1. Skip to Main Menu
  2. Skip to Content
  3. Skip to Footer
Καλως ήρθατε στο ανανεωμένο FOGGS.gr

Γενικοί όροι των συναλλαγών σε ασφαλιστική σύμβαση.

 E-mail

Γενικοί όροι των συναλλαγών σε ασφαλιστική σύμβαση. Πότε κρίνονται καταχρηστικοί. Ο έλεγχος του κύρους του περιεχομένου του, βασικά προσανατολίζεται προς τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ. Καταχρηστικός και συνεπώς άκυρος, είναι κάθε ΓΟΣ ο οποίος, χωρίς επαρκή και εύλογη αιτία, αποκλίνει από ουσιώδεις και βασικές αξιολογήσεις του ενδοτικού δικαίου, δηλαδή από τις τυπικές και συναλλακτικά δικαιολογημένες προσδοκίες του πελάτη. «Υπέρμετρη διατάραξη της ισορροπίας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλόμενων».
- Πρωτογενής ευθύνη προς αποζημίωση που πηγάζει απευθείας από το νόμο υπάρχει και σε περίπτωση διάψευσης της πίστης ότι καταρτίστηκε έγκυρη δικαιοπραξία, η οποία εκ των υστέρων διαψεύδεται. Νόμιμος λόγος ευθύνης, είναι το γεγονός ότι ο καλόπιστος συναλλασσόμενος δείχνει εμπιστοσύνη στο πρόσωπο με το οποίο συναλλάσσεται πιστεύοντας ότι, καταρτίζει έγκυρη δικαιoπραξία.
- Συλλογικές αγωγές, μέσω των Ενώσεων Καταναλωτών, αλλά και των οικονομικών συμφερόντων του μεμονωμένου καταναλωτή ατομικά. Το δικαίωμα αυτό του καταναλωτή είναι άμεσο και προσωποπαγές και μπορεί να ασκηθεί ξεχωριστά και ανεξάρτητα από την, συλλογικής μορφής, προστασία, η οποία του εξασφαλίζεται μέσα από τις καταναλωτικές οργανώσεις δηλαδή τις Ενώσεις Καταναλωτών, που συγκροτούνται ως σωματεία και ανεξάρτητα από το εάν αυτός έχει την ιδιότητα του μέλους της Ενωσης Καταναλωτών.

Διατάξεις:

ΑΚ: 200, 261, 281, 297, 298, 914
ΚΠολΔ: 559
Νόμοι: Ν. 2496/1997 άρθ. 10, Ν. 2251/1994 άρθ. 2, Ν. 2741/1999 άρθ. 10

ΒΟΥΛΑ - Στην παράγραφο του άρθρου 2 του ν. 2251/1994 "περί προστασίας των καταναλωτών ορίζεται ότι "οι όροι που έχουν διατυπωθεί εκ των προτέρων για απεριόριστο αριθμό μελλοντικών συμβάσεων, (γενικοί όροι συναλλαγών) δεν δεσμεύουν τον καταναλωτή, αν κατά την κατάρτιση της συμβάσεως τους αγνοούσε ανυπαιτίως και ο προμηθευτής δεν του υπέδειξε την ύπαρξή τους ή τους στέρησε τη δυνατότητα να λάβει πραγματική γνώση του περιεχομένου τους. 2. Οι γενικοί όροι συμβάσεων και παρεπομένων συμφωνιών που καταρτίζονται στην Ελλάδα διατυπώνονται στην ελληνική γλώσσα. Εξαιρούνται οι γενικοί όροι των διεθνών συναλλαγών. Έντυποι γενικοί όροι συναλλαγών εκτυπώνονται ευανάγνωστα σε εμφανές μέρος του εγγράφου της σύμβασης. Όροι που συμφωνήθηκαν ύστερα από διαπραγμάτευση μεταξύ των συμβαλλομένων (ειδικότεροι όροι) είναι επικρατέστεροι από τους αντίστοιχους γενικούς. 5. Κατά την ερμηνεία των γενικών όρων συναλλαγών, λαμβάνεται υπόψη η ανάγκη προστασία του καταναλωτικού κοινού. Γενικοί όροι συναλλαγών που διατυπώθηκαν μονομερώς από τον προμηθευτή ή από τρίτο (για λογαριασμό του προμηθευτή), σε περίπτωση αμφιβολίας ερμηνεύονται υπέρ του καταναλωτή, 6. Γενικοί όροι συναλλαγών που έχουν ως αποτέλεσμα την υπέρμετρη διατάραξη της ισορροπίας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων σε βάρους του καταναλωτή απαγορεύονται και είναι άκυροι. Ο καταχρηστικός χαρακτήρας γενικού όρου ενσωματωμένου σε σύμβαση κρίνεται αφού ληφθούν υπόψη η φύση των αγαθών ή υπηρεσιών που αφορά η σύμβαση το σύνολο των ειδικών συνθηκών κατά τη σύναψη της σύμβασης και όλες οι υπόλοιπες ρήτρες της σύμβασης ή άλλης σύμβασης από, την οποία εξαρτάται".
Ο ν. 2251/1994 αποτελεί ενσωμάτωση στο Ελληνικό Δίκαιο της Οδηγίας "93/13/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 5.4.1993, σχετικά με τις καταχρηστικές ρήτρες των συμβάσεων που συνάπτονται με καταναλωτές", στην παράγραφο 1 του άρθρου 3 της οποίας ορίζεται ότι «ρήτρα σύμβασης που δεν αποτέλεσε αντικείμενο ατομικής διαπραγμάτευσης, θεωρείται καταχρηστική όταν παρά την απαίτηση καλής πίστης, δημιουργεί σε βάρος του καταναλωτή, σημαντική ανισορροπία ανάμεσα στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των μερών, τα απορρέοντα από την σύμβαση". Ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 8 της παραπάνω οδηγίας "τα κράτη μέλη μπορούν να θεσπίζουν ή διατηρούν στον τομέα που διέπεται από την παρούσα οδηγία, αυστηρότερες διατάξεις σύμφωνες με τη Συνθήκη, για να εξασφαλίζεται μεγαλύτερη προστασία του καταναλωτή". Με τους Γενικούς όρους των Συναλλαγών (ΓΟΣ), είτε επιχειρείται απόκλιση από ρυθμίσεις του ενδοτικού δικαίου, είτε ρυθμίζονται πρόσθετα στοιχεία, που δεν αντιμετωπίζονται από διατάξεις ενδοτικού δικαίου.
Η ρύθμιση της παραγράφου 6 του άρθρου 2 του ν. 2251/1994, αποτελεί εξειδίκευση του βασικού κανόνα της διατάξεως του άρθρου 281 AK, για απαγόρευση καταχρηστικής ασκήσεως ενός δικαιώματος ή χρήσεως ενός θεσμού (της συμβατικής ελευθερίας). Εν όψει τούτου ο έλεγχος του κύρους του περιεχομένου του, βασικά προσανατολίζεται προς τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ. Με τους ΓΟΣ, δεν απαγορεύεται η απόκλιση από οποιαδήποτε διάταξη ενδοτικού δικαίου, αλλά μόνο από εκείνες που φέρουν "καθοδηγητικό χαρακτήρα", η σε περίπτωση άτυπων συναλλακτικών μορφών, από τα ουσιώδη, για την επίτευξη του σκοπού" και τη διατήρηση της φύσεως της συμβάσεως, δικαιώματα και υποχρεώσεις των μερών, που απηχούν πράγματι, δικαιολογημένες προσδοκίες του πελάτη για το συγκεκριμένο είδος συναλλαγής. Καταχρηστικός και συνεπώς άκυρος, είναι κάθε ΓΟΣ ο οποίος, χωρίς επαρκή και εύλογη αιτία, αποκλίνει από ουσιώδεις και βασικές αξιολογήσεις του ενδοτικού δικαίου, δηλαδή από τις τυπικές και συναλλακτικά δικαιολογημένες προσδοκίες του πελάτη. Η καθοδηγητική λειτουργία του ενδοτικού δικαίου, διαταράσσεται, όταν με το περιεχόμενο του ΓΟΣ αλλάζει η εικόνα που έχει διαμορφωθεί με βάση τους κανόνες του ενδοτικού δικαίου, για τη συγκεκριμένη συμβατική μορφή. Επίσης ελέγχεται για καταχρηστικότητα, ρύθμιση ενός ΓΟΣ, με τον οποίο επέρχεται περιορισμός θεμελιωδών δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, που προκύπτουν από τη φύση της σύμβασης, κατά τέτοιο τρόπο ώστε να απειλείται ματαίωση του σκοπού της (Α.Π 296/2001 ΔΕΕ 2001 σελ 1112).
Το άρθρο 2 παρ. 6 του ν 2251/1994, στην αρχική διατύπωσή του, χρησιμοποιούσε τον όρο "Υπέρμετρη διατάραξη της ισορροπίας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλόμενων", πράγμα που όχι μόνο περιόριζε σημαντικά τον έλεγχο του περιεχομένου των ΓΟΣ, αλλά και δεν ήταν σύμφωνος με τη διαληφθείσα διατύπωση του άρθρου 3 παρ. 1 της Οδηγίας, η οποία ομιλεί, για σημαντική ανισορροπία ανάμεσα στα δικαιώματα και στις υποχρεώσεις των μερών". Η ανάγκη σύμφωνης, με την Οδηγία, ερμηνείας του Εθνικού Δικαίου, επιβάλλει όπως ο όρος "υπέρμετρη διατάραξη" ερμηνευθεί συσταλτικά της ουσιώδης ή σημαντική μόνο διατάραξη, που φανερά διαφέρει από την υπέρμετρη διατάραξη και δεν αποτελεί λεκτική ισοδύναμη έκφραση της προηγούμενης διατύπωσης του ν. 2251/1994. Για τους ίδιους παραπάνω λόγους, δηλαδή προς το σκοπό ερμηνείας του εθνικού δικαίου, σύμφωνης με την διαληφθείσα Οδηγία, η παραπάνω ερμηνεία, πρέπει να συνεχισθεί και σήμερα μετά την απάλειψη του όρου "υπέρμετρη" με το άρθρο 10 παρ. 24 του ν. 2741/1999. Έτσι, μετά την τελευταία αυτή τροποποίηση η διάταξη της παρ. 6 του άρθρου 2 του ν. 2251/1994, με τη νέα διατύπωση, πρέπει να ερμηνεύεται μέσω τελολογικής συστολής του γράμματός της, προς την κατεύθυνση της "ουσιώδους διατάραξης" της συμβατικής ισορροπίας. Αυτή ταυτίζεται με κάθε απόκλιση από τις καθoδηγητικού και μόνο χαρακτήρα, διατάξεις του ενδοτικού δικαίου, ή από τις ρυθμίσεις εκείνες, που είναι αναγκαίες, για την επίτευξη του σκοπού και τη διατήρηση της φύσεως της συμβάσεως, με βάση το ενδιάμεσο πρότυπο του συνήθους απρόσεκτου μεν, ως προς την ενημέρωσή του, αλλά διαθέτοντος τη μέση αντίληψη, κατά τον σχηματισμό της δικαιoπρακτικής του αποφάσεως, καταναλωτή του συγκεκριμένου είδους αγαθών ή υπηρεσιών. Έτσι κατά τη διαδικασία προς διαπίστωση της καταχρηστικότητας ΓΟΣ πρέπει, πρώτο να ερευνάται αν υπάρχει τυπική διατάραξη, ως απόκλιση από την συνηθισμένη ρύθμιση και στη συνέχεια να ερευνάται ο βαθμός εντάσεως της απόκλισης αυτής, δηλαδή, αν η απόκλιση αυτή, στη συγκεκριμένη περίπτωση, αφορά αξιολογικές εκτιμήσεις καθοδηγητικού χαρακτήρα. Εν τέλει κατά τον έλεγχο του κύρους του περιεχομένου ενός ΓΟΣ, εξετάζεται, σε πρώτη φάση, αν αντίκειται σε απαγορευτική ρήτρα, που συγκαταλέγεται στην ενδεικτική απαρίθμηση του καταλόγου του άρθρου 2 παρ. 7 του ν. 2251/1994 ο οποίος περιέχει "PER SE" καταχρηστικές ρήτρες, δηλαδή ρήτρες που θεωρούνται, άνευ ετέρου, ως καταχρηστικές, χωρίς να είναι αναγκαία οποιαδήποτε άλλη στάθμιση δηλαδή χωρίς να χρειάζεται και ως προς αυτούς η συνδρομή των προϋποθέσεων της γενικής ρήτρας, της παρ. 6 του άρθρου 2 του νόμου αυτού. Οι ενδεικτικά απαριθμούμενες, στην παράγραφο 7 του άρθρου 2 του ν. 2251/1994, ΓΟΣ, δεν αποτελούν παρά μεμονωμένες νομοθετικές εξειδικεύσεις της γενικής ρήτρας της παραγράφου 6 του άρθρου 2 του ίδιου νόμου, πρακτικά χρησιμότατες, διότι υπηρετούν, αφ` ενός μεν τη νομική σαφήνεια, στο βαθμό που παρέχουν ένα ασφαλέστερο προσανατολισμό, αφ` ετέρου δε, στη νομική ασφάλεια, στο βαθμό, που τα αποτελέσματα του άμεσου ελέγχου ενός ΓΟΣ, γίνονται έτσι διαγνωστά και προβλέψιμα.
Σε περίπτωση αρνητικού αποτελέσματος, ελέγχεται, κατά πόσο, ο συγκεκριμένος ΓΟΣ, περιέχει απόκλιση από ουσιώδεις αξιολογήσεις καθοδηγητικού χαρακτήρα του ενδοτικού δικαίου, δηλαδή η καταχρηστικότητα, θα κριθεί με βάσει τα κριτήρια των εδαφίων α` και β` της παρ. 6 του άρθρου 2 του ν. 2251/1994 (Α.Π. 1219/2001 ΔΕΕ 2001 σελ. 1123). Εξάλλου, οι ΓΟΣ πρέπει, σύμφωνα με την αρχή της διαφάνειας, να παρουσιάζουν τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των μερών, κατά τρόπο ορισμένο, ορθό και σαφή (Α.Π. 430/2005 αδημοσίευτη στο νομικό τύπο και Εφ. Αθ. 5253/2003, Αρχ.Νομ.2004 σελ.201).
Περαιτέρω, πρωτογενής ευθύνη προς αποζημίωση που πηγάζει απευθείας από το νόμο υπάρχει και σε περίπτωση διάψευσης της πίστης ότι καταρτίστηκε έγκυρη δικαιοπραξία, η οποία εκ των υστέρων διαψεύδεται. Νόμιμος λόγος ευθύνης, είναι το γεγονός ότι ο καλόπιστος συναλλασσόμενος δείχνει εμπιστοσύνη στο πρόσωπο με το οποίο συναλλάσσεται πιστεύοντας ότι, καταρτίζει έγκυρη δικαιoπραξία. Η αρχή προστασίας της εμπιστοσύνης είναι ειδικότερη εκδήλωση της αρχής της καλής πίστης, η οποία έχει επιπτώσεις τόσο στο δίκαιο των δικαιοπραξιών, όσο και στο δίκαιο της προσυμβατικής ευθύνης (βλ. Σταθόπουλο, Γενικό ενοχικό δίκαιο, 3η έκδοση, σελ.19 και 157). Επίσης, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 5 παρ. 1 του συντάγματος, 200, 281, 297, 298 και 914 του ΑΚ προκύπτει η γενική αρχή του δικαίου ότι κάθε πράξη ή παράλειψη που ζημιώνει, δημιουργεί υποχρέωση για αποζημίωση, εφόσον έγινε από πταίσμα εκείνου που προκάλεσε τη ζημιά, η δε πράξη ή παράλειψη έρχεται σε αντίθεση, όχι μόνο με συγκεκριμένο κανόνα δικαίου, αλλά και με το γενικότερο πνεύμα της έννομης τάξης που επιβάλλει την υποχρέωση να μην εξέρχεται κανείς με τις πράξεις του από τα όρια, που ορίζονται κάθε φορά από τα συναλλακτικά χρηστά ήθη. Στην αντίθετη περίπτωση δημιουργείται υποχρέωση αποζημιώσεως, έστω και αν μεταξύ του δράστη και του ζημιουμένου δεν υπάρχει συμβατικός δεσμός (ΑΠ 81/1991 Ελλ.Δνη 32, σελ.1215, Εφ. Αθ. 2319/1999 ΔΕΕ 1999 σελ.1175).
Συλλογικές αγωγές, μέσω των Ενώσεων Καταναλωτών, αλλά και των οικονομικών συμφερόντων του μεμονωμένου καταναλωτή ατομικά, δικαιουμένου εντεύθεν να επιδιώξει δικαστικά την προστασία του ατομικού συμφέροντος που προσβλήθηκε από την ύπαρξη καταχρηστικού γενικού όρου. Το δικαίωμα αυτό του καταναλωτή είναι άμεσο και προσωποπαγές και μπορεί να ασκηθεί ξεχωριστά και ανεξάρτητα από την, συλλογικής μορφής, προστασία, η οποία του εξασφαλίζεται μέσα από τις καταναλωτικές οργανώσεις δηλαδή τις Ενώσεις Καταναλωτών, που συγκροτούνται ως σωματεία (άρθρο 10 του άνω νόμου) και ανεξάρτητα από το εάν αυτός έχει την ιδιότητα του μέλους της Ενωσης Καταναλωτών. Εναντία εκδοχή, κατά την οποία, στην επιδίωξη της σχετικής αξίωσης, νομιμοποιούνται, μόνον οι Ενώσεις Καταναλωτών του άρθρου 10 παρ. 9 του άνω νόμου, θα ήταν πέρα από τον νομοθετικό σκοπό των διατάξεων του άρθρου 2 του νόμου αυτού που διέπουν τους γενικούς όρους Συναλλαγών και αντίθετη προς τον Ειδικό προστατευτικό χαρακτήρα, που οι διατάξεις αυτές έχουν, καθώς και προς τις διατάξεις των παραγράφων , 1 και 2 του άρθρου 7 της Οδηγίας 93/13/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 5.4.1993, σχετικά με τις καταχρηστικές ρήτρες των συμβάσεων που συνάπτονται με καταναλωτές (Δημοσιευμένη στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων με αριθμό L 95 της 21.4.1993 σελ. 29), οι οποίες ορίζουν ότι, "τα κράτη - μέλη μεριμνούν ώστε προς το συμφέρον των καταναλωτών καθώς και των ανταγωνιζομένων επαγγελματιών, να υπάρχουν τα κατάλληλα και αποτελεσματικά μέσα, προκειμένου να παύσει η χρησιμοποίηση των καταχρηστικών ρητρών στις συμβάσεις που συνάπτονται από έναν επαγγελματία με καταναλωτές. Τα μέσα αυτά περιλαμβάνουν διατάξεις που δίνουν σε άτομα ή οργανισμούς που έχουν, σύμφωνα, με την εθνική νομοθεσία, ορισθεί ως έχοντες το έννομο συμφέρον για την προστασία των καταναλωτών, τη δυνατότητα να προσφύγουν, σύμφωνα με το Εθνικό δίκαιο, ενώπιον των αρμοδίων δικαστηρίων ή διοικητικών οργάνων, τα οποία αποφαίνονται, για το εάν οι συμβατικές ρήτρες που έχουν συνταχθεί με σκοπό τη γενικευμένη χρήση, έχουν καταχρηστικό χαρακτήρα και εφαρμόζουν τα κατάλληλα και αποτελεσματικά μέσα, για να πάψει η χρησιμοποίηση των ρητρών αυτών. Ο χαρακτήρας αυτός επιβάλλει να μη ευνοούνται μονομερώς τα συμφέροντα του προμηθευτή και να παραμελούνται αντίστοιχα τα δικαιολογημένα συμφέροντα του αντισυμβαλλόμενου κατά κανόνα, σε μειονεκτική θέση, αφού αποδέχεται, συνήθως, χωρίς αντιρρήσεις, τους ΓΟΣ που θέτει ο προμηθευτής, άλλοτε διότι λόγω οικονομικής υπεροχής του προμηθευτή, είναι ή αισθάνεται αδύναμος να προκαλέσει αλλαγές στους (προδιατυπωμένους) όρους "οικονομική κατωτερότητα" και άλλοτε διότι δεν διαθέτει τις αναγκαίες συναλλακτικές (και νομικές) γνώσεις για την κατανόηση των όρων «διανοητική κατωτερότητα» (Κ. Γαζετά, όπου παραπάνω σελ.58 και 198-199).
ΑΡΙΘΜΟΣ 2386/2006

ΤΟ ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

Τμήμα 13ο

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές Νικόλαο Κολογήρου, Προεδρεύοντα Εφέτη (επειδή κωλύονται οι Πρόεδροι Εφετών και οι αρχαιότεροί του Εφέτες) Μιλτιάδη Σπυρόπουλο, Εφέτη και Κων/νο Γαζετά Εφέτη - Εισηγητή και από την Γραμματέα Γεωργία Αράπου.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 9 Φεβρουαρίου 2008 για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

ΤΗΣ ΕΚΚΑΛΟΥΣΑΣ: Ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΧΧΧ" που εδρεύει στην ΧΧΧ επί της Λεωφόρου ΧΧΧ αρ. ΧΧΧ νομίμως εκπροσωπούμενης, την οποία εκπροσώπησε η πληρεξούσια δικηγόρος της Ελένη Νικολοπούλου (ΑΜ ΔΣΑ. 20898) με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ.

ΤΩΝ ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΟΝ: (1) ΧΧΧ , (2) ΧΧΧ και (3) ΧΧΧ κατοίκων Αθηνών, οδός ΧΧΧ, τους οποίους εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος τους Ηλίας Παυλάκης (ΑΜ ΔΣΠ 2071) με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ.

Οι ενάγοντες και ήδη εφεσίβλητοι με την από 15.12.2004 αγωγή τους προς το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, που έχει κατατεθεί με αριθμό 177458/9335/2004 ζήτησαν να γίνουν δεκτά τα όσα αναφέρονται σ` αυτήν. Το Δικαστήριο εκείνο εξέδωσε την υπ' αριθμ. 3177/2005 οριστική του απόφαση με την οποία η αγωγή έγινε εν μέρει δεκτή. Την απόφαση αυτή προσέβαλε η εκκαλούσα με την από 16.9.2005 έφεσή της προς το Δικαστήριο τούτο, που έχει κατατεθεί με αριθμό 8266/2005. Η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά του οικείου πινακίου και συζητήθηκε. Οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων, κατέθεσαν εμπρόθεσμα τις προτάσεις τους και παραστάθηκαν στο ακροατήριο του δικαστηρίου τούτου με δηλώσεις τους κατά το άρθρο 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ.

ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΚΑΛΑ ΤΟΝ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη έφεση της εναγόμενης κατά της 3177/2005 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε κατά την τακτική διαδικασία, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα. Επομένως είναι τυπικά δεκτό και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της κατά την ίδια, ως άνω, διαδικασία.
Οι ενάγοντες και ήδη εφεσίβλητοι άσκησαν ενώπιον του Πρωτοβάθμιου δικαστηρίου την από 15.12.2004 αγωγή τους με την οποία ζήτησαν, υπό την ιδιότητά τους ως νομίμων εξ αδιαιρέτου κληρονόμων του αποβιώσαντος συζύγου της πρώτης και πατέρα των λοιπών να υποχρεωθεί η εναγόμενη να καταβάλλει στην πρώτη από αυτούς το ποσό των 3.750 Ευρώ και στον καθένα από τους δεύτερο και τρίτο το τοιούτο των 5.625 Ευρώ. Επιπλέον δε το ποσό των 15.000 Ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης, στον καθένα, βάσει της συμβάσεως ασφαλίσεως που είχε καταρτισθεί μεταξύ του ανωτέρω δικαιοπαρόχου τους και της εναγόμενης και της αδικοπραξίας, σύμφωνα δηλαδή με τα άρθρα 914 και 261 Α.Κ., σε συνδυασμό και με 10 άρθρο 2 των ν. 2496/1997 περί ασφαλιστικών συμβάσεων.
Eπί της αγωγής εκδόθηκε η εκκαλουμένη απόφαση που την έκανε δεκτή εν μέρει. Κατά της απόφασης αυτής παραπονείται η εκκαλούσα και ζητεί την εξαφάνισή της προς το σκοπό απόρριψης της αγωγής των εφεσίβλητων για όσους λόγους αναφέρει στην έφεσή της.
Στην παράγραφο του άρθρου 2 του ν. 2251/1994 "περί προστασίας των καταναλωτών ορίζεται ότι "οι όροι που έχουν διατυπωθεί εκ των προτέρων για απεριόριστο αριθμό μελλοντικών συμβάσεων, (γενικοί όροι συναλλαγών) δεν δεσμεύουν τον καταναλωτή, αν κατά την κατάρτιση της συμβάσεως τους αγνοούσε ανυπαιτίως και ο προμηθευτής δεν του υπέδειξε την ύπαρξή τους ή τους στέρησε τη δυνατότητα να λάβει πραγματική γνώση του περιεχομένου τους. 2. Οι γενικοί όροι συμβάσεων και παρεπομένων συμφωνιών που καταρτίζονται στην Ελλάδα διατυπώνονται στην ελληνική γλώσσα. Εξαιρούνται οι γενικοί όροι των διεθνών συναλλαγών. Έντυποι γενικοί όροι συναλλαγών εκτυπώνονται ευανάγνωστα σε εμφανές μέρος του εγγράφου της σύμβασης. Όροι που συμφωνήθηκαν ύστερα από διαπραγμάτευση μεταξύ των συμβαλλομένων (ειδικότεροι όροι) είναι επικρατέστεροι από τους αντίστοιχους γενικούς. 5. Κατά την ερμηνεία των γενικών όρων συναλλαγών, λαμβάνεται υπόψη η ανάγκη προστασία του καταναλωτικού κοινού. Γενικοί όροι συναλλαγών που διατυπώθηκαν μονομερώς από τον προμηθευτή ή από τρίτο (για λογαριασμό του προμηθευτή), σε περίπτωση αμφιβολίας ερμηνεύονται υπέρ του καταναλωτή, 6. Γενικοί όροι συναλλαγών που έχουν ως αποτέλεσμα την υπέρμετρη διατάραξη της ισορροπίας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων σε βάρους του καταναλωτή απαγορεύονται και είναι άκυροι. Ο καταχρηστικός χαρακτήρας γενικού όρου ενσωματωμένου σε σύμβαση κρίνεται αφού ληφθούν υπόψη η φύση των αγαθών ή υπηρεσιών που αφορά η σύμβαση το σύνολο των ειδικών συνθηκών κατά τη σύναψη της σύμβασης και όλες οι υπόλοιπες ρήτρες της σύμβασης ή άλλης σύμβασης από, την οποία εξαρτάται".
Ο ν. 2251/1994 αποτελεί ενσωμάτωση στο Ελληνικό Δίκαιο της Οδηγίας "93/13/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 5.4.1993, σχετικά με τις καταχρηστικές ρήτρες των συμβάσεων που συνάπτονται με καταναλωτές", στην παράγραφο 1 του άρθρου 3 της οποίας ορίζεται ότι «ρήτρα σύμβασης που δεν αποτέλεσε αντικείμενο ατομικής διαπραγμάτευσης, θεωρείται καταχρηστική όταν παρά την απαίτηση καλής πίστης, δημιουργεί σε βάρος του καταναλωτή, σημαντική ανισορροπία ανάμεσα στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των μερών, τα απορρέοντα από την σύμβαση". Ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 8 της παραπάνω οδηγίας "τα κράτη μέλη μπορούν να θεσπίζουν ή διατηρούν στον τομέα που διέπεται από την παρούσα οδηγία, αυστηρότερες διατάξεις σύμφωνες με τη Συνθήκη, για να εξασφαλίζεται μεγαλύτερη προστασία του καταναλωτή". Με τους Γενικούς όρους των Συναλλαγών (ΓΟΣ), είτε επιχειρείται απόκλιση από ρυθμίσεις του ενδοτικού δικαίου, είτε ρυθμίζονται πρόσθετα στοιχεία, που δεν αντιμετωπίζονται από διατάξεις ενδοτικού δικαίου.
Η ρύθμιση της παραγράφου 6 του άρθρου 2 του ν. 2251/1994, αποτελεί εξειδίκευση του βασικού κανόνα της διατάξεως του άρθρου 281 AK, για απαγόρευση καταχρηστικής ασκήσεως ενός δικαιώματος ή χρήσεως ενός θεσμού (της συμβατικής ελευθερίας). Εν όψει τούτου ο έλεγχος του κύρους του περιεχομένου του, βασικά προσανατολίζεται προς τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ. Με τους ΓΟΣ, δεν απαγορεύεται η απόκλιση από οποιαδήποτε διάταξη ενδοτικού δικαίου, αλλά μόνο από εκείνες που φέρουν "καθοδηγητικό χαρακτήρα", η σε περίπτωση άτυπων συναλλακτικών μορφών, από τα ουσιώδη, για την επίτευξη του σκοπού" και τη διατήρηση της φύσεως της συμβάσεως, δικαιώματα και υποχρεώσεις των μερών, που απηχούν πράγματι, δικαιολογημένες προσδοκίες του πελάτη για το συγκεκριμένο είδος συναλλαγής. Καταχρηστικός και συνεπώς άκυρος, είναι κάθε ΓΟΣ ο οποίος, χωρίς επαρκή και εύλογη αιτία, αποκλίνει από ουσιώδεις και βασικές αξιολογήσεις του ενδοτικού δικαίου, δηλαδή από τις τυπικές και συναλλακτικά δικαιολογημένες προσδοκίες του πελάτη. Η καθοδηγητική λειτουργία του ενδοτικού δικαίου, διαταράσσεται, όταν με το περιεχόμενο του ΓΟΣ αλλάζει η εικόνα που έχει διαμορφωθεί με βάση τους κανόνες του ενδοτικού δικαίου, για τη συγκεκριμένη συμβατική μορφή. Επίσης ελέγχεται για καταχρηστικότητα, ρύθμιση ενός ΓΟΣ, με τον οποίο επέρχεται περιορισμός θεμελιωδών δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, που προκύπτουν από τη φύση της σύμβασης, κατά τέτοιο τρόπο ώστε να απειλείται ματαίωση του σκοπού της (Α.Π 296/2001 ΔΕΕ 2001 σελ 1112).
Το άρθρο 2 παρ. 6 του ν 2251/1994, στην αρχική διατύπωσή του, χρησιμοποιούσε τον όρο "Υπέρμετρη διατάραξη της ισορροπίας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλόμενων", πράγμα που όχι μόνο περιόριζε σημαντικά τον έλεγχο του περιεχομένου των ΓΟΣ, αλλά και δεν ήταν σύμφωνος με τη διαληφθείσα διατύπωση του άρθρου 3 παρ. 1 της Οδηγίας, η οποία ομιλεί, για σημαντική ανισορροπία ανάμεσα στα δικαιώματα και στις υποχρεώσεις των μερών". Η ανάγκη σύμφωνης, με την Οδηγία, ερμηνείας του Εθνικού Δικαίου, επιβάλλει όπως ο όρος "υπέρμετρη διατάραξη" ερμηνευθεί συσταλτικά της ουσιώδης ή σημαντική μόνο διατάραξη, που φανερά διαφέρει από την υπέρμετρη διατάραξη και δεν αποτελεί λεκτική ισοδύναμη έκφραση της προηγούμενης διατύπωσης του ν. 2251/1994. Για τους ίδιους παραπάνω λόγους, δηλαδή προς το σκοπό ερμηνείας του εθνικού δικαίου, σύμφωνης με την διαληφθείσα Οδηγία, η παραπάνω ερμηνεία, πρέπει να συνεχισθεί και σήμερα μετά την απάλειψη του όρου "υπέρμετρη" με το άρθρο 10 παρ. 24 του ν. 2741/1999. Έτσι, μετά την τελευταία αυτή τροποποίηση η διάταξη της παρ. 6 του άρθρου 2 του ν. 2251/1994, με τη νέα διατύπωση, πρέπει να ερμηνεύεται μέσω τελολογικής συστολής του γράμματός της, προς την κατεύθυνση της "ουσιώδους διατάραξης" της συμβατικής ισορροπίας. Αυτή ταυτίζεται με κάθε απόκλιση από τις καθoδηγητικού και μόνο χαρακτήρα, διατάξεις του ενδοτικού δικαίου, ή από τις ρυθμίσεις εκείνες, που είναι αναγκαίες, για την επίτευξη του σκοπού και τη διατήρηση της φύσεως της συμβάσεως, με βάση το ενδιάμεσο πρότυπο του συνήθους απρόσεκτου μεν, ως προς την ενημέρωσή του, αλλά διαθέτοντος τη μέση αντίληψη, κατά τον σχηματισμό της δικαιoπρακτικής του αποφάσεως, καταναλωτή του συγκεκριμένου είδους αγαθών ή υπηρεσιών. Έτσι κατά τη διαδικασία προς διαπίστωση της καταχρηστικότητας ΓΟΣ πρέπει, πρώτο να ερευνάται αν υπάρχει τυπική διατάραξη, ως απόκλιση από την συνηθισμένη ρύθμιση και στη συνέχεια να ερευνάται ο βαθμός εντάσεως της απόκλισης αυτής, δηλαδή, αν η απόκλιση αυτή, στη συγκεκριμένη περίπτωση, αφορά αξιολογικές εκτιμήσεις καθοδηγητικού χαρακτήρα. Εν τέλει κατά τον έλεγχο του κύρους του περιεχομένου ενός ΓΟΣ, εξετάζεται, σε πρώτη φάση, αν αντίκειται σε απαγορευτική ρήτρα, που συγκαταλέγεται στην ενδεικτική απαρίθμηση του καταλόγου του άρθρου 2 παρ. 7 του ν. 2251/1994 ο οποίος περιέχει "PER SE" καταχρηστικές ρήτρες, δηλαδή ρήτρες που θεωρούνται, άνευ ετέρου, ως καταχρηστικές, χωρίς να είναι αναγκαία οποιαδήποτε άλλη στάθμιση δηλαδή χωρίς να χρειάζεται και ως προς αυτούς η συνδρομή των προϋποθέσεων της γενικής ρήτρας, της παρ. 6 του άρθρου 2 του νόμου αυτού. Οι ενδεικτικά απαριθμούμενες, στην παράγραφο 7 του άρθρου 2 του ν. 2251/1994, ΓΟΣ, δεν αποτελούν παρά μεμονωμένες νομοθετικές εξειδικεύσεις της γενικής ρήτρας της παραγράφου 6 του άρθρου 2 του ίδιου νόμου, πρακτικά χρησιμότατες, διότι υπηρετούν, αφ` ενός μεν τη νομική σαφήνεια, στο βαθμό που παρέχουν ένα ασφαλέστερο προσανατολισμό, αφ' ετέρου δε, στη νομική ασφάλεια, στο βαθμό, που τα αποτελέσματα του άμεσου ελέγχου ενός ΓΟΣ, γίνονται έτσι διαγνωστά και προβλέψιμα.
Σε περίπτωση αρνητικού αποτελέσματος, ελέγχεται, κατά πόσο, ο συγκεκριμένος ΓΟΣ, περιέχει απόκλιση από ουσιώδεις αξιολογήσεις καθοδηγητικού χαρακτήρα του ενδοτικού δικαίου, δηλαδή η καταχρηστικότητα, θα κριθεί με βάσει τα κριτήρια των εδαφίων α' και β' της παρ. 6 του άρθρου 2 του ν. 2251/1994 (Α.Π. 1219/2001 ΔΕΕ 2001 σελ. 1123). Εξάλλου, οι ΓΟΣ πρέπει, σύμφωνα με την αρχή της διαφάνειας, να παρουσιάζουν τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των μερών, κατά τρόπο ορισμένο, ορθό και σαφή (ΑΠ 430/2005 αδημοσίευτη στο νομικό τύπο και Εφ Αθ 5253/2003, ΑρχΝομ 2004 σελ.201).
Περαιτέρω, πρωτογενής ευθύνη προς αποζημίωση που πηγάζει απευθείας από το νόμο υπάρχει και σε περίπτωση διάψευσης της πίστης ότι καταρτίστηκε έγκυρη δικαιοπραξία, η οποία εκ των υστέρων διαψεύδεται. Νόμιμος λόγος ευθύνης, είναι το γεγονός ότι ο καλόπιστος συναλλασσόμενος δείχνει εμπιστοσύνη στο πρόσωπο με το οποίο συναλλάσσεται πιστεύοντας ότι, καταρτίζει έγκυρη δικαιoπραξία. Η αρχή προστασίας της εμπιστοσύνης είναι ειδικότερη εκδήλωση της αρχής της καλής πίστης, η οποία έχει επιπτώσεις τόσο στο δίκαιο των δικαιοπραξιών, όσο και στο δίκαιο της προσυμβατικής ευθύνης (βλ. Σταθόπουλο, Γενικό ενοχικό δίκαιο, 3η έκδοση, σελ. 19 και 157). Επίσης, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 5 παρ. 1 του συντάγματος, 200, 281, 297, 298 και 914 του ΑΚ προκύπτει η γενική αρχή του δικαίου ότι κάθε πράξη ή παράλειψη που ζημιώνει, δημιουργεί υποχρέωση για αποζημίωση, εφόσον έγινε από πταίσμα εκείνου που προκάλεσε τη ζημιά, η δε πράξη ή παράλειψη έρχεται σε αντίθεση, όχι μόνο με συγκεκριμένο κανόνα δικαίου, αλλά και με το γενικότερο πνεύμα της έννομης τάξης που επιβάλλει την υποχρέωση να μην εξέρχεται κανείς με τις πράξεις του από τα όρια, που ορίζονται κάθε φορά από τα συναλλακτικά χρηστά ήθη. Στην αντίθετη περίπτωση δημιουργείται υποχρέωση αποζημιώσεως, έστω και αν μεταξύ του δράστη και του ζημιουμένου δεν υπάρχει συμβατικός δεσμός (ΑΠ 81/1991 ΕλλΔνη 32, σελ.1215, ΕφΑθ 2319/1999 ΔΕΕ 1999 σελ.1175).
Στη συγκεκριμένη περίπτωση, από τα έγγραφα που προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι, είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα, είτε για να χρησιμεύσουν ως δικαστικά τεκμήρια, απεδείχθησαν, κατά την κρίση του δικαστηρίου τούτου, τα ακόλουθα κρίσιμα και ουσιώδη πραγματικά περιστατικά, που έχουν σχέση με τη δικαζόμενη υπόθεση. Η Διεύθυνση διοικητικής και κοινωνικής μέριμνας του Υπουργείου Εθνικής Αμύνης, μετά από αίτηση του Πατριάρχη Αλεξανδρείας, διέθεσε στρατιωτικό ελικόπτερο τύπου CHINOOK (VIΡ) CH-47SD νηολογίου ΕΣ-916, προκειμένου να μεταφέρει αυτόν και τη συνοδεία του, σε επίσημη επίσκεψη από την Αθήνα στο Άγιο Όρος, η οποία θα πραγματοποιείτο, κατά το χρονικό διάστημα από 11 Σεπτεμβρίου 2004 έως 14 Σεπτεμβρίου 2004. Η συνοδεία του Πατριάρχη Αλεξανδρείας, που θα επέβαινε, στο άνω ελικόπτερο, αποτελείτο από 13 άτομα, μεταξύ των οποίων και ο σύζυγος της πρώτης ενάγουσας και πατέρας του δευτέρου και τρίτου από αυτούς. Όμως, κατά την πτήση του ελικοπτέρου την 11η Σεπτεμβρίου 2004, αυτό, κατέπεσε στη θαλάσσια περιοχή της ΧΧΧ, πλησίον του Αγίου Ορους, με αποτέλεσμα τον θάνατο, μεταξύ άλλων προσώπων και του επιβαίνοντος, σε αυτό, ανωτέρω δικαιοπαρόχου, των εναγόντων, ο οποίος υπέστη κακώσεις κεφαλής, θώρακος και κοιλίας. Μετά το ατύχημα, και συγκεκριμένα, την 11.9.2004 οι ενάγοντες ανήγγειλαν στην εναγόμενη τον θάνατο του ανωτέρω συγγενούς τους, ενώ την 20η Σεπτεμβρίου 2004 απέστειλαν στην εναγομένη επιστολή με την οποία επεκαλέσθηκαν, τη σύμβαση ασφαλίσεως την οποία ο ανωτέρω θανών είχε συνάψει και ζητούσαν το συμφωνηθέν ασφάλισμα, λόγω πραγματοποιήσεως του ασφαλιστικού κινδύνου. Ειδικότερα, απεδείχθη ότι, την 16η Οκτωβρίου 2002, ο ανωτέρω δικαιοπάροχος των εναγόντων είχε προσχωρήσει, με την ιδιότητα του ασφαλισμένου στο υπ' αριθμόν 1006ΧΧΧΧΧ ομαδικό Ασφαλιστήριο Συμβόλαιο, το οποίο είχε συναφθεί, μεταξύ της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας και της Τράπεζας ΧΧΧ με αντικείμενο την ασφάλιση ζωής, ατυχημάτων, υγείας φυσικών προσώπων - πελατών της άνω Τράπεζας. Κατά τη σύμβαση, η οποία είχε συμφωνημένη διάρκεια 14 ετών, ο λήπτης της ασφαλίσεως - δικαιοπάροχος των εναγόντων, όφειλε να καταβάλλει το ποσό των 27 ευρώ μηνιαίως σε χρέωση του υπ' αριθμού 002601490020095ΧΧΧ τραπεζικού λογαριασμού του θανόντος και η ασφαλιστική εταιρεία σε περίπτωση επελεύσεως του ασφαλιστικού κινδύνου, όφειλε να καταβάλει εφάπαξ το ποσό των 15.000 ευρώ, σύμφωνα με τον πίνακα παροχών του προγράμματος "ΧΧΧ". Ο ασφαλιστικός κίνδυνος που θα δικαιολογούσε την καταβολή αυτού του ποσού συνίστατο σε απώλεια ζωής, μόνιμη ολική ανικανότητα και σοβαρές ασθένειες. Στο ομαδικό ασφαλιστήριο ζωής προβλέπονται γενικοί όροι συναλλαγών (ΓΟΣ), οι οποίοι είχαν προσαρτηθεί και στο συγκεκριμένο ασφαλιστήριο που είχε συνάψει ο λήπτης της ασφαλίσεως. Στην πρώτη σελίδα της αιτήσεως ασφαλίσεως, η οποία, μετά την αποδοχή της από την εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία, επέχει θέση ασφαλιστηρίου, αναφέρονται τα συγκεκριμένα προσωπικά στοιχεία του θανόντος, είναι υπογεγραμμένη από αυτόν, ως λήπτη της ασφαλίσεως και υπάρχει τυπωμένο κείμενο που φέρεται ως δήλωση του ασφαλιζομένου, κατά την οποία παρέλαβε αντίγραφο της αιτήσεως και το συνημμένο πιστοποιητικό ασφάλισης". Όμως, πέραν τούτου δεν γίνεται μνεία κανενός ειδικότερου όρου, ως εξαίρεση από την κάλυψη, η οποία κατά την κεφαλίδα της αιτήσεως - ασφαλιστηρίου συνίσταται σε ασφάλιση ζωής, μόνιμης ολικής ανικανότητας ή ασθενείας, σοβαρών ασθενειών και επιδόματος νοσηλείας. Περαιτέρω, στην τρίτη σελίδα του συνημμένου πιστοποιητικού ασφάλισης που περιλαμβάνει τους γενικούς όρους συναλλαγών (ΓΟΣ), οι οποίοι προσαρτώνται στο ασφαλιστήριο, περιλαμβάνεται υπό τον τίτλο "εξαιρέσεις", ο τρίτος όρος του οποίου το κείμενο, καθ’ ο αφορά την ένδικη διαφορά έχει ως ακολούθως: "η εταιρεία δεν καλύπτει γεγονός που προκαλεί την ασφαλιστική περίπτωση και οφείλεται άμεσα ή έμμεσα ολικά ή μερικά σε ΧΧΧ οδήγηση ή χρήση αεροπλάνων, ανεμόπτερων ή άλλων εναέριων μέσων, εκτός αν ο ασφαλισμένος είναι επιβάτης αεροσκάφους αεροπορικής εταιρείας που λειτουργεί νόμιμα και εκτελεί τακτικές γραμμές εναέριων συγκοινωνιών ή πτήσεις charters...". Τέλος απεδείχθη ότι την 7η Οκτωβρίου 2004, η εναγομένη δια των νομίμων εκπροσώπων της, απέστειλε επιστολή, ως απάντηση στην ανωτέρω επιστολή, των εναγόντων, με την οποία τους γνωστοποιούσε την άρνησή της να προβεί στην ενεργοποίηση της παροχής για αποζημίωση βάσει της προαναφερθείσης συμβάσεως ασφαλίσεως, επικαλούμενη τον ανωτέρω λόγο εξαιρέσεως.
Από τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά, προκύπτει, ότι ο θανών ως λήπτης της ασφαλίσεως, εμπίπτει στην κατά τον ν. 2251/1994, έννοια του καταναλωτή (άρθρο 4 παρ. 4α αυτού), αφού έκανε χρήση προϊόντος και υπηρεσιών, που προσφέρονται στην αγορά και προορίζονται γι` αυτόν και αποτελούν τον τελικό αποδέκτη τους (Για τις διάφορες θεωρητικές απόψεις που έχουν διατυπωθεί σχετικά με την έννοια αυτή βλ. και Κωνσταντίνου Γαζετά, Γενικοί Οροι Συναλλαγών, Δικαστική προστασία, έκδοση 2001. σελ. 61-63.). Δηλαδή είχε συνάψει έγκυρη σύμβαση ασφάλισης, η οποία θεωρείται ως "οικονομικό προϊόν" και βάσει της οποίας (συμβάσεως), θα εδικαιούτο αυτός παροχής υπηρεσιών, συνισταμένων στην καταβολή του ασφαλίσματος σε περίπτωση επελεύσεως του ασφαλιστικού κινδύνου. Εξάλλου, η εναγομένη, εμπίπτει στην έννοια του προμηθευτή, κατά το άρθρο 1 παρ. 4β του άνω νόμου δεδομένου ότι, ως εγκεκριμένη ασφαλιστική εταιρεία, κατά την άσκηση της επιχειρηματικής της δραστηριότητας. Παρέσχε τις εν λόγω υπηρεσίες της, στον θανόντα δηλαδή, την ασφάλιση ζωής, κατά του κινδύνου θανάτου, μόνιμης ολικής ανικανότητας από ατύχημα ή ασθένεια, σοβαρών ασθενειών, με την υπόσχεση ότι, θα καταβάλει το ασφάλισμα, περίπτωση επελεύσεως κάποιου οπό τους προαναφερόμενους κινδύνους.
Συνεπώς η ένδικη σχέση, εμπίπτει στο πεδίον εφαρμoγής του άρθρου 2 του ν. 2251/1994, το οποίο (άρθρο 2) διέπει το δίκαιο των γενικών όρων συναλλαγών. Κατά τη σύναψη της συμβάσεως ασφαλίσεως, καμία από τις εφαρμοστέες ρήτρες, δεν απετέλεσε αντικείμενα ατομικής διαπραγμάτευσης και γι` αυτό το λόγο, δεν φέρεται ως εξαίρεση στους συνημμένους ΓΟΣ, ώστε κατ`άρθρο 2 παρ. 4 του ν. 2251/1994, να δύναται να θεωρηθεί ως επικρατέστερη αυτών. Όσον δε αφορά στην ερμηνεία της ρήτρας που απετέλεσε την βάση της αρνήσεως της εναγομένης για την εκπλήρωση της υποσχεθείσης παροχής, δεν προέκυψε κάποια ασάφεια ούτε και κανένα ερμηνευτικό κενό, ως προς τη σύνταξη της και το περιεχόμενό της. Συγκεκριμένα ο όρος αυτός υπ' αριθμ. 3 των ΓΟΣ, εξαιρεί από την ενεργοποίηση της ασφαλιστικής καλύψεως κάθε επέλευση του ασφαλιστικού κινδύνου που τελεί σε σχέση συνάφειας με τα αεροπορικά ατυχήματα στην οποία, η κάλυψη για ατυχήματα από τακτικές πτήσεις αεροπορικών αερογραμμών που λειτουργούν νόμιμα τίθεται, ως εξαίρεση. Η συγκεκριμένη ρήτρα βάσει της οποίας η εναγομένη υποχρεούται να καταβάλει το ασφάλισμα για ατυχήματα σε τακτικές πτήσεις, ως εξαίρεση της εξαιρέσεως, καθιστά σαφή την εκπεφρασμένη βούληση της εναγομένης να περιορίσει την παροχή της ασφαλιστικής καλύψεως αυστηρά στα ατυχήματα που συμβαίνουν σε τακτικές πτήσεις αεροπορικών αερογραμμών. Στην συγκεκριμένη περίπτωση, από τη σαφή διατύπωση του ασφαλιστικού αυτού όρου, το ατύχημα με το στρατιωτικό ελικόπτερο συνεπεία του οποίου απεβίωσε ο δικαιοπάροχος των εναγόντων, εξαιρείται από την ασφαλιστική κάλυψη, δεδομένου ότι, σε καμία περίπτωση η διάθεση στρατιωτικού ελικοπτέρου από το Υπουργείο Εθνικής Αμύνης σε επίσημα πρόσωπα και η επακόλουθη τέλεση συγκεκριμένης πτήσης για ορισμένο σκοπό, δεν μπορεί να θεωρηθεί ως τακτικό δρομολόγιο, επειδή ελλείπει η απαραίτητη προϋπόθεση επαναλήψεως του δρομολογίου το οποίο προσφέρεται σε απροσδιόριστο αριθμό επιβατών, ως χαρακτηριστικό δηλαδή της έννοιας του τακτικού δρομολογίου. Επίσης, η συγκεκριμένη περίπτωση δεν εμπίπτει ούτε στην έννοια της πτήσης charter, δεδομένου ότι, δεν υφίσταται σύμβαση ναυλώσεως αεροσκάφους για τέλεση δρομολογίου στην διάθεση πελατών. Συνεπώς, η εναγομένη αρνούμενη να καταβάλει το ασφάλιστρο, δεν προέβη σε εσφαλμένη ερμηνεία του ασφαλιστικού όρου που θέτει την εξαίρεση. Εντούτοις, όπως ήδη ανωτέρω εξετέθη, η σαφής ερμηνεία της ρήτρας και η αντίστοιχη υποχρέωση της εναγομένης που απορρέει από αυτή, ως προς τον περιορισμό της ασφαλιστικής καλύψεως αυστηρώς και μόνο σε τακτικές πτήσεις, εγείρει το ζήτημα της ενδεχόμενης καταχρηστικότητας του όρου, από άλλον λόγο, της διατάραξης, δηλαδή της ισορροπίας των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεων των συμβαλλομένων μερών, σε βάρος του αντισυμβληθέντος ασφαλισμένου, δoθέντος δε ότι όπως τίθεται ο υπό κρίση εξαιρετικός όρος, που λαμβάνει τη μορφή ΓΟΣ, δεν εμπίπτει σε καμία κατηγορία από τον κατάλογο των τριάντα μιας (31) περιπτώσεων, καταχρηστικών όρων, που ενδεικτικά αναγράφονται στην παράγραφο 7 του άρθρου του άνω νόμου και όπου η καταχρηστικότητα ελέγχεται με βάση το ειδικότερο περιεχόμενο του γενικού όρου (ουσιαστικό κριτήριο), πρέπει να ελεγχθεί με βάση το γενικό κριτήριο της διάταξης της παραγράφου 6 του άρθρου 2 του νόμου αυτού, σύμφωνα με το οποίο, απαγορεύεται η διατύπωση γενικών όρων συναλλαγών από προμηθευτές, σε συναλλαγές, που συνάπτονται με καταναλωτές και που έχουν ως αποτέλεσμα τη διατάραξη (αρκεί και απλή διατάραξη) της ισορροπίας των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεων των συμβαλλομένων, σε βάρος του καταναλωτή δια της διαψεύσεως της μάλιστα δικαιολογημένης προσδοκίας του τελευταίου, ως προς τη φύση της παρεχόμενης υπηρεσίας ή του αγαθού, τον σκοπό και το όλο περιεχόμενο της συμβάσεως. Εν συνδρομή των άνω προϋποθέσεων, ο γενικός όρος είναι καταχρηστικός και συνεπώς άκυρος, εξεταζομένου τούτου και αυτεπαγγέλτως (δημιουργούμενου άλλως αναιρετικού λόγου εκ του άρθρου 559 αρ. 1 του Κ.Πολ.Δ).
Ο επίμαχος όρος, που τίθεται λόγω εμπορικής πολιτικής, από τις ασφαλιστικές εταιρείες, κατά την ορθότερη νομική έννοια, ερμηνεύεται ως ασφάλιση σε περίπτωση θανάτου, γεγονός που «ανάγεται» σε ασφαλιστικό κίνδυνο. Περαιτέρω, το ίδιο το ασφαλιστικό συμβόλαιο, στην πρώτη σελίδα, αναφέρει, ως προϋπόθεση παροχής του ασφαλιστικού προγράμματος, την περίπτωση απώλειας ζωής, χωρίς να αναφέρει κάποια εξαίρεση, ως προς την αιτία της απώλειας. Συνεπώς, ο θανών, όταν υπέγραφε την σύμβαση, σαφώς προσδοκούσε ότι η ασφαλιστική κάλυψη θα ενεργοποιηθεί σε περίπτωση θανάτου του και από αεροπορικό ατύχημα, πολλώ δε μάλλον, λαμβάνοντας υπόψη, επιπλέον ότι στον σύγχρονο τρόπο ζωής η μετάβαση με αεροπλάνο σε κάποιον προορισμό συνιστά τον συνήθη τρόπο. Είναι εύλογο η ασφαλιστική εταιρεία κατά την σύνταξη των ΓΟΣ να επιθυμεί να αποκλείσει από την ασφαλιστική κάλυψη πράξεις του ασφαλισμένου που ενέχουν επίταση του κινδύνου. Για το λόγο αυτό άλλωστε, ο υπό κρίση ΓΟΣ. στις υπόλοιπες περιπτώσεις που προβλέπει εξαίρεί ατυχήματα που λαμβάνουν χώρα κατά τη διάρκεια και σε τόπο πολέμου, αγώνων ταχύτητος, πτώσεων με αλεξίπτωτα και βαρέα αθλήματα όπως πυγμαχία κ.λ.π. Εξαιρέσεις γεγονότων τέτοιου τόπου δεν δύναται να θεωρηθούν ότι των ......, λόγω της σημαντικής επιτάσεως του κινδύνου που επέρχεται από αυτά τα γεγονότα. Όμως η εν θέματι εξαίρεση των μη τακτικών δηλαδή πτήσεων δεν εμπίπτει σε αυτή την κατηγορία δεδομένου ότι, η συμμετοχή σε μη τακτική πτήση, δεν συνεπάγεται ανάληψη κινδύνου εκ μέρους του συμμετέχοντος και αντίστοιχη επίταση του κινδύνου, για την ασφαλιστική εταιρεία. Στην συγκεκριμένη περίπτωση, η μετάβαση στο Άγιο Όρος με αεροσκάφος της πολεμικής αεροπορίας, στο οποίο επέβαινε ο Πατριάρχης Αλεξανδρείας και λοιποί προσκυνητές, για μετάβαση εντός της ελληνικής επικράτειας, σε τόπο προσκυνήματος, (στο Άγιο Όρος), δεν συνιστά αφ' εαυτής επικίνδυνη πράξη η οποία δύναται να δικαιολογήσει την εκ των προτέρων εξαίρεση από μία κοινή ασφαλιστική σύμβαση. Τουναντίον, εύλογα μπορεί να υποστηριχθεί ότι το συγκεκριμένο μεταφορικό μέσο μεταφέροντας επισήμους είναι ασφαλέστερος τρόπος μεταβάσεως απ' ότι μία τακτική αερογραμμή (που ούτως ή άλλως στην προκειμένη περίπτωση δεν διατίθετο) ή κάποιο οδικό μέσο. Τέλος, η επιλογή του θανόντος να συνοδεύσει τον Πατριάρχη σε επίσημη επίσκεψη στο Αγιο Όρος, δεν ενέχει αποδοχές ιδιαίτερου κινδύνου, πλέον αυτού, από τις συνήθεις τακτικές αεροπορικές πτήσεις. Αντίθετα, η χρήση τακτικής αεροπορικής πτήσεως μπορεί να αποβεί επικίνδυνη εάν πρόκειται για αερογραμμές, που συντηρούν πλημμελώς τα αεροσκάφη τους ή για επικίνδυνους προορισμούς λόγω κλιματικών ή τεχνικών δυσκολιών. Συνεπώς, η υπ' αριθμόν 3 ρήτρα των γενικών όρων συναλλαγών, καθ' ο μέρος της εξαιρεί άνευ τινός εξειδικεύσεως των εκατέρωθεν δηλώσεων βουλήσεως των συμβαλλομένων μερών τις μη τακτικές πτήσεις χωρίς και την αναφορά μάλιστα και κάποιας άλλης επαρκούς και μη εύλογης αιτίας, διαψεύδει στην συγκεκριμένη αυτή περίπτωση και σύμφωνα ακόμη και με τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, για όμοιες όπως η ένδικη συναλλακτικές περιπτώσεις τις τυπικές - πέραν και των ουσιαστικών- συναλλακτικές προσδοκίες του πελάτη, ως μέσου καταναλωτή και λήπτη ασφάλισης ζωής, ο οποίος εύλογα θεωρεί ότι, αφ' εαυτού, ο χαρακτήρας της πτήσης ως μη τακτικής, δεν καθιστά την κάθε όμοια πτήση εξαιρετικό συμβάν, που να δικαιολογεί εξαίρεση από την κάλυψη της ασφαλιστικής σύμβασης και επομένως ο εν λόγω όρος, ελεγχόμενος με βάση το γενικό κριτήριο (της παρ. 6 άρθρου 2 του ν. 2251/1994) εάν διατηρηθεί σε ισχύ, σαφώς διαταράσσει στην συγκεκριμένη περίπτωση της ερευνούμενης υπόθεσης, τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των συμβληθέντων (ασφαλισμένου και εναγόμενης ασφαλιστικής εταιρείας) που κατάρτισαν την σύμβαση ασφάλισης, σε βάρος του θανόντος ασφαλισμένου και ως εκ τούτου, είναι άκυρος (πρβλ και Εφ.Αθ. 6120/2003 ΔΕΕ 2004 σελ/682).
Η διατύπωση στη σύμβαση αυτή ασφάλισης εκ μέρους της εναγομένης του ως άνω καταχρηστικού και, συνεπώς, ακύρου, γενικού όρου είναι πράξη, αντίθετη προς τον σαφώς κοινωνικό και προστατευτικό ωσαύτως χαρακτήρα του δικαίου των γενικών όρων συναλλαγών, που θεσμοθετείται με τις διατάξεις του άρθρου 2 του ν. 2251/1994 και συνιστά συνάμα και αδικοπραξία κατά την έννοια του άρθρου 914 A.K., συνδυαζόμενου και με τις διατάξεις του άρθρου 281 Α.Κ (σε συνδυασμό και με τις άνω διατάξεις του ν. 2251/1994), με ειδική αναφορά στην εξάλειψη κάθε παράνομης συμπεριφοράς του προμηθευτή -εκμεταλλευτή αγαθών ή υπηρεσιών, που προσφέρει στους καταναλωτές, μέσω των τυποποιημένων συμβάσεων (βλ. και Κωνσταντίνου - Γαζετά, Γενικοί Όροι Συναλλαγών, Δικαστική Προστασία, έκδοση 2001 σελίδες 142.154).
Ενόψει όλων των ανωτέρω, που δέχεται το δικαστήριο το γεγονός αυτό επέφερε στους ενάγοντες, υπό την ιδιότητά τους, ως εξ` αδιαθέτου κληρονόμων του αποβιώσαντος δικαιοπαρόχου τους ΧΧΧ ψυχική και με την έννοια αυτή ηθική βλάβη, προς αποκατάσταση της οποίας πρέπει να επιδικασθεί σ' αυτούς, ως χρηματική ικανοποίηση το κρινόμενο ως εύλογο, ποσό των 3.750 Ευρώ για την πρώτη των εναγόντων και το τοιούτο των 5.625 Ευρώ, για καθένα από τους λοιπούς ενάγοντες, λαμβανομένων υπόψη της οικονομικής κατάστασης της εναγομένης, που έχει ευρύτατο κύκλο εργασιών σε ετήσια βάση και η ισχυρή θέση της στην αγορά, στον κλάδο των γενικών ασφαλειών, της προσβολής της έννομης τάξης, συνέπεια της κατά τα ανωτέρω παράνομης συμπεριφοράς της εναγομένης, ως προμηθευτή, να διατυπώσει δηλαδή στην ασφαλιστική σύμβαση αυτήν τον επίμαχο καταχρηστικό όρο, των αναγκών της γενικής και ειδικής πρόσληψης καθώς και των λοιπών ειδικών συνθηκών που χαρακτηρίζουν την άνω σύμβαση, μεταξύ των οποίων και η αδυναμία του θανόντος να κατανοήσει πλήρως το νόημα και τη σημασία του όρου αυτού λόγω της έλλειψης νομικών και οικονομικών γνώσεων, ώστε να σταθμίσει αν αυτός (όρος) είναι προς το συμφέρον του. Η αξίωση για επιδίκαση ηθικής βλάβης στους ενάγοντες υπό την προαναφερόμενη ιδιότητα τους, είναι νοητή και επί εν προκειμένω, υπό κρίση, ατομικής αγωγής, δεδομένου ότι, σκοπός του δικαίου των γενικών όρων συναλλαγών του άρθρου 2 του ν. 2251/1994, είναι, η προστασία όχι μόνο των γενικότερων συμφερόντων του καταναλωτικού κοινού, που αποτελεί το αντικείμενο της κατά το άρθρο 10 παρ. 9 του ν. 2251/1994.
Συλλογικές αγωγές, μέσω των Ενώσεων Καταναλωτών, αλλά και των οικονομικών συμφερόντων του μεμονωμένου καταναλωτή ατομικά, δικαιουμένου εντεύθεν να επιδιώξει δικαστικά την προστασία του ατομικού συμφέροντος που προσβλήθηκε από την ύπαρξη καταχρηστικού γενικού όρου. Το δικαίωμα αυτό του καταναλωτή είναι άμεσο και προσωποπαγές και μπορεί να ασκηθεί ξεχωριστά και ανεξάρτητα από την, συλλογικής μορφής, προστασία, η οποία του εξασφαλίζεται μέσα από τις καταναλωτικές οργανώσεις δηλαδή τις Ενώσεις Καταναλωτών, που συγκροτούνται ως σωματεία (άρθρο 10 του άνω νόμου) και ανεξάρτητα από το εάν αυτός έχει την ιδιότητα του μέλους της Ενωσης Καταναλωτών. Εναντία εκδοχή, κατά την οποία, στην επιδίωξη της σχετικής αξίωσης, νομιμοποιούνται, μόνον οι Ενώσεις Καταναλωτών του άρθρου 10 παρ. 9 του άνω νόμου, θα ήταν πέρα από τον νομοθετικό σκοπό των διατάξεων του άρθρου 2 του νόμου αυτού που διέπουν τους γενικούς όρους Συναλλαγών και αντίθετη προς τον Ειδικό προστατευτικό χαρακτήρα, που οι διατάξεις αυτές έχουν, καθώς και προς τις διατάξεις των παραγράφων, 1 και 2 του άρθρου 7 της Οδηγίας 93/13/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 5.4.1993, σχετικά με τις καταχρηστικές ρήτρες των συμβάσεων που συνάπτονται με καταναλωτές (Δημοσιευμένη στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων με αριθμό L 95 της 21.4.1993 σελ. 29), οι οποίες ορίζουν ότι, "τα κράτη - μέλη μεριμνούν ώστε προς το συμφέρον των καταναλωτών καθώς και των ανταγωνιζομένων επαγγελματιών, να υπάρχουν τα κατάλληλα και αποτελεσματικά μέσα, προκειμένου να παύσει η χρησιμοποίηση των καταχρηστικών ρητρών στις συμβάσεις που συνάπτονται από έναν επαγγελματία με καταναλωτές. Τα μέσα αυτά περιλαμβάνουν διατάξεις που δίνουν σε άτομα ή οργανισμούς που έχουν, σύμφωνα, με την εθνική νομοθεσία, ορισθεί ως έχοντες το έννομο συμφέρον για την προστασία των καταναλωτών, τη δυνατότητα να προσφύγουν, σύμφωνα με το Εθνικό δίκαιο, ενώπιον των αρμοδίων δικαστηρίων ή διοικητικών οργάνων, τα οποία αποφαίνονται, για το εάν οι συμβατικές ρήτρες που έχουν συνταχθεί με σκοπό τη γενικευμένη χρήση, έχουν καταχρηστικό χαρακτήρα και εφαρμόζουν τα κατάλληλα και αποτελεσματικά μέσα, για να πάψει η χρησιμοποίηση των ρητρών αυτών. Ο χαρακτήρας αυτός επιβάλλει να μη ευνοούνται μονομερώς τα συμφέροντα του προμηθευτή και να παραμελούνται αντίστοιχα τα δικαιολογημένα συμφέροντα του αντισυμβαλλόμενου κατά κανόνα, σε μειονεκτική θέση, αφού αποδέχεται, συνήθως, χωρίς αντιρρήσεις, τους ΓΟΣ που θέτει ο προμηθευτής, άλλοτε διότι λόγω οικονομικής υπεροχής του προμηθευτή, είναι ή αισθάνεται αδύναμος να προκαλέσει αλλαγές στους (προδιατυπωμένους) όρους "οικονομική κατωτερότητα" και άλλοτε διότι δεν διαθέτει τις αναγκαίες συναλλακτικές (και νομικές) γνώσεις για την κατανόηση των όρων «διανοητική κατωτερότητα» (Κ. Γαζετά, όπου παραπάνω σελ.58 και 198-199).
Κατ’ ακολουθίαν τούτων η αγωγή που είναι νόμιμη και ορισμένη περιέχουσα όλα τα απαραίτητα προς θεμελίωση της στοιχεία (άρθρα 216 παρ. 1 Κ.ΠΟλ.Δ.) πρέπει να γίνει δεκτή εν μέρει και ως κατ` ουσίαν βάσιμη. Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφασή του δέχθηκε εν μέρει την αγωγή και επεδίκασε στους ενάγοντες, ως ασφαλιστική αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, το ποσό των 7.500 Ευρώ στην πρώτη (3750 + 3750 αντίστοιχα) και σε καθένα από τους λοιπούς των εναγόντων το τοιούτο των 11.250 Ευρώ, ορθά εφήρμοσε τον νόμο και εξετίμησε τις αποδείξεις, τα δε αντίθετα που υποστηρίζει η εκκαλούσα με τους σχετικούς λόγους της έφεσής της είναι κατ` ουσίαν αβάσιμα και απορριπτέα, καθώς και η έφεση στο σύνολό της. Μετά από αυτά πρέπει ν' απορριφθεί, ως κατ` ουσίαν αβάσιμη η έφεση και να καταδικασθεί η εκκαλούσα στα δικαστικά έξοδα των εφεσίβλητων του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας (άρθρα 183 και 176 K.Πολ.Δ), όπως στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Δικάζει αντιμωλία των αντιδίκων.

Δέχεται τυπικά την Εφεση κατά της 3177/2005 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Απορρίπτει αυτή κατ΄ αυσίαν.

Καταδικάζει την εκκαλούσα στα δικαστικά έξοδα των εφεσίβλητων του παρόντα βαθμού δικαιοδοσίας, τα οποία ορίζει στο ποσό των τετρακοσίων πενήντα (450) Ευρώ.

Κρίθηκε, αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 16 Μαρτίου 2006 και δημοσιεύτηκε σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 3 Απριλίου 2006, χωρίς να παρίστανται οι διάδικοι και οι πληρεξούσιοί του δικηγόροι.