1. Skip to Main Menu
  2. Skip to Content
  3. Skip to Footer
Καλως ήρθατε στο ανανεωμένο FOGGS.gr

Με το άρθρο 2 του Π.

 E-mail

Με το άρθρο 2 του Π.Δ/τος 696/1974, που εκδόθηκε σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 59 του ν.δ. της 17-7/16.8.1923 «περί σχεδίων πόλεων» και του άρθρου μόνου του ν.δ. 2726/1953, ορίζεται ο τρόπος υπολογισμού των υποχρεωτικών κατωτάτων ορίων αμοιβής μηχανικού για τις εργασίες που αναφέρονται στο άρθρο 1 αυτού, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και οι μελέτες κτιριακών έργων. Με το άρθρο 3 του ίδιου π.δ. καθορίζονται τα σχετικά με τον προϋπολογισμό του έργου βάσει του οποίου υπολογίζεται η αμοιβή του μηχανικού. Ειδικότερα με το άρθρο 3 παρ. 1 και 6 όπως ίσχυαν πριν από την αντικατάστασή του με το άρθρο 2 του π.δ. 515/1989, ορίζεται ότι στις περιπτώσεις που για την εκτέλεση κτιριακού έργου απαιτείται άδεια εκδιδόμενη από δημόσια αρχή, ο προϋπολογισμός επί του οποίου υπολογίζεται η αμοιβή του μηχανικού είναι κατά κανόνα ογκομετρικός και καταρτίζεται βάσει της κατά κυβικό μέτρο δαπάνης κατασκευής του έργου, όπως η δαπάνη αυτή καθορίζεται από τα αρμόδια όργανα του Υπ. Δημοσίων Έργων, εκτός αν με σχετική απόφαση της εν λόγω αρχής επιτρέπεται ο βάσει αναλυτικής προμετρήσεως των εργασιών και των τιμών κόστους συντασσόμενος προϋπολογισμός (αναλυτικός), οπότε κατ΄ εξαίρεση γίνεται βάσει τούτου ο υπολογισμός της αμοιβής του μελετητή ή έχει ειδικά συμφωνηθεί κατά το σύστημα αυτό ο υπολογισμός της αμοιβής. Παράλληλα είναι δυνατόν να συμφωνηθεί εγκύρως ότι η αμοιβή του μελετητή θα υπολογιστεί επί της κατά κυβικό μέτρο όγκου της οικοδομής συνολικής δαπάνης κατασκευής της, δηλαδή βάσει ογκομετρικού προϋπολογισμού, όπως αυτός προσδιορίσθηκε από τους συμβαλλόμενους μελετητή και εργοδότη, καθόσον ο υπολογισμός της συνολικής δαπάνης του έργου γίνεται πάντοτε με συμφωνία των μερών.

Διατάξεις:

ΑΚ: 173, 200
ΚΠολΔ: 559 αριθ. 19
ΠΔ: 696/1974 αρθ. 2, 515/1989
ΝΔ: 17-7/16.8.1993, 2726/1953 Αριθμός 258/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Μπαλντά, Αντιπρόεδρο, Σπυρίδωνα Κολυβά, Γεώργιο Χλαμπουτάκη, Αναστάσιο Περίδη και Ηλία Γιαννακάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 8 Νοεμβρίου 2005, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τζιώτη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Αγροτικού Συνεταιρισμού με την επωνυμία «Αγροτικός Συνεταιρισμός Επισκοπής Νάουσας ΣΥΝ.ΠΕ» που εδρεύει στην Επισκοπή Νάουσας και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Παπαστεργίου, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσίβλητου: Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία «ΤΕΧΝΙΚΟ ΕΠΙΜΕΛΗΤΗΡΙΟ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΤΕΕ» που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Μακαρίτη, ο οποίος διόρισε στο ακροατήριο συνπληρεξούσιο δικηγόρο και τον Δημήτριο Νούσιο, βάσει του με αριθμό 11889 πληρεξουσίου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10 Απριλίου 2000 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Βέροιας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 31/ΕΡ-ΔΙ/2001 του ίδιου Δικαστηρίου, 127/2003 προδικαστική και 3430/2003 οριστική του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων, με την από 26 Απριλίου 2004 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω, και ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Σπυρίδων Κολυβάς, διάβασε την από 27 Σεπτεμβρίου 2005 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του δεύτερου και την εν μέρει παραδοχή του πρώτου λόγου αναιρέσεως και την απόρριψη του τρίτου λόγου. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως στο σύνολό της, οι πληρεξούσιοι του αναιρεσίβλητου την απόρριψη και καθένας την καταδίκη του αντίδικου στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με το άρθρο 2 του Π.Δ/τος 696/1974, που εκδόθηκε σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 59 του Ν.Δ/τος της 17-7/16.8.1923 «περί σχεδίων πόλεων» και του άρθρου μόνου του Ν.Δ/τος 2726/1953, ορίζεται ο τρόπος υπολογισμού των υποχρεωτικών κατωτάτων ορίων αμοιβής μηχανικού για τις εργασίες που αναφέρονται στο άρθρο 1 αυτού, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και οι μελέτες κτιριακών έργων. Με το άρθρο 3 του ίδιου Π.Δ/τος καθορίζονται τα σχετικά με τον προϋπολογισμό του έργου βάσει του οποίου υπολογίζεται η αμοιβή του μηχανικού. Ειδικότερα με το άρθρο 3 παρ. 1 και 6 όπως ίσχυαν πριν από την αντικατάστασή του με το άρθρο 2 του Π.Δ/τος 515/1989, ορίζεται ότι στις περιπτώσεις που για την εκτέλεση κτιριακού έργου απαιτείται άδεια εκδιδόμενη από δημόσια αρχή, ο προϋπολογισμός επί του οποίου υπολογίζεται η αμοιβή του μηχανικού είναι κατά κανόνα ογκομετρικός και καταρτίζεται βάσει της κατά κυβικό μέτρο δαπάνης κατασκευής του έργου, όπως η δαπάνη αυτή καθορίζεται από τα αρμόδια όργανα του Υπ. Δημοσίων Έργων, εκτός αν με σχετική απόφαση της εν λόγω αρχής επιτρέπεται ο βάσει αναλυτικής προμετρήσεως των εργασιών και των τιμών κόστους συντασσόμενος προϋπολογισμός (αναλυτικός), οπότε κατ΄ εξαίρεση γίνεται βάσει τούτου ο υπολογισμός της αμοιβής του μελετητή ή έχει ειδικά συμφωνηθεί κατά το σύστημα αυτό ο υπολογισμός της αμοιβής. Παράλληλα είναι δυνατόν να συμφωνηθεί εγκύρως ότι η αμοιβή του μελετητή θα υπολογιστεί επί της κατά κυβικό μέτρο όγκου της οικοδομής συνολικής δαπάνης κατασκευής της, δηλαδή βάσει ογκομετρικού προϋπολογισμού, όπως αυτός προσδιορίσθηκε από τους συμβαλλόμενους μελετητή και εργοδότη, καθόσον ο υπολογισμός της συνολικής δαπάνης του έργου γίνεται πάντοτε με συμφωνία των μερών. Εξάλλου οι γενικοί ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 Α.Κ. εφαρμόζονται όταν το δικαστήριο της ουσίας διαπιστώνει, έστω και εμμέσως, ότι υπάρχει στη σύμβαση κενό ή αμφιβολία ως προς την έννοια της δηλώσεως βουλήσεως των συμβαλλομένων. Οι παραπάνω ερμηνευτικοί κανόνες παραβιάζονται ευθέως ή και εκ πλαγίου, όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά την παραπάνω διαπίστωση, είτε παραλείπει να προσφύγει στους κανόνες αυτούς για τη διαπίστωση της αληθινής έννοιας της δηλώσεως βουλήσεως των συμβληθέντων, είτε παραλείπει να παραθέσει στην απόφασή του τα πραγματικά στοιχεία από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή των κανόνων αυτών. Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη επί της ουσίας κρίση του δέχθηκε ότι την 12.2.1988 καταρτίστηκε σύμβαση μεταξύ του αναιρεσείοντος συνεταιρισμού και της αναφερομένης μελετητικής εταιρίας με την οποία η τελευταία ανέλαβε την υποχρέωση να συντάξει όλες τις απαιτούμενες προμελέτες και οριστικές τεχνικές, οικονομικές, νομικές και οικονομοτεχνικές μελέτες για την ίδρυση μονάδος Ψυγείου – Διαλογητηρίου – Συσκευαστηρίου και των αναγκαίων γραφείων του συνεταιρισμού. Ως προς την αμοιβή της μελετητικής εταιρίας στο από 12.2.1988 ιδιωτικό συμφωνητικό γίνεται παραπομπή στο Β.Δ/γμα της 19.2.1938 για μελέτες και επιβλέψεις μηχανολογικού εξοπλισμού και στο Π.Δ/γμα 696/1974, για μελέτες και επιβλέψεις των κατασκευαστικών τμημάτων του έργου χωρίς να γίνεται στο έγγραφο ειδικότερη μνεία περί του εάν η αμοιβή θα υπολογισθεί βάσει του αναλυτικού προϋπολογισμού και πραγματικού κόστους ή βάσει του ογκομετρικού προϋπολογισμού. Περαιτέρω δέχθηκε ότι πέραν όμως των παραπάνω αποδείχθηκε ότι μεταξύ των συμβληθέντων συμφωνήθηκε η αμοιβή να υπολογισθεί βάσει αναλυτικού προϋπολογισμού. Το Εφετείο στήριξε την τελευταία αυτή κρίση του στα αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, δηλαδή σε μαρτυρική κατάθεση και σε έγγραφο στα οποία προσδιορίζεται επακριβώς κατά ποσό η αμοιβή της μελετητικής εταιρίας, τα οποία έγγραφα ο αναιρεσείων Συνεταιρισμός υπέβαλε ως δικαιολογητικά για τη δανειοδότησή του από την Αγροτική Τράπεζα και τη χρηματοδότηση του έργου από την Ευρωπαϊκή Ένωση. Επιπλέον το Εφετείο στήριξε την κρίση του σε τεκμήριο προκύπτοντα από τη συμπεριφορά του αναιρεσείοντα, ο οποίος έχει ήδη καταβάλει ποσό αμοιβής πολλαπλάσιο εκείνου που θα έπρεπε να καταβάλει, εάν η αμοιβή είχε υπολογισθεί βάσει ογκομετρικού προϋπολογισμού. Από τις παραπάνω πραγματικές παραδοχές προκύπτει ότι το Εφετείο δεν διαπίστωσε, ούτε και εμμέσως, ότι υπήρχε στη σύμβαση αναθέσεως της μελέτης κενό ή αμφιβολία ως προς την έννοια της δηλώσεως βουλήσεως, καθόσον η έλλειψη ειδικότερης μνείας ως προς τον υπολογισμό της αμοιβής βάσει αναλυτικού ή ογκομετρικού προϋπολογισμού εντοπίζεται από το Εφετείο μόνο στο έγγραφο του ιδιωτικού συμφωνητικού, ενώ αντίθετα ως προς τη συμφωνία των διαδίκων, για την οποία κατά νόμο δεν απαιτείται η τήρηση έγγραφου τύπου, το Εφετείο δεν διαπιστώνει ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας, ώστε να παρίσταται ανάγκη προσφυγής στους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών. Επομένως το Εφετείο ανεξαρτήτως των νομικών αιτιολογιών του, εφόσον με επαρκείς αιτιολογίες δέχθηκε, εκτός του μνημονευομένου εγγράφου, συμφωνία με αναμφίβολο περιεχόμενο τον υπολογισμό της ρηθείσας αμοιβής με βάση αναλυτικό προϋπολογισμό και επιδίκασε με βάση τον προϋπολογισμό αυτό την προκύπτουσα αμοιβή, ορθά κατ' αποτέλεσμα εφάρμοσε τις παραπάνω διατάξεις και σωστά δεν προσέφυγε στους ερμηνευτικούς των δικαιοπραξιών κανόνες, συνεπώς είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι οι πρώτος και δεύτερος λόγοι αναιρέσεως που υποστηρίζουν τα αντίθετα. Αν το διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως στηρίζεται αυτοτελώς σε περισσότερες επάλληλες αιτιολογίες, με την αναίρεση δε πλήττονται μεν όλες, όμως η προσβολή μιάς απ΄ αυτές δεν είναι επιτυχής, οι λόγοι αναιρέσεως που προσβάλλουν τις λοιπές αιτιολογίες απορρίπτονται ως αλυσιτελείς. Εξάλλου όταν προβάλλεται ο από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσης λόγω αντιφατικών αιτιολογιών, οι δε αντιφάσεις εντοπίζονται μεταξύ των δύο ή περισσοτέρων επαλλήλων αιτιολογιών, δεν ιδρύεται ο παραπάνω λόγος αναιρέσεως, διότι το διατακτικό στηρίζεται όχι σε όλες συγχρόνως τις αιτιολογίες, αλλά μόνο στη μια απ΄αυτές και μάλιστα πρωτίστως στην κύρια και επιβοηθητικώς στις λοιπές. Εν προκειμένω με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως από τον αριθμό «1» του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. πλήττεται και η επάλληλη αιτιολογία της προσβαλλομένης σύμφωνα με την οποία κρίθηκε ότι και αν θεωρηθεί ότι δεν είχε συμφωνηθεί αμοιβή με βάση αναλυτικό προϋπολογισμό, ο ογκομετρικός προϋπολογισμός αφορά μόνο στη μελέτη των κτιριακών εγκαταστάσεων και όχι το σύνολο των εργασιών για τις οποίες απαιτείται οικοδομική άδεια. Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αλυσιτελής, αφού αφορά επάλληλη αιτιολογία, το δε διατακτικό της προσβαλλομένης, που δέχθηκε την αγωγή υπολογίζοντας την αμοιβή βάσει αναλυτικού προϋπολογισμού, στηρίζεται αυτοτελώς στην παραπάνω κύρια αιτιολογία, ως προς την οποία απορρίφθηκε ο λόγος αναιρέσεως που την έπληττε. Ομοίως πρέπει να απορριφθεί, ως απαράδεκτος, ο τρίτος λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., καθόσον οι επικαλούμενες αποφάσεις των αιτιολογιών εντοπίζονται μεταξύ της κυρίας και της επικουρικής αιτιολογίας της προσβαλλομένης.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 26.4.2004 αίτηση του Αγροτικού Συνεταιρισμού Επισκοπής Νάουσας για αναίρεση της 3430/2003 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου, την οποία ορίζει σε επτακόσια εβδομήντα (770) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 29 Δεκεμβρίου 2005.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 14 Φεβρουαρίου 2006.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ