθρο 9 παρ. 1 του ως άνω ΠΔ ορίζεται ότι ο εμπορικός αντιπρόσωπος δικαιούται μετά τη λύση της σύμβασης αντιπροσωπείας αποζημίωσης, εάν και εφόσον κατά τη διάρκεια αυτής έφερε νέους πελάτες ή προήγαγε σημαντικά τις υποθέσεις με τους υπάρχοντες πελάτες, ο εντολέας διατηρεί ουσιαστικά οφέλη που προκύπτουν από τις υποθέσεις με τους πελάτες αυτούς (θα πρέπει οι συναλλακτικές σχέσεις με τους πελάτες που κέρδισε ο αντιπρόσωπος να παραμένουν ενεργές και να προσδοκάται ότι θα συνεχίσουν να υφίστανται και στο μέλλον) και η καταβολή της αποζημίωσης αυτής είναι δίκαιη, λαμβανομένων υπόψη όλων των περιστάσεων και ιδιαίτερα των προμηθειών που χάνει ο εμπορικός αντιπρόσωπος και οι οποίες προκύπτουν από τις υποθέσεις με τους πελάτες αυτούς. Στις περιστάσεις αυτές συμπεριλαμβάνεται, επίσης, και η εφαρμογή της ρήτρας μη ανταγωνισμού με την έννοια του άρθρου 10 του ΠΔ. Το ποσό της αποζημίωσης αυτής δεν μπορεί να υπερβαίνει ποσό ισοδύναμο με το μέσο ετήσιο όρο των αμοιβών που εισέπραξε ο εμπορικός αντιπρόσωπος κατά τα πέντε τελευταία έτη, αν δε η σύμβαση διήρκεσε λιγότερο από πέντε έτη, η αποζημίωση υπολογίζεται με βάση το μέσο όρο της εν λόγω περιόδου. Η χορήγηση αυτής της αποζημίωσης δεν στερεί από τον εμπορικό αντιπρόσωπο την αξίωση για την ανόρθωση της περαιτέρω ζημίας την οποία υπέστη όπως ορίζεται από τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα. Κατά την παρ. 2 του άρθρου 9 του ιδίου ως άνω ΠΔ, ο εμπορικός αντιπρόσωπος χάνει την αξίωση αποζημίωσης ή ανόρθωσης ζημίας της προηγουμένης παραγράφου εάν δεν γνωστοποιήσει προς τον αντιπροσωπευόμενο εντός έτους από τη λύση της σύμβασης ότι προτίθεται να ασκήσει το δικαίωμά του. Κατά την παρ. 3 του ίδιου ως άνω άρθρου, η αποζημίωση ή η αποκατάσταση της ζημίας, σύμφωνα με τις παρ. 1 και 2 του ΠΔ δεν οφείλεται: α) όταν ο εντολέας καταγγείλει την σύμβαση λόγω υπαιτιότητας του εμπορικού αντιπροσώπου, η οποία θα δικαιολογούσε καταγγελία της σύμβασης κατά πάντα χρόνο, β) όταν ο εμπορικός αντιπρόσωπος καταγγέλλει τη σύμβαση, εκτός εάν η λύση αυτή οφείλεται σε υπαιτιότητα του αντιπροσωπευόμενου ή δικαιολογείται από λόγους ηλικίας, σωματικής αδυναμίας ή ασθένειας του εμπορικού αντιπροσώπου εξαιτίας των οποίων δεν είναι δυνατό να απαιτηθεί εύλογα από αυτόν η εξακολούθηση της δραστηριότητας του και γ) όταν μετά από συμφωνία με τον αντιπροσωπευόμενο, ο αντιπρόσωπος εκχωρεί σε τρίτο τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που έχει αναλάβει δυνάμει της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι ο αντιπρόσωπος βαρύνεται με την απόδειξη των παραπάνω ουσιαστικών προϋποθέσεων για καταβολή αποζημίωσης (πρόκειται για εύλογη αποζημίωση), η οποία οφείλεται σε κάθε περίπτωση λύσης της σύμβασης και, συνεπώς, και λόγω παρόδου της διάρκειάς της, με τις εξαιρέσεις του άρθρου 9 παρ. 3. Η αποζημίωση εξαρτάται και από το ότι ο εντολέας διατηρεί κατά τη λύση της σύμβασης ουσιαστικά οφέλη που προκύπτουν από τις υποθέσεις με τους πελάτες, νέους ή παλαιούς. Η διάταξη πρέπει να ερμηνευθεί κατά τις συνθήκες της συγκεκριμένης περίπτωσης, κατά τρόπο ευρύ, ώστε να μην οδηγήσει σε αναίρεση της αξίωσης του αντιπροσώπου. Έτσι, ουσιαστικά οφέλη διατηρούνται όχι μόνο όταν επιβιώνουν οι συμβάσεις, που κατάρτισε ο εμπορικός αντιπρόσωπος (διαρκείς συμβάσεις), αλλά και όταν, έστω κατά τρόπο έμμεσο, με τις ενέργειες του αντιπροσώπου υπάρχει εν δυνάμει πελατεία για τον αντιπρόσωπο (κύκλος υποψηφίων αγοραστών, καθιέρωση της επιχείρησης του αντιπροσώπου στη σχετική αγορά). Γενικότερα, αρκεί ο αντιπροσωπευόμενος να έχει από τη δραστηριότητα του αντιπροσώπου και μετά τη λύση της σύμβασης προοπτικές κέρδους από την πελατεία. Η οφειλόμενη αποζημίωση, εξαρτώμενη από τις άνω προϋποθέσεις, πρέπει να είναι εύλογη (άρθρο 288 ΑΚ), το ύψος της οποίας, όμως, δεν μπορεί να υπερβεί τα ποσά του ανωτέρω άρθρου 9 παρ. 1 β. Το ύψος της ωφέλειας του αντιπροσωπευόμενου, η διάρκεια της σύμβασης και άλλα αντικειμενικά περιστατικά προσδιορίζουν το μέγεθος της αποζημίωσης. Το όφελος του εντολέα συνίσταται τουλάχιστον στην αξία των προμηθειών που θα δικαιούνταν ο αντιπρόσωπος, αν δεν είχε καταγγελθεί η σύμβαση, εκτός αν ο εντολέας αποδείξει ότι τα οφέλη που διατηρεί είναι μικρότερα από τις απολεσθείσες προμήθειες του αντιπροσώπου. Ως προμήθειες νοούνται οι μικτές προμήθειες, από τις οποίες δεν αφαιρούνται τα έξοδα λειτουργίας της επιχείρησης, εκτός αν είναι ασυνήθιστα μεγάλα. Τα οφέλη του εντολέα δεν μειώνονται κατά το ποσό των προμηθειών που καταβάλλει στο νέο αντιπρόσωπο, ενώ το χρονικό διάστημα για το οποίο ο αντιπρόσωπος δικαιούται να λαμβάνει την εν λόγω αποζημίωση, το οποίο δεν προσδιορίζεται στο νόμο, εξαρτάται από το προσδόκιμο της επιβίωσης των πελατειακών σχέσεων με τους πελάτες του αντιπροσώπου τους οποίους καρπώνεται μετά την καταγγελία ο εντολέας και το οποίο κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, σε συνάρτηση με τη φύση και τη διαρ-κεσιμότητα των προϊόντων, ανέρχεται συνήθως σε 3 έως 5 έτη (ΑΠ 685/2003 αδημ. - σχετικά με το ορισμένο της αξίωσης αποζημίωσης πελατείας, ΕφΑθ 119/2002 ΕπισκΕΔ 2002, 425, Ν. Τέλλης, Η αποζημίωση πελατείας του εμπορικού αντιπροσώπου, 1997, Αυγητίδης, Συστήματα διανομής και αποζημίωσης πελατείας, ΧρΙΔ 2001.590).
Περαιτέρω, στη διεθνή εμπορική πρακτική και τη συναφή νομική βιβλιογραφία γίνεται διάκριση μεταξύ της σύμβασης αποκλειστικής εμπορικής αντιπροσωπείας και της σύμβασης αποκλειστικής διανομής. Η τελευταία είναι, επίσης, μία διαρκής αμφοτεροβαρής ενοχική σύμβαση (σύμβαση-πλαίσιο), ορισμένου ή αορίστου χρόνου, με την οποία, με την πιο συνηθισμένη εμφάνιση της στις συναλλαγές, ο μεν παραγωγός ή μεγαλέμπορος (προμηθευτής) αναλαμβάνει την υποχρέωση να πωλεί (κατ' αποκλειστικότητα) στον αντισυμβαλλόμενό του διανομέα, τα προϊόντα του και να του παρέχει συνεχή υποστήριξη, εφοδιάζοντάς τον σ' όλη τη διάρκεια της σύμβασης, ο δε διανομέας να προμηθεύεται αποκλειστικά από τον προμηθευτή τα σχετικά προϊόντα, για τα οποία οφείλει να του καταβάλει το συμφωνημένο τίμημα, και να τα μεταπωλεί στο δικό του όνομα, για δικό του λογαριασμό και με δικό του κίνδυνο, οργανώνοντας, όμως, την επιχείρησή του κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να είναι ενταγμένη στο δίκτυο διανομής του παραγωγού-εμπόρου και να τηρεί τους δικούς του εμπορικούς όρους, όπως διαφήμιση, σήματα και τρόπο εξυπηρέτησης. Η ουσία της σύμβασης αυτής συνίσταται στο ότι ο παραγωγός παραχωρεί στον διανομέα αποκλειστικά δικαιώματα πώλησης των εμπορευμάτων του, με τους δικούς του, όμως, εμπορικούς όρους (διαφήμιση, σήματα). Το κέρδος του διανομέα είναι ότι η πώληση προς αυτόν γίνεται με μειωμένες τιμές. Ο κίνδυνος γι' αυτόν είναι ακριβώς στη μεταπώληση που ο ίδιος αναλαμβάνει με δική του οργάνωση. Στις βασικές υποχρεώσεις του αποκλειστικού διανομέα, ανήκει, επίσης, η διατήρηση επαρκούς αποθέματος εμπορευμάτων, καθώς και αναλόγου προσωπικού για την καλύτερη δυνατή εξυπηρέτηση του δικτύου διανομής και την προώθηση των πωλήσεων, που αποτελεί τον απώτερο σκοπό της συνεργασίας των συμβαλλόμενων, και την αντιπαροχή του διανομέα, για το παραχωρούμενο δικαίωμα της αποκλειστικής διανομής των συμβατικών προϊόντων. Τα τυπολογικά χαρακτηριστικά του αποκλειστικού διανομέα (όπως και του εμπορικού αντιπροσώπου) είναι ότι οργανώνει ελεύθερα την εμπορική του δραστηριότητα, είναι ανεξάρτητος έμπορος με δική του επαγγελματική στέγη και υπερασπίζεται τα συμφέροντα του παραγωγού εμπόρου. Όμως, δεν ενεργεί στο όνομα και για λογαριασμό του προμηθευτή, που αποτελεί βασικό χαρακτηριστικό της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας, δεν παίρνει προμήθεια και δεν υποχρεούται να μεταφέρει το οικονομικό αποτέλεσμα στον προμηθευτή του. Τα μέρη είναι ελεύθερα να διαμορφώσουν το περιεχόμενο της σύμβασης διανομής. Μπορούν να προβλέψουν το αντικείμενό της, την εμπορική βαθμίδα διανομής (στον καταναλωτή ή στον έμπορο λιανικής πώλησης), τη διανεμητέα ποσότητα (στόχο πωλήσεων κατά ορισμένες χρονικές περιόδους), την τιμή και τον τρόπο πληρωμής, τη διάρκεια διανομής, την τυχόν αποκλειστικότητα του διανομέα σε γεωγραφική ή άλλη υποδιαίρεση της αγοράς, ενδεχόμενα άλλες υποχρεώσεις, όπως διατήρηση αποθεμάτων, ανακοίνωση πελατών, επίσκεψη πελατών, επιθεώρηση από τον προμηθευτή κ.λπ. Η σύμβαση αποκλειστικής διανομής δεν ρυθμίζεται από το νόμο, είναι ιδιόρρυθμη σύμβαση με εμπορικό χαρακτήρα (άρθρο 361 ΑΚ), στην οποία, κατά την κρατούσα στη νομολογία άποψη εφαρμόζονται αναλογικά οι διατάξεις του ΠΔ 219/1991, όταν η σύμβαση που συνδέει τον έμπορο παραγωγό με τον διανομέα φέρει, ανάλογα με το βαθμό ένταξης του τελευταίου στην επιχειρηματική οργάνωση του παραγωγού και εξάρτησής του από τον τελευταίο, τα χαρακτηριστικά της εμπορικής αντιπροσωπείας. Προς την κατεύθυνση αυτή κρίσιμα περιστατικά αποτελούν η υποχρέωση μη ανταγωνισμού, η υποχρέωση του διανομέα να προωθεί διαρκώς και αποκλειστικά τα προϊόντα της επιχείρησης στη συμβατική περιοχή, η υποχρέωση διατήρησης αποθεμάτων, η υποχρέωσή του να διαφημίζει τα συμβατικά προϊόντα, η υποχρέωση ενημέρωσης του αντιπροσωπευομένου ως προς την αγορά, η υποχρέωση ανακοίνωσης των πελατών του διανομέα στον αντιπροσωπευόμενο, η υποχρέωση πωλήσεων ορισμένου ελάχιστου ύψους, η υποχρέωση του διανομέα να οργανώνει με δική του ευθύνη και δαπάνες υπηρεσίες εγγύησης και ανταλλακτικών κλπ. Αντίθετα, η διανομή ανταγωνιστικών προϊόντων αποτελεί ένδειξη ότι η εξάρτηση αυτή δεν είναι ιδιαίτερα στενή και αποκλείεται η αναλογική εφαρμογή του ΠΔ 219/1991 (ΑΠ 812/1991 ΕλΔνη 1991.1490, ΕφΑθ 7371/2003 ΕπισκΕμπΔ 2004.438, ΕφΑθ 6352/2003 ΕλΔνη 2004.192, ΕφΑθ 4503/2003 ΕλΔνη 2004.193, ΕφΑθ 9155/2002 ΔΕΕ 2004.677, ΕφΑθ 874/2002 ΕλΔνη 2003.248, ΕφΠειρ 1246/2000 ΕλΔνη 1991.1490, Λ. Γεωργακόπουλου, Αξίωση αποζημίωσης πελατείας διανομέα και καταχρηστική καταγγελία σύμβασης διανομής, ΔΕΕ 1998.112, Μ. Μαρίνου, παρατηρήσεις στην ΕΕμπΔ 1999, σελ. 46-50, Μ. Μαρίνου, Η απαγόρευση ανταγωνισμού κατά τη διάρκεια της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας και διανομής, ΕΕμπΔ 1999.671, Ν. Φαρμακίδη, Η σύμβαση αποκλειστικού διανομέα, 1990, σ. 12 επ.).
Περαιτέρω, από τον συνδυασμό των διατάξεων του άρθρου 8 παρ. 1 εδ. α' του ίδιου ΠΔ, με την οποία ορίζεται ότι, για την εφαρμογή αυτού, η σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας πρέπει να συνομολογηθεί εγγράφως, και του εδ. β' της ίδιας διάταξης, που προστέθηκε με το άρθρο 6 παρ. 1 του ΠΔ 312/1995 και με την οποία ορίζεται ότι κάθε συμβαλλόμενο μέρος έχει το δικαίωμα να λάβει από το άλλο, αφού το ζητήσει, ενυπόγραφο έγγραφο που θα αναφέρει το περιεχόμενο της σύμβασης, καθώς και τις μεταγενέστερες τροποποιήσεις της, και ότι δεν επιτρέπεται παραίτηση από αυτό το δικαίωμα, συνάγεται ότι η σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας μπορεί να καταρτισθεί και ατύπως, αφού το «ενυπόγραφο έγγραφο» που αναφέρει η δεύτερη και νεότερη των ανωτέρω διατάξεων, δεν συνιστά συστατικό τύπο, αλλά προβλέπεται για λόγους αποδεικτικής διευκόλυνσης των μερών αναφορικά με το περιεχόμενο της σύμβασης η οποία έχει ήδη έγκυρα καταρτισθεί έστω και ατύπως. Το ανωτέρω άρθρο εφαρμόζεται αναλογικά και στη σύμβαση αποκλειστικής διανομής, με αποτέλεσμα οι διατάξεις του ΠΔ 219/1991 να εφαρμόζονται στη τελευταία σύμβαση είτε είναι έγγραφη, είτε άτυπη (ΕφΑθ 4726/2003 ΕλΔνη 2004.1451, ΕφΑθ 2527/2003 ΕλΔνη 2004.1449, ΕφΘεσ 1401/2003 ΕΕμπΔ 2003.820, ΕφΠειρ 1246/2000 ΔΕΕ 2001.893, Κ. Παμπούκη, Το έγγραφο στη σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας, ΕπισκΕμπΔ 2001.21, Ν. Τέλλη, Ο έγγραφος τύπος στη σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας, Αρμ 2001.305, Θ. Λιακόπουλου, Γενικό Εμπορικό Δίκαιο, εκδ. γ', σελ. 187).
Τέλος, όπως συνάγεται από τη διάταξη του αρ. 8 του ίδιου ως άνω ΠΔ, η καταγγελία της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας από τον ένα συμβαλλόμενο χωρίς σπουδαίο λόγο, μπορεί να συνιστά υπαίτια παράβαση των συμβατικών του υποχρεώσεων έναντι του αντισυμβαλλόμενου, ενίοτε δε και παράνομη, οπότε, σύμφωνα με το άρθρο 9 παρ. 1 εδ. γ' του αυτού ΠΔ ο εμπορικός αντιπρόσωπος δικαιούται, πέραν της αξίωσης για την αποζημίωση της πελατείας, να αξιώσει σωρευτικώς την ανόρθωση της περαιτέρω ζημίας, την οποία υπέστη, όπως ορίζεται και στις διατάξεις του ΑΚ (άρθρα 648 επ., 714 επ.), δηλαδή ό,τι δαπάνησε για την καλή εκτέλεση της αντιπροσωπείας, την θετική και αποθετική ζημία που υπέστη χωρίς υπαιτιότητα του για την εκτέλεση της σύμβασης, την συμφωνηθείσα αμοιβή του για τις καταρτισθείσες ή καταρτιζόμενες συμβάσεις, καθώς και να αξιώσει αποζημίωση από αδικοπραξία εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις των άρθρων 281 και 914 ΑΚ.
Εφόσον δεν εφαρμόζονται αναλογικά οι διατάξεις του ΠΔ 219/1991 σε μια σύμβαση διανομής, θα εφαρμοσθούν σ' αυτήν οι διατάξεις περί εντολής, λόγω της αναλογίας της σύμβασης διανομής προς την εμπορική αντιπροσωπεία και την παραγγελία. Σύμφωνα με το άρθρο 722 ΑΚ, ο εντολέας οφείλει να αποδώσει στον εντολοδόχο οτιδήποτε αυτός δαπάνησε για την κανονική εκτέλεση της εντολής, ενώ σύμφωνα με το άρθρο 724 ΑΚ, ο εντολέας έχει δικαίωμα να ανακαλέσει την εντολή οποτεδήποτε. Το δικαίωμα του εντολέα προς ανάκληση της εντολής δικαιολογείται από την εμπιστοσύνη που συνδέει τους συμβαλλόμενους και ασκείται ελεύθερα μεν, αλλά υπό τους περιορισμούς του άρθρου 281 ΑΚ. Λόγω, όμως, της φύσης της σύμβασης εντολής ως σχέσης εμπιστοσύνης, η ανάκλησή της και αν ακόμα είναι καταχρηστική δεν είναι ποτέ άκυρη, χορηγεί όμως στον εντολοδόχο το δικαίωμα να ζητήσει την αποκατάσταση κάθε θετικής και αποθετικής ζημίας που υπέστη συνεπεία αυτής. Η εν λόγω αξίωση αποζημίωσης είναι διαφορετική από την, κατά το άρθρο 722 ΑΚ, αξίωση του εντολοδόχου προς απόδοση των δαπανών, αφού η πρώτη έχει ως γενεσιουργό αιτία της την καταχρηστική λύση της σύμβασης, ενώ η δεύτερη την κανονική εκτέλεση αυτής. Επίσης, στις συμβάσεις διανομής αορίστου χρόνου, επιβάλλεται από τις αρχές της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών (άρθρο 288 ΑΚ) η τήρηση ορισμένης προθεσμίας για την καταγγελία της σύμβασης. Η προθεσμία αυτή, σε περίπτωση που δεν υπάρχει ειδική συμφωνία μεταξύ των συμβαλλομένων μερών, είναι ανάλογη με αυτήν που καθορίζεται από το άρθρο 8 παρ. 4 εδ. α' του ΠΔ 219/1991 «περί εμπορικών αντιπροσώπων» (βλ. Μ. Μαρίνου, σχόλιο υπό την ΑΠ 812/1991, ΕλΔνη 1991.1494). Έτσι, στην περίπτωση καταγγελίας χωρίς να τηρηθεί οποιαδήποτε προθεσμία, η καταγγελία θα είναι έγκυρη, αλλά ο εντολοδόχος θα έχει δικαίωμα αποζημίωσης λόγω μη τήρησης της προθεσμίας καταγγελίας. Σύμφωνα με το άρθρο 725 παρ. 2 ΑΚ, αν η καταγγελία έγινε από τον εντολοδόχο άκαιρα χωρίς σπουδαίο λόγο, ο τελευταίος υποχρεούται να ανορθώσει τη ζημία που προξένησε η καταγγελία του στον εντολέα. Με βάση και πάλι τις αρχές της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών (άρθρο 288 ΑΚ), η ως άνω διάταξη εφαρμόζεται αναλογικά και για τον εντολέα, ώστε να υποχρεούται σε αποζημίωση του εντολοδόχου σε περίπτωση που καταγγείλει τη σύμβαση άκαιρα, δηλαδή χωρίς σπουδαίο λόγο που να δικαιολογεί το άκαιρο της καταγγελίας του.
Παράνομη συμπεριφορά, που κατά το άρθρο 914 ΑΚ δημιουργεί υποχρέωση του υπαίτιου σε αποζημίωση, συνιστά προεχόντως κάθε ενέργεια αντικείμενη σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, όπως είναι και ο περιεχόμενος στο άρθρο 281 ΑΚ, αφού απαγορεύει την άσκηση του δικαιώματος όταν γίνεται κατά προφανή υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή ο οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Επομένως, υποχρέωση αποζημίωσης, κατά το άρθρο 914 ΑΚ, υφίσταται και στην περίπτωση καταγγελίας διαρκούς σύμβασης, από την οποία προκλήθηκε ζημία του αντισυμβαλλόμενου, αν η άσκηση του διαπλαστικού αυτού υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη. Το δικαίωμα, όμως, του συμβαλλόμενου να προβεί σε καταγγελία της συμβατικής σχέσης δεν ασκείται εναντίον της καλής πίστης ή των χρηστών ηθών, όταν η λύση της σύμβασης εντάσσεται στις αντικειμενικά προβλέψιμες από τον αντισυμβαλλόμενο συναλλακτικές δυνατότητες του ασκούντος το δικαίωμα και δεν είναι άσχετη προς το καλώς εννοούμενο συμφέρον της επιχείρησής του. Περαιτέρω, το δικαίωμα της καταγγελίας διαρκούς σύμβασης δεν το αναγνωρίζει ο νόμος ως κύρωση που επιβάλλει ο συμβαλλόμενος έναντι της τυχόν αντισυμβατικής συμπεριφοράς του αντισυμβαλλόμενού του και ως εκ τούτου, η τυχόν προηγηθείσα της καταγγελίας επωφελής για τα συμφέροντα του καταγγέλλοντος συμπεριφορά του αντισυμβαλλόμενού του δεν καθιστά άνευ άλλου την καταγγελία αντίθετη στην καλή πίστη ή στα χρηστά ήθη (ΟλΑΠ 12/2004 ΕλΔνη 2004.1309). [...]
Η αγωγή για την οποία προηγήθηκε, κατ' άρθρο 214Α ΚΠολΔ, απόπειρα εξώδικης επίλυσης της διαφοράς (βλ. την από 12.10.2004 δήλωση αποτυχίας συμβιβαστικής επίλυσης της διαφοράς, που υπογράφεται από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του ενάγοντος), παραδεκτά και αρμόδια φέρεται προς συζήτηση στο Δικαστήριο αυτό (άρθρα 18 παρ. 1 και 25 παρ. 2 ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με τα άρθρα 3 παρ. 1, 5 παρ. 1α και 3 του υπ' αριθ. 44/2001 Κανονισμού του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης) κατά την τακτική διαδικασία και είναι νόμιμη στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 361, 211 επ., 281, 288, 297, 298, 330, 345, 346, 440, 441, 713 επ., 914, 932, ΑΚ 90 επ. ΕμπΝ, 8 και 9 του ΠΔ 219/1991, 1 ν. 146/1914, 176, 907 και 908 παρ. 1 ΚΠολΔ, πλην του αιτήματος περί καταβολής των απολεσθέντων κερδών από την μη υπογραφή συμφωνίας με την «D. ΑΕ»: α) ως προμήθειας που δικαιούται βάσει του αναλογικά εφαρμοζόμενου άρθρου 6παρ. 1 γ του ΠΔ 219/1991, που πρέπει να απορριφθεί ως νομικά αβάσιμο, διότι αναλογική εφαρμογή του άρθρου αυτού, το οποίο ρυθμίζει, σε συνδυασμό με τα άρθρα 5 και 7 του ιδίου ΠΔ, το θέμα της αμοιβής του εμπορικού αντιπροσώπου, δεν χωρεί στην περίπτωση του αποκλειστικού διανομέα, καθόσον βασική διαφορά μεταξύ εμπορικού αντιπροσώπου και αποκλειστικού διανομέα είναι ότι ο τελευταίος δεν αμείβεται από τον παραγωγό, όπως συμβαίνει με τον εμπορικό αντιπρόσωπο, αλλά το κέρδος του συνίσταται στη διαφορά μεταξύ της τιμής αγοράς των προϊόντων του παραγωγού και τιμής μεταπώλησης αυτών στους καταναλωτές. Τα παραπάνω άρθρα τέθηκαν από τον νομοθέτη προς κατοχύρωση του δικαιώματος αμοιβής του εμπορικού αντιπροσώπου, δεδομένου ότι η αμοιβή του συνδέεται με το πρόσωπο του παραγωγού, από τον οποίο και καταβάλλεται, με αποτέλεσμα να δημιουργείται σχέση έντονης εξάρτησης του εμπορικού αντιπροσώπου από τον παραγωγό και η προστασία της ασθενούς θέσης του πρώτου στο θέμα της αμοιβής να καθιστά επιβεβλημένη την εφαρμογή των παραπάνω διατάξεων υπέρ αυτού. Αντιθέτως, η οικονομική θέση του αποκλειστικού διανομέα δεν μπορεί να συγκριθεί με αυτήν του εμπορικού αντιπροσώπου, διότι αυτός δεν λαμβάνει προμήθεια από τον παραγωγό, αλλά η αμοιβή του, δηλαδή το κέρδος του, συνίσταται στην πώληση από τον παραγωγό προς αυτόν με μειωμένες τιμές και ο ίδιος αναλαμβάνει τον επιχειρηματικό κίνδυνο της μεταπώλησης των προϊόντων, στον οποίο εμπεριέχεται και ο κίνδυνος, αν οι τιμές μεταπώλησης του είναι υψηλές, να στραφεί ο καταναλωτής είτε απευθείας στον παραγωγό, είτε σε άλλον αποκλειστικό διανομέα, παρακάμπτοντας αυτόν. Εξάλλου, το άρθρο 6 του ΠΔ 21 9/1991, ρυθμίζει απλώς την υποχρέωση του παραγωγού για καταβολή της αμοιβής του εμπορικού αντιπροσώπου, χωρίς να έχει οποιοδήποτε «κοινωνικό σκοπό», όπως συμβαίνει με το άρθρο 9, που ρυθμίζει την αξίωση της αποζημίωσης πελατείας, ώστε να μπορεί να τύχει αναλογικής εφαρμογής στην περίπτωση του αποκλειστικού διανομέα, ληφθέντος υπόψη και του ότι η αναλογική εφαρμογή του ΠΔ 219/1991 πρέπει να αποτελεί την εξαίρεση. [...]
Περαιτέρω, όσον αφορά στην αξίωση περί επιδίκασης αποζημίωσης πελατείας, κατ' αναλογική εφαρμογή του άρθρου 9 του ΠΔ 219/1991, θα πρέπει κατ' αρχήν να σημειωθεί ότι η αναλογική εφαρμογή του άρθρου αυτού είναι δυνατή ανεξαρτήτως του αν η σύμβαση διανομής είναι έγγραφη ή προφορική, δεδομένου ότι το έγγραφο που προβλέπει το άρθρο 8 του ιδίου ως άνω ΠΔ, το οποίο εφαρμόζεται στον εμπορικό αντιπρόσωπο και αναλογικά και στον διανομέα, δεν έχει συστατικό, αλλά αποδεικτικό χαρακτήρα. Οι εναγόμενοι ισχυρίσθηκαν ότι η σχετική αξίωση του ενάγοντος έχει υποκύψει στην ετήσια παραγραφή του άρθρου 9 παρ. 2 του ΠΔ 219/1991, καθόσον από τη λύση της σύμβασης μέχρι την γνωστοποίηση της πρόθεσης του να ασκήσει το εν λόγω δικαίωμά του, που έλαβε χώρα με την από 10.10.2003 εξώδικη πρόσκλησή του, παρήλθε χρονικό διάστημα πλέον του έτους. Η σχετική ένσταση πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη, δεδομένου ότι, όπως προαναφέρθηκε, η σύμβαση λύθηκε την 1.7.2003 με την παρέλευση της 12μηνης συμβατικής προθεσμίας και, επομένως, μέχρι την 10.10.2003 δεν έχει συμπληρωθεί η ετήσια παραγραφή του άρθρου 9 παρ. 2 του ΠΔ 219/1991. Ακολούθως, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στις παραπάνω νομικές σκέψεις, η αναλογική εφαρμογή τόσο της διάταξης του άρθρου 9, όσο και των λοιπών διατάξεων του ΠΔ 219/1991, δεν πρέπει να γίνεται αδιακρίτως σε όλες τις συμβάσεις της διανομής, αλλά μόνο κατ' εξαίρεση και εφόσον διαπιστώνεται ότι ο διανομέας στη συγκεκριμένη διαμόρφωση του δικτύου διανομής έχει την ίδια ασθενή θέση και έντονη εξάρτηση από τον προμηθευτή, αλλά και τον ίδιο βαθμό ένταξης στο δίκτυο διανομής του όπως ένας εμπορικός αντιπρόσωπος, τον οποίο είχε υπόψη του ο νομοθέτης κατά τη θέσπιση των προστατευτικών διατάξεων του ΠΔ 219/1991. Πα τον λόγο αυτό απαιτείται η αξιολόγηση του περιεχομένου της συγκεκριμένης σύμβασης διανομής και ο βαθμός ταύτισης ή απόκλισης του διανομέα από τις υποχρεώσεις και τα δικαιώματα που χαρακτηρίζουν έναν εμπορικό αντιπρόσωπο.
Στην προκειμένη περίπτωση, αποδείχθηκε ότι ο ενάγων είχε μια πολυετή συνεργασία με την 1η εναγομένη, στη διάρκεια της οποίας είχε αναλάβει πλήθος υποχρεώσεων έναντι της τελευταίας, όπως διαφύλαξης του απορρήτου των επιχειρηματικών σχεδίων της εναγομένης, υποχρέωσης αποκλειστικής προμήθειας ηλιοροφών από την εναγομένη και απαγόρευσης διανομής παρόμοιων προϊόντων τρίτων εταιριών, υποχρέωση δημιουργίας δικτύου προώθησης των πωλήσεων της εναγομένης, με την έννοια της διαφήμισης των προϊόντων της εναγομένης, της προστασίας του σήματός της, της έρευνας της αγοράς και της υποχρέωσης συνεχούς ενημέρωσης της εναγομένης για τις εκάστοτε συνθήκες της αγοράς, υποχρέωσης διατήρησης επαρκούς αποθέματος εμπορευμάτων και παροχής υπηρεσιών τεχνικής υποστήριξης μετά την πώληση. Περαιτέρω, η 1 δετής αποκλειστική απασχόληση του ενάγοντος στη διανομή και προώθηση των ηλιοροφών της 1ης εναγομένης, η δημιουργία ενός δικτύου διανομής με 17 συνεργαζόμενες επιχειρήσεις και με σημαντικό πελατολόγιο, στο οποίο συμπεριλαμβάνονταν πολλές αντιπροσωπείες αυτοκινήτων, σε συνδυασμό με την απαγόρευση ανταγωνισμού, είχαν ως αποτέλεσμα την ένταξη του ενάγοντος στο ευρωπαϊκό δίκτυο διανομής της εναγομένης, όπως ενός εμπορικού αντιπροσώπου, και την έντονη εξάρτησή του από την επιχείρηση της εναγομένης, καθόσον είχε συνδέσει την επωνυμία του με τα σήματα και τα διακριτικά γνωρίσματα της εναγομένης. Από τη δραστηριοποίηση του ενάγοντος στον τομέα των ηλιοροφών στην ελληνική αγορά επί 18 έτη δημιουργήθηκε μια εν δυνάμει πελατεία για την 1η εναγομένη, από την οποία η τελευταία αντλεί οφέλη μέχρι σήμερα...