1. Skip to Main Menu
  2. Skip to Content
  3. Skip to Footer
Καλως ήρθατε στο ανανεωμένο FOGGS.gr

- Οι διατάξεις του ν.

 E-mail

- Οι διατάξεις του ν. 653/1977, που εισάγουν αμάχητο τεκμήριο ωφελείας των κατά μήκος της διανοιγομένης εθνικής οδού ευρισκομένων ακινήτων αντίκειται στο άρθρο 1 του πρώτου (πρόσθετου) πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για τα δικαιώματα του ανθρώπου (ΕΣΔΑ), η οποία μετά την επικύρωση της με το ν.δ 53/1974 αποτελεί εσωτερικό δίκαιο και υπερισχύει από κάθε άλλη διάταξη του ημεδαπού δικαίου. Το ως άνω όμως τεκμήριο εξακολουθεί να ισχύει ως μαχητό. Τα ακίνητα των εναγόντων όχι μόνο δεν ωφελήθηκαν αλλά ζημιώθηκαν αρκετά, καθόσον τα τμήματα των ακινήτων τους που είχαν απομείνει πριν από την απαλλοτρίωση ήταν άρτια και οικοδομήσιμα απώλεσαν την οικοδομική τους αξία, αφού δεν ήταν οικοδομήσιμα πλέον. Συνεπώς, εφόσον οι ενάγοντες είναι μη ωφελούμενοι παρόδιοι, δεν έχουν υποχρέωση να αυτοαποζημιωθούν για τα απαλλοτριωθέντα τμήματα που απέμειναν.
- Οι πρόσθετοι λόγοι εφέσεως ασκούνται μόνο με ιδιαίτερο δικόγραφο, που κατατίθεται στη γραμματεία του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου και κοινοποιείται στον εφεσίβλητο τριάντα ημέρες πριν από τη συζήτηση της εφέσεως. Δώρα(Απόσπασμα)

Αριθμός 224/2006

Εφετείο Πατρών

Πρόεδρος: Α. Τσόλιας
Εισηγήτρια: Α. Παπαματθαίου
Δικηγόροι: Π. Κωνσταντινόπουλος- Α. Αλεξόπουλος

...Από τη διάταξη του άρθρου 520 παρ. 2 ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 8 του ν. 3043/2002 και ισχύει από 21.8.2002, προκύπτει ότι οι πρόσθετοι λόγοι εφέσεως ασκούνται μόνο με ιδιαίτερο δικόγραφο, που κατατίθεται ατη γραμματεία του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου και κοινοποιείται στον εφεσίβλητο τριάντα ημέρες πριν από τη συζήτηση της εφέσεως. Στην προκείμενη περίπτωση το εκκαλούν Ελληνικό Δημόσιο, με το από 8.2.2005 δικόγραφο πρόσθετων λόγων εφέσεως, το οποίο κατέθεσε στη γραμματεία του δικαστηρίου τούτου στις 9.2.2005 και το επέδωσε στους εφεσίβλητους στις 30.8.2005 (βλ. τις 9750Γ ', 9751Γ ', 9752Γ 'και 9749Γ '/30.8./2005 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του πρωτοδικείου Πατρών Α. Κ.) άσκησε προσθέτους λόγους εφέσεως. Οι πρόσθετοι αυτοί λόγοι ασκήθηκαν νομότυπα, εμπρόθεσμα και παραδεκτά, σύμφωνα μ' αυτά που εκτέθηκαν στη νομική σκέψη. Επομένως, αυτοί είναι τυπικά δεκτοί και πρέπει να ερευνηθούν περαιτέρω κατά την ίδια διαδικασία, αν είναι βάσιμοι και ουσιαστικά συνεκδικαζόμενοι με την έφεση.
Με την από 10.8.2000 αγωγή των εφεσίβλητων κατά του εκκαλούντος (αρ. εκθ. καταθ. 6445/1334/2000), οι εφεσίβλητες - ενάγουσες εξέθεταν ότι με κοινή απόφαση των υπουργών Οικονομικών και ΠΕΧΩΔΕ, που δημοσιεύθηκε νόμιμα στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, απαλλοτριώθηκαν αναγκαστικά με δαπάνες του εκκαλούντος-ενάγοντος Δημοσίου και των ωφελουμένων παρόδιων ιδιοκτητών για λόγους δημοσίας ωφέλειας, όπως ειδικότερα περιγράφονται σ' αυτήν μερικότερα τμήματα των ιδιοκτησιών της. Ότι οι ίδιοι δεν υποχρεούνται σε αυτοαποζημίωση για τις εκτάσεις που απαλλοτριώθηκαν και αντιστοιχούν στον καθένα, διότι δεν ωφελούνται αλλά αντιθέτως βλάπτονται από την επίδικη απαλλοτρίωση, για τους λόγους που αναφέρονται σ' αυτήν (αγωγή). Με βάση αυτά και επικαλούμενοι μαχητό του τεκμηρίου, που καθιερώνει το άρθρο 1 παρ. 1 και 3 του ν. 653/1977, όπως ισχύει μετά την τροποποίηση του, ζήτησαν, κατά παραδεκτό περιορισμό του αιτήματος της αγωγής από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό, να αναγνωριστεί ότι το εναγόμενο υποχρεούται να καταβάλει για αποζημίωση των απαλλοτριουμένων εδαφικών εκτάσεων για τα οποία δεν καταβλήθηκε (αποζημίωση) στον πρώτο 13.325.000 δρχ., στον δεύτερο και τρίτο από κοινού 57.50Ο.ΟΟΟ δρχ. και στην τετάρτη 4.225.00 δρχ., των οποίων αναγνωρίστηκαν δικαιούχοι με τις 98/1996 και 203/1997 αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επιδόσεως της αγωγής. Επ' αυτής διατάχθηκαν αποδείξεις, μετά τη διεξαγωγή των οποίων εκδόθηκε η προαναφερόμενη απόφαση, η οποία έκανε δεκτή κατά ένα μέρος την αγωγή από ουσιαστική άποψη και αναγνώρισε ότι το εναγόμενο υποχρεούται να καταβάλει: α') στον πρώτο ενάγοντα το ποσό των 31.283,93 ευρώ, β') στον δεύτερο και τρίτο ενάγοντες 134.996,33 ευρώ και γ') στην τέταρτη ενάγουσα 12.399,11 ευρώ, νομιμότοκα από την επομένη της επιδόσεως της αγωγής, και επέβαλε μέρος από τα δικαστικά έξοδα των εναγόντων στον εναγόμενο.
Κατά της αποφάσεως αυτής παραπονείται το εκκαλούν Δημόσιο με την κρινόμενη έφεση του κατ' εκτίμηση των λόγων αυτής για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, και ζητεί την εξαφάνιση και απόρριψη της αγωγής.
Οι διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1, 3 και 4 του ν. 653/1977, που εισάγουν αμάχητο τεκμήριο ωφελείας των κατά μήκος της διανοιγομένης εθνικής οδού ευρισκομένων ακινήτων αντίκειται στο άρθρο 1 του πρώτου (πρόσθετου) πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για τα δικαιώματα του ανθρώπου (ΕΣΔΑ), η οποία μετά την επικύρωση της με το ν.δ 53/1974 αποτελεί εσωτερικό δίκαιο και υπερισχύει από κάθε άλλη διάταξη του ημεδαπού δικαίου, άρα και της ανωτέρω διατάξεως του ν. 653/1977 (άρθρα 28 § 1 του Συντάγματος). Το ως άνω όμως τεκμήριο εξακολουθεί να ισχύει ως μαχητό, όπως κρίθηκε από τις με αριθμούς 31423/1996 (υπόθεση Παπαχελάς κατά Ελλάδος), 106/1995/612/700 (υπόθεση Τσόμτσος κατά Ελλάδος) και 72/1995/578/664 (υπόθεση Κατικαρίδης κατά Ελλάδος) αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ). Ειδικότερα, κατά τις αποφάσεις αυτές του ΕΔΔΑ, για τον καθορισμό της οφειλομένης αποζημιώσεως στην περίπτωση της αναγκαστικής απαλλοτριώσεως ακινήτων για έργα συγκοινωνιακού δικτύου, κατ' αρχήν μπορούν νόμιμα να ληφθούν υπόψη τα πλεονεκτήματα, που προκύπτουν από τις αντίστοιχες εργασίες για τους ιδιοκτήτες ακινήτων κατά μήκος της οδού όχι όμως αμάχητα με τη μείωση της αποζημιώσεως κατά ποσό ίσο με την αξία του τιμήματος της οδού, σε πλάτος 15 μέτρων σε όλες τις περιπτώσεις αδιακρίτως αλλά κατά περίπτωση, ανάλογα με την έκταση της ωφέλειας, έτσι ώστε οι ενδιαφερόμενοι να μπορούν να επικαλεστούν στα πλαίσια της ποικιλίας των καταστάσεων και των διαφορών, που προκύπτουν κυρίως από τη φύση των εργασιών και τη διαμόρφωση των τόπων, και ν' αποδείξουν ότι στην πραγματικότητα από το συγκεκριμένο έργο δεν είχε κανένα ή ελάχιστο όφελος, ακόμη και ότι τους προκάλεσε ζημία λίγο ή πολύ σημαντική. Η περίπτωση αυτή είναι διαφορετική από εκείνη της απομειωτικής επί της αξίας επιρροής, που ασκεί η απότμηση του απαλλοτριωθέντος τμήματος του ακινήτου από το απομένον, οπότε ανακύπτει το ζήτημα της ιδιαίτερης αποζημιώσεως για το απομένον αυτό τμήμα, εφόσον αυτό εξαιτίας της απότμησης υφίσταται σημαντική υποτίμηση της αξίας του ή καθίσταται άχρηστο για τη χρήση για την οποία προορίζεται (ΕφΑΘ 5343/1949 Δνη 42.755). Μετά δε τις προαναφερθείσες αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου, ότι το ενλόγω τεκμήριο είναι μαχητό, θεωρήθηκε αναγκαία η νομοθετική ρύθμιση της αποδείξεως της ωφέλειας. Έτσι, κατά το άρθρο 33 του ν. 297/2001, «αιγιαλός, παραλία και άλλες διατάξεις» (ΦΕΚ Α' 285/19.12.2001), το τεκμήριο ωφελείας των ιδιοκτητών κατά τις διατάξεις του ν. 658/1977 κρίνεται μετά την κήρυξη της απαλλοτριώσεως από το αρμόδιο για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημιώσεως εφετείο κατά την ειδική διαδικασία του άρθρου αυτού. Με το άρθρο 37 περ. α' του ίδιου νόμου ορίστηκε ότι η ισχύς των διατάξεων του άρθρου 33 αρχίζει μετά την πάροδο ενός (1) μηνός από τη δημοσίευση του στην ΕτΚ και εφαρμόζεται και για τις αναγκαστικές απαλλοτριώσεις που δεν έχουν μέχρι της ισχύος του συντελεσθεί. Προ της ισχύος του νόμου αυτού και του άρθρου 33 παρ. 1 αυτού, σε περίπτωση αμφισβητήσεως του παρόδιου ιδιοκτήτη ότι ωφελείται το ακίνητο του από τη διάνοιξη, διαπλάτυνση, βελτίωση κλπ. των οδών, που προαναφέρθηκαν και προβολής ισχυρισμού του ότι αυτός δεν υποχρεούται σε αυτοαποζημίωση, δημιουργείται διαφορά, για την επίλυση της οποίας αρμόδια ήταν τα πολιτικά δικαστήρια, που δίκαζαν κατά την τακτική διαδικασία (ΟλΑΠ 1/1998, Δνη 29.1569, ΟλΑΠ 8/1999, ΝοΒ 48.442). Επομένως, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 33 παρ. 1 και 37 περ. α' του ν. 297/2001 συνάγεται σαφώς ότι ο ισχυριζόμενος ότι δεν ωφελείται από τη διάνοιξη της εθνικής οδού, επιδιώκοντας την ανατροπή του τεκμηρίου ωφελείας ώστε να αποζημιωθεί και για το τμήμα για το οποίο θεωρήθηκε ότι αυτοαποζημιώνεται ως ωφελούμενος παρόδιος, δικαιούται να ασκήσει σχετική αγωγή ενώπιον του αρμοδίου καθ' ύλη Δικαστηρίου, η οποία δικάζεται κατά την τακτική διαδικασία, εφόσον η απαλλοτρίωση έχει συντελεστεί μέχρι την ισχύ του ως άνω άρθρου 33 του ν. 2971/2001 (βλ. ΕφΠατρ 605/2002, 662/2003 και 1047/2003, αδημοσ. το ίδιο δέχεται και ο Ι. Χορομίδης Αναγκαστικές απαλλοτριώσεις, 2004, σελ. 997). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της εφέσεως του το εκκαλούν εκθέτει ότι η αγωγή έπρεπε να απορριφθεί ως απαράδεκτη, καθόσον το Πολυμελές Πρωτοδικείο Πατρών στερούνταν της δικαιοδοσίας να τη δικάσει, διότι αρμόδια είναι τα τακτικά διοικητικά δικαστήρια, λόγω του ότι: α') οι διατάξεις του άρθρου 1 παρ. β', 3 και 4 του ν. 653/1977, που εισάγουν αμάχητο τεκμήριο ωφελείας των κατά μήκος της διανοιγομένης εθνικής οδού ευρισκομένων ακινήτων, αντίκειται στο άρθρο 1 του πρώτου (προσθέτου) πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για τα δικαιώματα του ανθρώπου, η οποία, μετά την επικύρωση της με το ν.δ. 53/1974, αποτελεί εσωτερικό δίκαιο, που υπερισχύει από κάθε άλλη διάταξη του ημεδαπού δικαίου, το δε ως άνω τεκμήριο εξακολουθεί να ισχύει ως μαχητό, όπως κρίθηκε με διάφορες αποφάσεις του ΕΔΔΑ και ότι ο ισχυριζόμενος ότι δεν ωφελείται από τη διάνοιξη της εθνικής οδού μπορεί να αποδείξει τούτο και να ανατρέψει το τεκμήριο ωφελείας, ώστε να αποζημιωθεί και για το τμήμα που τα αρμόδια όργανα θεώρησαν ότι αυτοαποζημιώνεται και β') ότι το αίτημα του ιδιοκτήτη για αποζημίωση στηρίζεται στο άρθρο 105 του ΕισΝ του ΑΚ και τα άρθρα 914 και 297 ΑΚ, διότι υπάρχει παρανομία των οργάνων του Δημοσίου κατά την άσκηση της δημοσίας εξουσίας που τους ανατέθηκε, στα πλαίσια της διαδικασίας της αναγκαστικής απαλλοτριώσεως, με το να εφαρμόσουν τις διατάξεις των άρθρων 1, παρ. 1, 3 και 4 του ν. 653/1977, από δε την παρανομία αυτή προκλήθηκε ζημία στους εφεσίβλητους των. Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος, καθόσον η αποζημίωση αυτή αφορά απαλλοτριωθέντα (αλλά μη αποζημιωθέντα) ακίνητα και δεν έχουν σχέση ούτε με την ιδιαίτερη αποζημίωση που καθορίζεται για τη μείωση της αξίας του απομένοντος εκτός απαλλοτριώσεως τμήματος, γιατί η τελευταία αυτή αποζημίωση αφορά μη απαλλοτριωθέν ακίνητο, ούτε έχει σχέση με την αποζημίωση που προβλέπεται στο άρθρο 105 του ΕισΝΑΚ, η οποία οφείλεται για παράνομη πράξη ή παράλειψη των οργάνων της διοικήσεως, κατά την άσκηση των καθηκόντων τους στα πλαίσια της διαδικασίας της αναγκαστικής απαλλοτριώσεως, αλλά αφορά την καταβολή της αξίας τμήματος του απαλλοτριωθέντος ακινήτου εκείνου που ενδιαφέρεται, για το οποίο τα αρμόδια όργανα ενεργώντας νομίμως (δηλαδή κατ' εφαρμογή νομίμου τεκμηρίου) και όχι παρανόμως, έκριναν ότι αυτοαποζημιώνεται ως ωφελούμενος παρόδιος.
Από την επανεκτίμηση των εγγράφων που νομίμως επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, μεταξύ των οποίων και της από 28.11.2001 πραγματογνωμοσύνης του Πολιτικού Μηχανικού Γ. Σ., που διατάχθηκε με την 466/2001 προδικαστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικάστηρίου και από όλη τη διαδικασία αποδείχτηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Με την 1149642/9012/ 0012/23.12.1993 κοινή απόφαση των υπουργών οικονομικών και ΠΕΧΩΔΕ, που δημοσιεύθηκε νόμιμα στην εφημερίδα της κυβερνήσεως, απαλλοτριώθηκε αναγκαστικά με) δαπάνες του εναγομένου - εκκαλούντος δημοσίου και των ωφελουμένων παρόδιων ιδιοκτητών, για λόγους δημοσίας ωφελείας και συγκεκριμένα για τη βελτίωση της ευρείας παρακάμψεως των Πατρών και ειδικότερα για την παράκαμψη Πατρών (περιμετρική) του τμήματος Κ1-Κ4 (Χάραδρος - Διακονιάρης) και κατασκευή κόμβου Κ1 εδαφική έκταση μετά των επικειμένων της ευρισκομένη στην ευρύτερη περιοχή των Πατρών, που εικονίζεται αρχικά στα από 1992 και με αριθμούς Σ1, Σ2, Σ3 και Σ4 κτηματολογικά διαγράμματα και στον αντίστοιχο με αριθμό Τ1 κτηματολογικό πίνακα της Διευθύνσεως Δ12 του υπουργείου Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων, τα οποία έχει συντάξει η τοπογράφος μηχανικός Ε. Π. Και έχει θεωρήσει ο Διευθυντής της αναφερομένης Διευθύνσεως του ΥΠΕΧΩΔΕ στις 11.5.1993, όπως αυτά τροποποιήθηκαν και εμφαίνονται στα από 15.9.2004 κτηματολογικά διαγράμματα, νομίμως θεωρημένα και ισχύουν σήμερα. Μεταξύ των απαλλοτριουμένων ακινήτων περιλαμβάνονται: α') το με αύξοντα αριθμό 37 του κτηματολογικού πίνακα ακίνητο ιδιοκτησίας του πρώτου ενάγοντος, το οποίο είχε εμβαδόν 2.158 τ.μ., βρίσκεται εκτός του ρυμοτομικού σχεδίου της πόλεως και εκτός των ορίων οικισμού και συνορεύει ανατολικώς με την ΠΕΟ Πατρών-Αθηνών, επί πλευράς μήκους 20 μέτρων, δυτικώς με ΝΕΟ Πατρών-Αθηνών, βορείως με ιδιοκτησία Α. και νοτίως με ιδιοκτησία Γ. και του οποίου η κυριότητα αποκτήθηκε κατά το 1/2 με την 17.004/22.6.1989 πράξη αποδοχής κληρονομιάς, νόμιμα μεταγεγραμμένης στα βιβλία μεταγραφών του υποθηκοφυλακείου Πατρών, στον τόμο XXX και αριθμό XXX και κατά το άλλο μισό με το 17.142/2.10.1989 συμβόλαιο ανταλλαγής του συμβολαιογράφου Πατρών Α. Σ., που νόμιμα μεταγράφηκε στον τόμο και αριθμό XXX. Πριν από την απαλλοτρίωση το ως άνω ακίνητο ήταν άρτιο και οικοδομήσιμο κατά παρέκκλιση (άρθρο1 παρ. 2 ββ του π.δ. 24.5.1985, ΦΕΚ 270 Δ'). Μετά την απαλλοτρίωση όμως, κατά την οποία απαλλοτριώθηκε τμήμα 1.081 τ.μ. απ' αυτό, το τμήμα που απέμεινε, εμβαδού 1.077 τ.μ. με πρόσωπο 22.00 μ. επί της βελτιωμένης ΠΕΟ Πατρών-Κορίνθου και με βάθος 5.200 μ., μπορεί μεν να παραμένει άρτιο και οικοδομήσιμο κατά παρέκκλιση, σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ. 2α' του π.δ. 24.5.1985 (ΦΕΚ 270 Δ), αλλά οι γραμμές δομήσεως, που καθορίζονται σε απόσταση 60 μέτρων από τον άξονα του κλάδου III (συνδετήρια οδό της ΝΕΟ) και σε απόσταση 45 μέτρων από τον άξονα βελτιώσεως της ΠΕΟ Πατρών - Κορίνθου και οι ζώνες που δημιουργούνται από τις οικοδομικές αυτές γραμμές του ακινήτου, αρχής γενομένης από τους αντίστοιχους άξονες των οδών (δηλαδή του κλάδου III και της ΠΕΟ) προς το ανωτέρω ακίνητο, εντός των οποίων απαγορεύεται η δόμηση, επικαλύπτονται σε πλάτος 24 μέτρων, μη αφήνοντας ελεύθερο τμήμα του ακινήτου στο οποίο να επιτρέπεται η δόμηση 2) το με αριθμό 38 του κτηματολογικού πίνακα ακίνητο, ιδιοκτησίας του δευτέρου ενάγοντος Γ. Α., κατά την ψιλή κυριότητα και του τρίτου (ενάγοντος) Μ. Α., κατά την επικαρπία, το οποίο έχει εμβαδόν 7.146 τ.μ., βρίσκεται εκτός του ρυμοτομικού σχεδίου της πόλεως και εκτός των ορίων του οικισμού αλλά εντός της ζώνης του οικισμού Μποζαϊτικων-Πατρών και συνορεύει ανατολικώς με ΠΕΟ Πατρών-Αθηνών, επί πλευράς μήκους 94,75 μ., δυτικώς με ΝΕΟ Πατρών-Αθηνών, μεσημβρινώς με ιδιοκτησία Κ. και αρκτικώς με πρώην ιδιοκτησία Κ., του οποίου η κυριότητα αποκτήθηκε με το 7549/64 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Πατρών Χ.Κ., νόμιμα μεταγεγραμμένου στα βιβλία μεταγραφών του υποθηκοφυλακείου Πατρών (τόμ. XXX/αριθμ. XXX). Πριν από την απαλλοτρίωση το ανωτέρω ακίνητο ήταν άρτιο και οικοδομήσιμο κατά κανόνα, σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ. 1α ' του π.δ. 24.5.1985, αλλά οι γραμμές δομήσεως, που καθορίζονται σε απόσταση 60 μέτρων από τον άξονα της ΝΕΟ και σε απόσταση 45 μέτρων από τον άξονα βελτιώσεως της ΠΕΟ Πατρών-Κορίνθου και οι ζώνες που δημιουργούνται από τις οικοδομικές αυτές γραμμές του ακινήτου, αρχής γενομένης από τους αντίστοιχους άξονες των οδών ΝΕΟ και ΠΕΟ προς το ανωτέρω ακίνητο, εντός των οποίων απαγορεύεται η δόμηση, επκαλύπτονται σε πλάτος 23,50 μ., μη αφήνοντας ελεύθερο τμήμα του ενλόγω ακινήτου στο οποίο να επιτρέπεται η δόμηση, και 3) το με αριθμό 7 του κτηματολογικού πίνακα ακίνητου ιδιοκτησίας της τέταρτης ενάγουσας, το οποίο έχει εμβαδόν 925 τ.μ., βρίσκεται εκτός του ρυμοτομικού σχεδίου πόλεως, εκτός των ορίων οικισμού αλλά εντός της ζώνης του οικισμού Μποζαϊτικων Πατρών και συνορεύει ανατολικά με ΠΕΟ Πατρών-Αθηνών, με πρόσωπο 48,40 μ., δυτικά με όριο απαλλοτριώσεως ΝΕΟ, βορείως με χείμαρρο Χάραδρο και νοτίως με ιδιοκτησίας Κ., του οποίου η κυριότητα αποκτήθηκε δυνάμει του 887/30.12.1991 αγοραπωλητηρίου συμβολαίου της συμβολαιογράφου Πατρών Κ. Π., νομίμως μεταγεγραμμένου στα βιβλία μεταγραφών του υποθηκοφυλακείου Πατρών. Πριν από την απαλλοτρίωση το ανωτέρω ακίνητο ήταν άρτιο και οικοδομήσιμο κατά παρέκκλιση κατά τα προαναφερόμενα άρθρα του π.δ. 24.5.85 όμως, κατά τα οποία απαλλοτριώθηκε τμήμα 169 τ.μ. εξ αυτού, το εναπομείναν τμήμα 756 τ.μ., το οποίο εφάπτεται επί της βελτιωμένης ΠΕΟ Πατρών-Κορίνθου με πρόσωπο 48,40 μ., επί της βελτιωμένης ΠΕΟ Πατρών-Κορίνθου με βάθος 26,00 μ., μπορεί να παραμένει άρτιο και οικοδομήσιμο κατά παρέκκλιση, κατά τα ανωτέρω, αλλά οι γραμμές δομήσεως, που καθορίζονται σε απόσταση 60 μέτρων από τον άξονα της ΝΕΟ και σε απόσταση 45 μέτρων από τον άξονα της βελτιώσεως της ΠΕΟ Πατρών-Κορίνθου και οι ζώνες που δημιουργούνται από τις οικοδομικές αυτές γραμμές του ακινήτου, αρχής γενομένης από τους αντίστοιχους άξονες των οδών (δηλαδή της ΝΕΟ και της ΠΕΟ) προς το ανωτέρω ακίνητο, που μέσα στις ζώνες αυτές απαγορεύεται η δόμηση, επικαλύπτονται σε πλάτος 51,50 μέτρων, μη αφήνοντας ελεύθερο τμήμα του ενλόγω ακινήτου στο οποίο να επιτρέπεται η δόμηση. Περαιτέρω, με την 330/1996 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, όπως αυτή διορθώθηκε με την 650/1996 απόφαση του ως άνω δικαστηρίου, καθορίστηκε προσωρινή τιμή μονάδος αποζημιώσεως για τις απαλλοτριούμενες εκτάσεις 25.000 δραχμές ανά τ.μ. και ιδιαίτερη αποζημίωση για τα προαναφερόμενα εναπομείναντα τμήματα των ιδιοκτησιών των εναγόντων, καθόσον κρίθηκε ότι μειώνεται η αξία τους κατά ποσοστό 80%, ενώ με την 777/1999 απόφαση του Εφετείου Πατρών καθορίστηκε για τα ανωτέρω ακίνητα των τριών πρώτων εναγόντων οριστική τιμή μονάδας αποζημιώσεως το ποσό των 20.000 δρχ. ανά τ.μ. και για το ακίνητο της τέταρτης ενάγουσας 25.000 δρχ. το τ.μ. Οι ενάγοντες υποχρεώθηκαν σε αυτοαποζημίωση εδαφικής εκτάσεως 533 τ.μ. ο πρώτος, 2.300 τ.μ. οι δεύτερος και τρίτος και 169 τ.μ. η τέταρτη. Επομένως, το καθιερούμενο από τη διάταξη του άρθρου 1 παρ.1, 3 του ν. 653/1977 τεκμήριο ωφελείας των ακινήτων, που βρίσκονται κατά μήκος της Ε.Ο., που διανοίγεται ή βελτιώνεται, το οποίο, κατά την άποψη που επικράτησε μετά την έκδοση των προαναφερομένων στη νομική σκέψη αποφάσεων του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (βλ. και ΟλΑΠ 8/1999, Δνη 40.559, Ευρωπαϊκή Σύμβαση για τα δικαιώματα του ανθρώπου, έκδοση 1999, με εισαγωγή Στέφανου Ματθία, σελ. 45) είναι μαχητό, ανατράπηκε, καθόσον αποδείχθηκε ότι με την ένδικη απαλλοτρίωση τα ακίνητα των εναγόντων όχι μόνο δεν ωφελήθηκαν, αφού και πριν από την απαλλοτρίωση εφάπτονταν της Παλαιάς και Νέας Εθνικής οδού Πατρών-Κορίνθου αλλά ζημιώθηκαν αρκετά, καθόσον τα τμήματα των ακινήτων τους που είχαν απομείνει πριν από την απαλλοτρίωση ήταν άρτια και οικοδομήσιμα απώλεσαν την οικοδομική τους αξία, αφού δεν ήταν οικοδομήσιμα πλέον. Συνεπώς, εφόσον οι ενάγοντες είναι μη ωφελούμενοι παρόδιοι δεν έχει εφαρμογή στην περίπτωση τους το άρθρο 1 παρ. 3, 3 και 4 του ν. 653/1977 και δεν έχουν υποχρέωση να αυτοαποζημιωθούν για τα απαλλοτριωθέντα τμήματα που απέμειναν. Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτή κατά ένα μέρος η αγωγή και από ουσιαστική άποψη και να αναγνωριστεί ότι το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο υποχρεούται να καταβάλει για αποζημίωση των απαλλοτριουμένων εδαφικών εκτάσεων των 533 τ.μ. στον πρώτο ενάγοντα, 2.300 τ.μ. στον δεύτερο και τον τρίτο και 169 τ.μ. στην τέταρτη ενάγουσα, για τις οποίες (εκτάσεις) ορί¬στηκε ότι οι ενάγοντες υποχρεούνται σε αυτοποαζημίωση: α') στον πρώτο ενάγοντα 10.660.000 δρχ. (5.332 τ.μ. Χ 20.000 δρχ.), ή 31.283,93 ευρώ, β') στους δεύτερο και τρίτο ενάγοντες από κοινού 46.000.000 δρχ. (2.300 Χ 20.000 δρχ.) ή 134.996,33 ευρώ και γ') στην τέταρτη ενάγουσα 4.225.000 δρχ. (169 τ.μ. Χ 25.000 δρχ.) ή 12.399,11 ευρώ. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο με τις ίδιες σκέψεις δέχθηκε τα ανωτέρω, δεν έσφαλε ως προς την κρίση του αυτήν και ορθά το νόμο εφήρμοσε και τις αποδείξεις εκτίμησε, και πρέπει να απορριφθούν οι 2ος και 3ος λόγοι αυτής. Έσφαλε όμως αυτό, καθόσον, μολονότι αναγνώρισε ότι υποχρεούται στην καταβολή των αναφερομένων σ’ αυτό ποσών, αναφέρει ότι αυτά οφείλονται με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επιδόσεως της αγωγής, καθόσον για την έναρξη τοκοδοσίας επί οφειλής ΝΠΔΔ και Δημοσίου απαιτείται επίδοση μόνο καταψηφιστικής αγωγής και δεν αρκεί ούτε η επίδοση αναγνωριστικής αγωγής ούτε ακόμη η επίδοση καταψηφιστικής αν αυτή αργότερα τραπεί σε αναγνωριστική (ΑΠ 1010/2000 Δνη 429) και όχι αναγνωριστικής όπως στην προκείμενη περίπτωση. Συνεπώς, βασίμως παραπονείται περί τούτου το εκκαλουν δημόσιο με τον μοναδικό πρόσθετο λόγο της εφέσεως. Με τις σκέψεις αυτές αποδεικνύεται ότι η κρινόμενη έφεση πρέπει να γίνει κατά ένα μέρος δεκτή μόνον ως προς τον λόγο αυτόν (πρόσθετο) και από ουσιαστική άποψη, να εξαφανιστεί η εκκαλούμενη απόφαοη μόνον ως προς τη διάταξη που αφορά το νομιμότοκο της αποζημιώσεως, να κρατηθεί η αγωγή για κατ' ουσίαν έρευνα (άρθρο 535 § 1 ΚΠολΔ) και πρέπει, σύμφωνα με τα ανωτέρω, να γίνει κατά ένα μέρος δεκτή η αγωγή, κατά το διατακτικό της παρούσας...