1. Skip to Main Menu
  2. Skip to Content
  3. Skip to Footer
Καλως ήρθατε στο ανανεωμένο FOGGS.gr

- Πλαστότητα εγγράφου.

 E-mail

- Πλαστότητα εγγράφου. Για το παραδεκτό του ισχυρισμού για πλαστότητα δημόσιου ή ιδιωτικού εγγράφου, απαιτείται όπως αυτός που προβάλλει τον ισχυρισμό για πλαστότητα να αναφέρει ονομαστικά τους μάρτυρες και τα άλλα αποδεικτικά μέσα και να προσκομίσει τα έγγραφα που αποδεικνύουν την πλαστότητα. Ο περιορισμός όμως αυτός, έχει εφαρμογή μόνον όταν ο ισχυρισμός της πλαστότητας προβάλλεται κατ’ ένσταση ή με παρεμπίπτουσα αγωγή. Δεν ισχύει η υποχρέωση αυτή όταν η πλαστότητα του εγγράφου προτείνεται με κύρια (αυτοτελή) αναγνωριστική αγωγή, επι της οποίας έχουν εφαρμογή οι κοινοί κανόνες των άρθρων 216 και 270 ΚΠολΔ. Αν έγγραφο προσβάλλεται παρεμπιπτόντως ως πλαστό χωρίς να αποδίδεται η πλαστογραφία σε ορισμένο πρόσωπο το δικαστήριο διατάζει αποδείξεις μόνον αν εκείνος που προσκόμισε το έγγραφο επιμένει να το χρησιμοποιήσει και το έγγραφο είναι κατά την κρίση του δικαστηρίου ουσιώδες για τη διάγνωση της υπόθεσης (άρθρο 46 ΚΠολΔ). Όμως και για την παρεμπίπτουσα χωρίς δηλαδή την κατονόμαση πλαστογράφου προσβολή εγγράφου ως πλαστό απαιτείται η ύπαρξη ειδικής πληρεξουσιότητας. (ΕφΚρ 723/1997 Δ 24.685, ΕφΑθ 7861/1984 ΝΔ 31.158).
- Ιδιωτικά έγγραφα. Αποδεικτική δύναμη. Η αμφισβήτηση της γνησιότητας, αποτελεί άρνηση και όχι ένσταση, διαφέρει από την ένσταση πλαστότητας (ΕφΑθ 1601/92 Δ 23 1088), γι’ αυτό δεν απαιτείται ειδική πληρεξουσιότητα (ΕφΑθ 438/78 Δ 23 793), πρέπει να είναι ευθεία, σαφής και άμεση (ΑΠ 516/82 ΝοΒ 31 804, ΑΠ 1361/91 ΕλλΔνη 33 1196), και όχι ενδοιαστική (ΑΠ 797/89 ΕλλΔνη 31 1275), και να γίνει αμέσως κατά την προσαγωγή του εγγράφου (άρθρο 457 παρ. 2 ΚΠολΔ,Εφ Λαρ 70/2001 ΕλλΔνη 45/526), δηλαδή στη συζήτηση, κατά την οποία το έγγραφο προσκομίστηκε με επίκληση στο δικαστήριο (ΑΠ 511/95 ΕλλΔνη 38 87), και όχι σε μεταγενέστερη συζήτηση (ΕφΑθ 4499/86 ΕλλΔνη 27 1344).
- Διακοπή της δίκης. Η δίκη διακόπτεται αν μέχρι το τέλος της προφορικής συζητήσεως μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση αποθάνει κάποιος από τους διαδίκους. Η διακοπή επέρχεται μόνο από τη γνωστοποίηση προς τον αντίδικο του λόγου της διακοπής με επίδοση δικογράφου ή με προφορική δήλωση στο ακροατήριο απ’ αυτόν που δικαιούται να επαναλάβει τη δίκη ή τον πληρεξούσιο του διαδίκου στο πρόσωπο του οποίου επήλθε ο λόγος της διακοπής.
- Διεκδικητική αγωγή. Παραγραφή της διεκδικητικής αγωγής και χρόνος έναρξης αυτής.
(ΦΑΝΙΑ)Αριθμός 5049/2005

ΤΟ ΠΟΛΥΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

(Τακτική Διαδικασία)

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές Μαρουλιώ Δαβίου, Πρόεδρο Πρωτοδικών, Αικατερίνη Παπαδάκη, Πρωτοδίκη, Δημήτριο Κουλαξίζη, Πρωτοδίκη -Εισηγητή και τη Γραμματέα Κλεάνθη Ζούρου.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 16 Μαρτίου 2005 , για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ :

Των καλούντων -εναγόντων: 1) ΧΧΧ, κατοίκου Πειραιώς, 2) ΧΧΧ, κατοίκου Πειραιώς, από τους οποίους ο πρώτος εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους του Βασίλειο Βενέτη και Κων/νο Καλλίγερο, ο δεύτερος εμφανίστηκε στο ακροατήριο με τους ίδιους ως άνω πληρεξούσιους δικηγόρους, οι οποίοι δήλωσαν ότι συνεχίζουν τη δίκη, η οποία είχε διακοπεί βιαίως με το θάνατο της αρχικής ενάγουσας, ΧΧΧ, πρώην συζύγου του ΧΧΧ, κατοίκου εν ζωή Πειραιώς, ως νόμιμοι και αποκλειστικοί κληρονόμοι αυτής.

Του καθ’ ου η κλήση -εναγομένου: ΧΧΧ, κατοίκου Κυθήρων, ο οποίος στο ακροατήριο εμφανίστηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Απόστολο Κοκόλια.

Η αρχική ενάγουσα (ΧΧΧ) , με την από 6-11-2001 και με αριθμό κατάθεσης 10588/23-11-2001 αγωγή της είχε ζητήσει να γίνει αυτή δεκτή, είχε προσδιοριστεί για τις 24-5-2002 , οπότε και ματαιώθηκε. Η υπόθεση λόγω βιαίας διακοπής της δίκης ως προς την αποβιώσασα αρχική ενάγουσα επανέρχεται για νέα συζήτηση με τους νόμιμους και αποκλειστικούς κληρονόμους αυτής. Η σχετική κλήση κατατέθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου αυτού με αριθμό 4570/29-52002, προσδιορίστηκε για τις 15-10-2003 και μετά από αναβολή για την αρχικά αναφερόμενη δικάσιμο και γράφτηκε στο πινάκιο. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στις προτάσεις τους.

ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 460, 461 και 463 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, για το παραδεκτό του ισχυρισμού για πλαστότητα δημόσιου ή ιδιωτικού εγγράφου, απαιτείται όπως αυτός που προβάλλει τον ισχυρισμό για πλαστότητα να αναφέρει ονομαστικά τους μάρτυρες και τα άλλα αποδεικτικά μέσα και να προσκομίσει τα έγγραφα που αποδεικνύουν την πλαστότητα (ΑΠ Ολ 23/1999 ΕλΔνη 41,30, ΑΠ 151/1999 και 188/1999 ΕλΔνη 40, 1092 και 1094 αντίστοιχα ΕφΠειρ 127/1999 ΕΕμπΔ 1999 .770) Ο περιορισμός όμως αυτός, ενόψει ότι η τελευταία διάταξη (άρθρο 463 ΚΠολΔ), που έχει ενταχθεί στο περί αποδείξεων 120 κεφάλαιο και του περί εγγράφων (ως αποδεικτικών μέσων) όγδοο τίτλο του ΚΠολΔ, ρυθμίζει κανόνες της αποδεικτικής διαδικασίας για την πλαστότητα εγγράφου που προσβάλλεται παρεμπιπτόντως σε εκκρεμή δίκη, έχει εφαρμογή μόνον όταν ο ισχυρισμός της πλαστότητας προβάλλεται κατ’ ενσταση ή με παρεμπίπτουσα αγωγή, καθόσον τείνει στην αποτροπή της στρεψοδικίας και παρελκύσεως της εκκρεμούς δίκης στο πλαίσιο της οποίας προσκομίσθηκε ως αποδεικτικό μέσο το προσβαλλόμενο ως πλαστό έγγραφο (ΕφΛαρ 368/2002 ΕλΔνη 45.525). Δεδομένου όμως ότι αυτός δεν ανάγεται στο ουσιαστικό δικαίωμα της κήρυξης εγγράφου ως πλαστού δεν ισχύει η υποχρέωση αυτή όταν η πλαστότητα του εγγράφου προτείνεται με κύρια (αυτοτελή) αναγνωριστική αγωγή, επι της οποίας έχουν εφαρμογή οι κοινοί κανόνες των άρθρων 216 και 270 ΚΠολΔ, όπως το τελευταίο ισχύει μετά την αντικατάσταση του με το άρθρο 21 του Ν. 2915/2000 (ΑΠΟλ 23/1999 και πλειοψηφία της ΑΠ 151/1999 ο.π. Γνμδ. Αρβανιτάκη σε ΕλΔνη 41,13 επομ. και εκεί παραπομπές). Περαιτέρω αν έγγραφο προσβάλλεται παρεμπιπτόντως ως πλαστό χωρίς να αποδίδεται η πλαστογραφία σε ορισμένο πρόσωπο το δικαστήριο διατάζει αποδείξεις μόνον αν εκείνος που προσκόμισε το έγγραφο επιμένει να το χρησιμοποιήσει και το έγγραφο είναι κατά την κρίση του δικαστηρίου ουσιώδες για τη διάγνωση της υπόθεσης (άρθρο 46 ΚΠολΔ). Ως ουσιώδες δε έγγραφο για τη διάγνωση της διαφοράς χαρακτηρίζεται αυτό που είναι το μέσο που αποδεικνύει το αμφισβητούμενο ζήτημα αλλά και αυτό που ως τεκμήριο) χρησιμοποιούμενο οδηγεί στα ως άνω (Βαθρακοκοίλης Ερμηνευτική -Νομολογιακή Ανάλυση ΚΠολΔ συμπλ. τόμος έκδοση 2001 υπό άρθρο 464 αρ. 1 σ. 447). Όμως και για την παρεμπίπτουσα χωρίς δηλαδή την κατονόμαση πλαστογράφου προσβολή εγγράφου ως πλαστό απαιτείται η ύπαρξη ειδικής πληρεξουσιότητας (ΕφΚρ 723/1997 Δ 24.685, ΕφΑθ 7861/1984 ΝΔ 31.158). Η εφαρμογή της προρρηθείσης διατάξεως προϋποθέτει ότι ο ισχυρισμός για πλαστότητα του εγγράφου προτάθηκε παραδεκτώς με την έννοια ότι τηρήθηκαν ο δίατυπώσεις του άρθρου 463 ΚΠολΔ (ΑΠ 378/1993 ΕλΔνη 35.1544). Τα ιδιωτικά έγγραφα δεν έχουν το τεκμήριο της γνησιότητας, όπως τα δημόσια έγγραφα (ΕφΑθ 266/98 ΕλΔνη 39 623). Η γνησιότητα των ιδιωτικών εγγράφων αποτελεί προϋπόθεση της τυπικής αποδεικτικής τους δύναμης (βλ. Αρβανιτάκη Αρμ 44 1061). Κατά το άρθρο, 443 ΚΠολΔ, για να έχουν αποδεικτική δύναμη τα ιδιωτικά αποδεικτικά έγγραφα πρέπει να έχουν την ιδιόχειρη υπογραφή του εκδότη, ως τέτοιος δε, κατά την έννοια του άρθρου αυτού, θεωρείται εκείνος ο οποίος αναλαμβάνει υποχρεώσεις από το έγγραφο (ΕφΠειρ 1157/96 ΕλΔνη 38 892). Η επίκληση και η προσαγωγή ιδιωτικού εγγράφου προς απόδειξη ουσιώδους ισχυρισμού περιέχει και τον ισχυρισμό ότι είναι γνήσιο, ο δε αντίδικος του έχει το βάρος της δήλωσης άρνησης της γνησιότητάς του και ο πρώτος το βάρος της απόδειξης της γνησιότητας, όταν αμφισβητηθεί(Εφ.Αθ8967/98ΕλλΔνη40446). Η αμφισβήτηση της γνησιότητας, αποτελεί άρνηση και όχι ένσταση, διαφέρει από την ένσταση πλαστότητας (ΕφΑθ 1601/92 Δ 23 1088), γι’ αυτό δεν απαιτείται ειδική πληρεξουσιότητα (ΕφΑθ 438/78 Δ 23 793), πρέπει να είναι ευθεία, σαφής και άμεση (ΑΠ 516/82 ΝοΒ 31 804, ΑΠ 1361/91 ΕλΔνη 33 1196), και όχι ενδοιαστική (ΑΠ 797/89 ΕλΔνη 31 1275), και να γίνει αμέσως κατά την προσαγωγή του εγγράφου (άρθρο 457 παρ. 2 ΚΠολΔ, ΕφΛαρ 70/2001 ΕλΔνη 45/526), δηλαδή στη συζήτηση, κατά την οποία το έγγραφο προσκομίστηκε με επίκληση στο δικαστήριο (ΑΠ 511/95 ΕλΔνη 38 87), και όχι σε μεταγενέστερη συζήτηση (ΕφΑθ 4499/86 ΕλΔνη 27 1344). Ακολούθως από το συνδυασμό των άρθρων 286 παρ. 1α, 287 και 290 ΚΠολΔ συνάγεται ότι η δίκη διακόπτεται αν μέχρι το τέλος της προφορικής συζητήσεως μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση αποθάνει κάποιος από τους διαδίκους. Η διακοπή επέρχεται μόνο από τη γνωστοποίηση προς τον αντίδικο του λόγου της διακοπής με επίδοση δικογράφου ή με προφορική δήλωση στο ακροατήριο απ’ αυτόν που δικαιούται να επαναλάβει τη δίκη ή τον πληρεξούσιο του διαδίκου στο πρόσωπο του οποίου επήλθε ο λόγος της διακοπής (ΕφΝαυπλ 293/1990 ΝοΒ39.413, Μακρίδου εις Ερμ. ΚΠολΔ Κεραμέα -Κονδύλη -Νίκα υπό άρθρο 287 αρ. 20.980).
Στην προκειμένη περίπτωση νόμιμα φέρεται προς περαιτέρω συζήτηση με την από 28-5-2002 (αυξ. αριθμ. εκθ. καταθ. 4570/29-5- 2002) κλήση της εναγούσης η από 6-11-2001 (αυξ. αριθμ. εκθ. καταθ. 10588/23- 11-2001) αγωγή της κατά του εναγομένου μετά τη ματαίωση της συζήτησης αυτής συνεπεία αποχής των δικηγόρων. Σύμφωνα δε με την προπαρατεθείσα νομική σκέψη στη μείζονα πρόταση της παρούσας επήλθε βιαία διακοπή της δίκης ως προς την αποβιώσασα αρχική ενάγουσα (βλ. προσκομιζόμενη υπ’ αριθμ. 9/Θ/2004 ληξιαρχική πράξη θανάτου του ληξιάρχου Κερατσινίου Αττικής) και υπήρξε γνωστοποίηση αυτού προς τον εναγόμενο με προφορική δήλωση των πληρεξουσίων δικηγόρων της εναγούσης ήδη αποβιωσάσης που καταχωρήθηκε στα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά δημοσίας συνεδριάσεως του παρόντος Δικαστηρίου. Ακολούθως επήλθε άμεση επανάληψη της δίκης αφού υπήρξε ρητή δήλωση εκ μέρους των κληρονόμων της εναγούσης κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τους πληρεξουσίους αυτών, παρισταμένου του αντιδίκου (βλ. ΕφΑθ 2645/1986 ΕλΔνη 27.859, ΕφΘεσ 2348/1989 ΕλΔνη 32.1348). Πλέον του γεγονότος ότι η δήλωση επαναλήψεως ενέχει σιωπηρή αποδοχή της κληρονομιάς (EφΑθ 7798/1984 ΕλΔνη 26.483, εν προκειμένω οι ήδη ενάγοντες καθολικοί διάδοχοι της ήδη αποβιωσάσης αρχικής εναγούσης εμφαίνονται ως οι μοναδικοί πλησιέστεροι συγγενείς της αρχικώς εναγούσης (βλ. το από 13-10-2004 πιστοποιητικό πλησιεστέρων συγγενών του Δημάρχου Πειραιά) έχουν υποβάλει δήλωση φόρου κληρονομιάς (βλ. την υπ’ αριθμ. 23/2005 δήλωση φόρου κληρονομιάς προς τη Δ.Ο.Υ ΧΧΧ Πειραιώς) και έχουν μεταγράψει περαιτέρω την υπ’ αριθμ. 7855/18-2-2005 δήλωση αποδοχής κληρονομιάς της συμβ/φου Αθηνών Μ. Μ. – Χ. στα βιβλία μεταγραφών Υποθηκοφυλακείου Κυθήρων (βλ. το από 21-22005 πιστοποιητικό του υποθηκοφύλακος Κυθήρων). Με την υπό κρίση αγωγή της η αρχικώς ενάγουσα εξέθετε ότι είχε αποκτήσει κατά τον ειδικότερα λεπτομερώς εκτιθέμενο στην αγωγή τρόπο τα ακίνητα που περιγράφονται στην αγωγή εκτενώς κατά θέση, έκταση, όρια και είδος (των μεν 4/48 εξ αδιαιρέτου δυνάμει εξ αδιαθέτου κληρονομικής διαδοχής παρά της μητρός της των δε ετέρων 44/48 εξ αδιαιρέτου δυνάμει ατύπου δωρεάς παρά των θείων της και των αδελφών της το έτος 1965 ως κατά τα ειδικότερα στοιχεία ιστορείται στην ένδικη αγωγή). Ότι ακολούθως ασκούσε επ’ αυτών τις προσιδιάζουσες εις έκαστον εμφανείς πράξεις νομής διανοία κυρίας. Ότι είχε προβεί στη μίσθωση ενίων εκ των επιδίκων ακινήτων προς τον πατέρα του εναγομένου και δη κατά το έτος 1976 ως οι ειδικότεροι όροι της προρρηθείσης μισθώσεως ιστορούνται στην ένδικη αγωγή. Ότι περαιτέρω ο προρρηθείς μισθωτής κατά το έτος 1993 εκδήλωσε την πρόθεση του για λύση της ως άνω ή μισθώσεως και αυτή (ενάγουσα) συμφώνησε προς τούτο. Πλην όμως όταν κατά το έτος 2001 οι εγγονοί της επεσκέφθησαν τη νήσο των Κυθήρων διαπίστωσαν ότι τα ως άνω ακίνητα κατέχοντο άνευ προς τούτο δικαιώματος από τον εναγόμενο, υιό του ως άνω μισθωτού αμφισβητώντας τοιουτοτρόπως το δικαίωμα κυριότητας της εναγούσης. Ότι αυτός εφέρετο δικαιούχος των επιδίκων ακινήτων δυνάμει ..." μεταβιβάσεως δια γονικής παροχής παρά της μητρός του ως ιστορείται εκτενώς στην ένδικη αγωγή. Με βάση τα προεκτεθέντα ζητεί να αναγνωρισθεί κυρία των επιδίκων ακινήτων, να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να της αποδώσει τη νομή αυτών δια της αποβολής του εξ αυτών. Περαιτέρω να απειληθεί κατ’ αυτού χρηματική ποινή ύψους 1.000.000 δρχ. Και να απαγγελθεί προσωπική κράτηση διάρκειας ενός έτους για κάθε μη συμμόρφωση αυτού προς το ανωτέρω και για κάθε μελλοντική προσβολη ή διατάραξη της νομης της εναγούσης επ’ αυτών. Περαιτέρω να κηρυχθεί Προσωρινά εκτελεστή η εκδοθησόμενη απόφαση και να καταδικαστεί στην καταβολή δικαστικής της δαπάνης. Με τέτοιο περιεχόμενο και αιτήματα η αγωγή αρμοδίως εισάγεται για να συζητηθεί ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου που είναι καθ’ ύλην και κατά τόπον αρμόδιο προς τούτο (άρθρα 7, 9, 11 αρθ., 13, 18 αρ. 1 Και 29 ΚΠολΔ) κατά την τακτική διαδικασία και είναι νόμιμη στηριζόμενη στις διατάξει των άρθρων 1094, 1045 ΑΚ και 70, 907, 908, 943 Και 176 ΚΠολΔ πλην του αιτήματος της περί κήρυξης της παρούσας προσωρινά εκτελεστής ως προς το αναγνωριστικό της αίτημα και του αιτηματος περι απειλής χρηματικης ποινής και απαγγελίας προσωπικής κράτησης που δεν είναι νόμιμο επί διεκδικητικής αγωγής (βλ. μεταξύ άλλων ΕφΘεσ 2581/1989 Αρμ. 43.857). Πρέπει επομένως να εξετασθεί περαιτέρω και από άποψη ουσιαστικής βασιμότητος αφού έχει εγγραφεί στα βιβλία διεκδικήσεων του αρμοδίου Υποθηκοφυλακείου (βλ. την από 25-1-2002 βεβαίωση της συμβολαιογράφου και μεταγραφοφύλακος Κηθύρων) και έχει καταβληθεί το προσήκον τέλος δικαστικού ενσήμου με τις νόμιμες υπέρ τρίτων προσαυξήσεις (βλ. το υπ’ αριθμ. 7946945/2003) διπλότυπο είσπραξης της Δ.Ο.Υ Δικαστικών Εισπράξεων Πειραιά μετά τα επ’ αυτού επικολληθέντα ένσημα υπέρ ΤΝ και ΤΠΔΠ και την υπ’ αριθμ. 887 απόδειξη προερχόμενη από το ΤΠΔΠ). Ο εναγόμενος με τις προτάσεις του αρνείται την αγωγή και ισχυρίζεται ότι η μητέρα του απέκτησε με άτυπη δωρεά τα επίδικα ακίνητα, τα οποία έκτοτε ενέμετο και κατέστη κυρία αυτών δι’ εκτάκτου χρησικτησίας λόγω της παρόδου χρόνου πλέον της εικοσαετίας και ότι περαιτέρω του μεταβίβασε αυτά με γονική παροχή το έτος 1993 και έκτοτε ήταν κύριος αυτών. Ο ισχυρισμός αυτός συνιστά άρνηση των ιστορουμένων στην ένδικη αγωγή περιστατικών αφού ο επικαλούμενος χρόνος κτήσεως δι εκτάκτου χρησικτησίας παρά της μητρός του συμπίπτει με το χρόνο που η ενάγουσα ενέμετο τα επίδικα ακίνητα (βλ. ΑΠ 1014/1996 δημοσιευμένη εις ΔΙΚΑΙΟ/SΕΝΑ ΑΕ, ΕφΘεσ 2219/1996 Αρμ. 1996.987). Ακολούθως ο εναγόμενος ισχυρίζεται ότι η αξίωση του ενάγοντος έχει υποπέσει σε παραγραφή. Ο σχετικός ισχυρισμός ερείδεται στο άρθρο 249 ΑΚ έχει χαρακτήρα γνήσιας ένστασης, η οποία όμως δεν στηρίζεται σε αυτοτελές δικαίωμα αλλά σε απλό πραγματικό γεγονός δηλαδή στη συμπλήρωση του χρόνου της παραγραφής της αξίωσης της εναγούσης. Προς απόδοση των επιδίκων ακινήτων (βλ. ΕφΛαρ 50/2003 Δικογρ. 2004.14). Η δε εικοσαετής παραγραφή στην οποία υπόκειται η διεκδικητική αγωγή αρχίζει από τη στιγμή που προσβάλλεται το δικαίωμα κυριότητας με τη δημιουργία κατάστασης αντιτιθέμενης σ’ αυτό και επέρχεται από μόνη την παράλειψη του δικαιούχου να ασκήσει το δικαίωμα χωρίς να ερευνάται το είδος της νομής ή κατοχής που ασκεί ο προσβολέας και αν η νομή αυτή μπορεί να οδηγήσει σε κτήση κυριότητας με χρησικτησία. Γνωστοποίηση της αντιποίησης της νομής στον δικαιούχο δεν απαιτείται κατ’ αρχήν, εάν όμως το πράγμα έχει παραδοθεί στον κάτοχο δυνάμει έννομης σχέσης, η παραγραφή δεν αρχίζει πριν από τη λήξη αυτής εκτός αν ο κάτοχος αντιποιηθεί τη νομή εκδηλώνοντας την πρόθεση του να νέμεται το πράγμα για τον εαυτό του και λάβει γνώση του γεγονότος αυτού ο κύριος (ΑΠ 171/2004 ΧρΙΔ 2004.512 = ΕλΔνη 2004.1426, ΑΠ 1157/2003 ΕΕΝ 2004.274). Επομένως ο σχετικός ισxυρισμός του εναγομένου είναι νόμιμος και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω από άποψη ουσιαστικής βασιμότητας. Με βάση τα αναλυτικώς εκτεθέντα στη μείζονα πρόταση της παρούσης ο εκ μέρους του πληρεξουσίου του εναγομένου ισχυρισμός περί πλαστότητας των εις την αγωγή αναφερομένων ιδιωτικών συμφωνητικών μισθωτηρίων απαραδέκτως προεβλήθη διότι δεν αρκεί ως εν προκειμένω μόνο η μνεία της μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου παράστασης του διαδίκου αλλά απαιτείται ειδική εντολή προς τούτο με σχετική δήλωση που θα καταχωρηθεί ρητά στα πρακτικά (βλ. Βαθρακοκοίλης Ερμ. ΚΠολΔ υπό άρθρο 461 αρ. 9 σ. 976, ΑΠ 291/2002 ΧρΙΔ 2002.331). Πλην όμως ο σχετικός ισχυρισμός ορθώς αξιολογείται ως αμφισβήτηση της γνησιότητας των σχετικώς μισθωτηρίων και με το βάρος αποδείξεως επωμίζεται η πλευρά των ήδη εναγόντων καθολικών διαδόχων της ήδη αποβιωσάσης ενάγουσας αφού ο σχετικός ισχυρισμός προβληθείς παρά του εναγομένου δια του πληρεξουσίου του νομοτύπως συνιστά άρνηση. Ακολούθως σύμφωνα με τη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 368 ΚΠολΔ το δικαστήριο μπορεί να διορίσει έναν ή περισσότερους πραγματογνώμονες αν κρίνει πως πρόκειται για ζητήματα που απαιτούν για να γίνουν αντιληπτά ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης. Κατά δε την παρ. 2 του ίδιου άρθρου το δικαστήριο οφείλει να διατάξει πραγματογνωμοσύνη και να διορίσει πραγματογνώμονα αν το ζητήσει κάποιος διάδικος και κρίνει πως χρειάζονται ειδικές (ακριβέστερα ιδιάζουσες) γνώσεις επιστήμης ή τέχνης. Από την πρώτη των διατάξεων αυτών συνάγεται ότι την προβλεπόμενη σ’ αυτή περίπτωση ο διορισμός πραγματογνώμονα εναπόκειται στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, η οποία ως τέτοια είναι αναιρετικά ανέλεγκτη (ΑΠ 3/2005 ΧρΙΔ 2005.538, ΑΠ 1548/1995 ΕλλΔνη 37.1541, ΑΠ 194/1998 αδημοσίευτη στο νομικό τύπο). Η προρρηθείσα πραγματογνωμοσύνη μπορεί να διαταχθεί για οποιοδήποτε ζήτημα, για την αντίληψη του οποίου απαιτούνται ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης και όταν ακόμη ανάγονται στο παρελθόν (ΑΠ 494/1993 ΕλλΔνη 35.1360). Σύμφωνα με τα ανωτέρω το παρόν Δικαστήριο δεν μπορεί να αποφανθεί ασφαλώς περί της γνησιότητας ή μη των ιδιωτικών συμφωνητικών που προσεκόμισαν οι πληρεξούσιοι δικηγόροι της αρχικώς εναγούσης και ήδη των καθολικών διαδόχων αυτής με αριθμ. 39 και 40 με τις προτάσεις της, κρίνει δε ενόψει της αμφισβήτησης της γνησιότητας εκ μέρους του εναγομένου κατά τα ανωτέρω εκτιθέμενα ότι απαιτούνται ιδιάζουσες γνώσεις της γραφολογικής επιστήμης προς τούτο για να δυνηθεί περαιτέρω να σχηματίσει ασφαλή δικαστική πεποίθηση για τα ζητήματα αυτά. Με βάση τα ανωτέρω πρέπει να αναβληθεί η έκδοση της οριστικής απόφασης αυτού προκειμένου να διαταχθεί πραγματογνωμοσύνη σύμφωνα με όσα ορίζονται στο διατακτικό της παρούσης.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΔΙΚΑΖΕΙ αντιμωλία των αρχικών διαδίκων και αυτών που συνεχίζουν τη δίκη.

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ ότι κρίθηκε στο σκεπτικό της παρούσης απορριπτέο.

ΑΝΑΒΑΛΛΕΙ την έκδοση οριστικής απόφασης.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης η οποία θα διεξαχθεί με την επιμέλεια του επιμελεστέρου των διαδίκων.

ΔΙΟΡΙΖΕΙ πραγματογνώμονα την περιλαμβανόμενη στον κατάλογο πραγματογνωμόνων του παρόντος Δικαστηρίoυ την ειδική γραφολόγο ΧΧΧ η οποία αφού δώσει τον όρκο τoυ πραγματoγνώμoνα ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου σε δημόσια συνεδρίαση του σε προθεσμία τριάντα (30) μερών από την κοινοποίηση σ’ αυτήν της απόφασης και αφού λάβει υπόψιν του τα στοιχεία του φακέλου της δικογραφίας και ιδίως τα από 1η Αυγούστου 1976 ιδιωτικά συμφιονητικά, συνταγέντα μεταξύ της αρχικώς εναγούσης και του ΧΧΧ (πατέρα του εναγομένου) και το έτερο της αυτής ημερομηνίας μεταξύ ομοίως της αρχικώς εναγούσης και της ΧΧΧ τα οποία φέρονται υπογεγραμμένα παρά, των προρρηθέντων, ΧΧΧ και αφού ζητήσει να της προσκομισθούν και έτερα εγγραφα που εγγράφησαν παρά της ως ανω αποβιωσάσης ήδη εναγούσης να αποφανθεί με έγγραφη αιτιολογημένη έκθεσή της αν είναι γνήσια έγγραφα και αν έχουν γραφεί από την αρχικώς ενάγουσα και έχουν υπογραφεί παρά των ανωτέρω φερομένων προσώπων (η εξέλεγξη αυτή με την προσκομιδή εγγράφων που φέρουντην υπογραφή του πατέρα του ήδη εναγομένου). Η ως άνω πραγματογνώμων πρέπει να καταθέσει την υπ’ αυτής συνταχθείσα έκθεση στη γραμματεία του παρόντος Δικαστηρίου μέσα σε προθεσμία εξήντα (60) ημερών από την όρκισή της.

Κρίθηκε, αποφασίστηκε στον Πειραιά την 1η Ιουνίου 2005

Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ