1. Skip to Main Menu
  2. Skip to Content
  3. Skip to Footer
Καλως ήρθατε στο ανανεωμένο FOGGS.gr

- Όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 438 και 440 του ΚΠολΔ, οι ιατρικές βεβαιώσεις ή γνωματεύσεις και αν εκδίδονται από ιατρό που ασκεί δημόσια λειτουργία, μέσα στα πλαίσια των αρμοδιοτήτων τους, έχουν δεσμευτική αποδεικτική δύναμη και ειδικ

 E-mail

- Όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 438 και 440 του ΚΠολΔ, οι ιατρικές βεβαιώσεις ή γνωματεύσεις και αν εκδίδονται από ιατρό που ασκεί δημόσια λειτουργία, μέσα στα πλαίσια των αρμοδιοτήτων τους, έχουν δεσμευτική αποδεικτική δύναμη και ειδικότερα αποτελούν πλήρη απόδειξη, χωρίς να επιτρέπεται ανταπόδειξη, παρά μόνο με την προσβολή τους ως πλαστών, για όσα βεβαιώνονται σε αυτές ότι έγιναν από το συντάκτη τους ή ότι έγιναν ενώπιόν του και επίσης πλήρη απόδειξη, κατά της οποίας όμως επιτρέπεται ανταπόδειξη ως προς όσα βεβαιώνονται σ' αυτά, την αλήθεια των οποίων όφειλε να διαπιστώσει ο συντάκτης τους. Ως προς περιεχόμενες, όμως, σε αυτές επιστημονικές εκτιμήσεις και γνώμες του συντάκτη τους, ακόμη και σχετικά με τις επιπτώσεις που τα αναφερόμενα σε αυτές ευρήματα έχουν στην πνευματική και σωματική κατάσταση εκείνου στον οποίο αναφέρονται, οι εν λόγω ιατρικές βεβαιώσεις και γνωμοδοτήσεις εκτιμώνται ελεύθερα από το δικαστήριο, σύμφωνα με τον κανόνα του άρθρου 340 του ΚΠολΔ, όπως άλλωστε ισχύει, σύμφωνα με τα άρθρα 387 και 390 του ΚΠολΔ, και για τις γνωμοδοτήσεις των ιατρών πραγματογνωμόνων που διόρισε το δικαστήριο ή με τις γνωμοδοτήσεις, που συντάχθηκαν με αίτηση κάποιου διαδίκου και προσκομίζονται από αυτόν, από ιατρούς, ως πρόσωπα με ειδικές γνώσεις επιστήμης.
- Όπως από τις ίδιες διατάξεις προκύπτει, η καταχωρημένη στη δημόσια διαθήκη βεβαίωση του συμβολαιογράφου για την ικανότητα του διαθέτει να συντάξει διαθήκη, κατά το άρθρο 1719 παρ. 3 του ΑΚ (1719 παρ. 4 πριν από το ν. 2447/1996), αποτελεί υποκειμενική κρίση και αντίληψη αυτού και συνεπώς για το γεγονός αυτό, την αλήθεια του οποίου όφειλε να διαπιστώσει ο συμβολαιογράφος και να αναφέρει σχετικά στη διαθήκη, αν δεν αποδεικνύεται ανταποδεικτικώς η αναλήθειά του, η ίδια η διαθήκη παρέχει πλήρη απόδειξη (ΑΠ 88/2003).

Διατάξεις:

ΑΚ: 1718, 1719
ΚΠολΔ: 335, 338, 339, 340, 346, 387, 390, 438, 440, 559 αριθ. 1, 559 αριθ. 11, 559 αριθ. 12, 561
Νόμοι: 2447/1996 αρθ. 30 Αριθμός 353/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ΄ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Νικόπουλο, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καπερώνη, Σταύρο Γαβαλά, Ιωάννη Ιωαννίδη και Μίμη Γραμματικούδη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Ιανουαρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Γραμματικής Κονταξή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: XXX, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμου της αποβιωσάσης την 16-9-1996 μητρός του XXX, το γένος XXX κατοίκου XXX Αττικής, που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Τόλη.

Των αναιρεσίβλητων: 1) XXX, 2) XXX, 3) XXX,4) XXX και 5) XXX Αττικής, που παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ηλία Τζάλα.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23-6-1993 αγωγή της αρχικής ενάγουσας XXX, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5282/1994 μη οριστική, 375/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 62/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 25-4-2005 αίτησή της και τους από 10-5-2005 προσθέτους λόγους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Σταύρος Γαβαλάς ανέγνωσε την από 28-12-2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε ν΄ απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης καθώς και ο πρόσθετος λόγος αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων, ο πληρεξούσιος των αναιρεσίβλητων την απόρριψή των, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 12 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα αποδεικτική δύναμη μεγαλύτερη ή μικρότερη από εκείνη που δεσμευτικά γι' αυτά καθορίζει ο νόμος, όχι όμως και όταν, εκτιμώντας ελεύθερα τις αποδείξεις, σύμφωνα με το άρθρο 340 του ΚΠολΔ, αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα, που κατά νόμο έχουν την ίδια αποδεικτική δύναμη με άλλα, μεγαλύτερη ή μικρότερη αποδεικτική βαρύτητα ή αξιοπιστία από τα άλλα αυτά ή από εκείνη που ο αναιρεσείων θεωρεί ότι αυτά έχουν, αφού η εκτίμηση αυτή είναι, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, αναιρετικώς ανέλεγκτη. Εξάλλου, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 438 και 440 του ΚΠολΔ, οι ιατρικές βεβαιώσεις ή γνωματεύσεις και αν εκδίδονται από ιατρό που ασκεί δημόσια λειτουργία, μέσα στα πλαίσια των αρμοδιοτήτων τους, έχουν δεσμευτική αποδεικτική δύναμη και ειδικότερα αποτελούν πλήρη απόδειξη, χωρίς να επιτρέπεται ανταπόδειξη, παρά μόνο με την προσβολή τους ως πλαστών, για όσα βεβαιώνονται σε αυτές ότι έγιναν από το συντάκτη τους ή ότι έγιναν ενώπιόν του και επίσης πλήρη απόδειξη, κατά της οποίας όμως επιτρέπεται ανταπόδειξη ως προς όσα βεβαιώνονται σ' αυτά, την αλήθεια των οποίων όφειλε να διαπιστώσει ο συντάκτης τους. Ως προς περιεχόμενες, όμως, σε αυτές επιστημονικές εκτιμήσεις και γνώμες του συντάκτη τους, ακόμη και σχετικά με τις επιπτώσεις που τα αναφερόμενα σε αυτές ευρήματα έχουν στην πνευματική και σωματική κατάσταση εκείνου στον οποίο αναφέρονται, οι εν λόγω ιατρικές βεβαιώσεις και γνωμοδοτήσεις εκτιμώνται ελεύθερα από το δικαστήριο, σύμφωνα με τον κανόνα του άρθρου 340 του ΚΠολΔ, όπως άλλωστε ισχύει, σύμφωνα με τα άρθρα 387 και 390 του ΚΠολΔ, και για τις γνωμοδοτήσεις των ιατρών πραγματογνωμόνων που διόρισε το δικαστήριο ή με τις γνωμοδοτήσεις, που συντάχθηκαν με αίτηση κάποιου διαδίκου και προσκομίζονται από αυτόν, από ιατρούς, ως πρόσωπα με ειδικές γνώσεις επιστήμης. Περαιτέρω, όπως από τις ίδιες διατάξεις προκύπτει, η καταχωρημένη στη δημόσια διαθήκη βεβαίωση του συμβολαιογράφου για την ικανότητα του διαθέτει να συντάξει διαθήκη, κατά το άρθρο 1719 παρ. 3 του ΑΚ (1719 παρ. 4 πριν από το ν. 2447/1996), αποτελεί υποκειμενική κρίση και αντίληψη αυτού και συνεπώς για το γεγονός αυτό, την αλήθεια του οποίου όφειλε να διαπιστώσει ο συμβολαιογράφος και να αναφέρει σχετικά στη διαθήκη, αν δεν αποδεικνύεται ανταποδεικτικώς η αναλήθειά του, η ίδια η διαθήκη παρέχει πλήρη απόδειξη (ΑΠ 88/2003). Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα προβάλλει κατά της προσβαλλόμενης απόφασης αιτιάσεις από το άρθρο 559 αριθ. 12 του ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο, κατά το σχηματισμό της κρίσης του ότι κατά τη σύνταξη της .... δημόσιας διαθήκης ενώπιον του συμβολαιογράφου Αχαρνών Βασιλείου Αποστολάκη, της οποίας με την αγωγή ζητήθηκε να αναγνωρισθεί η ακυρότητα, ο αναφερόμενος σε αυτήν διαθέτης δεν είχε έλλειψη συνείδησης των πράξεών του και δεν είχε, λόγω πνευματικής ασθένειας, στερηθεί τη χρήση του λογικού και συνεπώς δεν ήταν ανίκανος προς σύνταξη διαθήκης, παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με την αποδεικτική δύναμη των δημόσιων εγγράφων, α) με το να μη προσδώσει πλήρη αποδεικτική δύναμη στην .....έκθεση νεκροψίας που συνέταξε ο προϊστάμενος της Ιατροδικαστικής Υπηρεσίας Αθηνών ....και στην από .... έκθεση του Σισμανογλείου Νοσοκομείου Αθηνών, και β) με το να προσδώσει πλήρη αποδεικτική δύναμη στην περιεχόμενη στην εν λόγω διαθήκη βεβαίωση του συντάκτη της συμβολαιογράφου ότι ο διαθέτης είχε σώες τις λειτουργίες του λογικού του. ΄Όπως προκύπτει από την επισκόπηση του προσκομιζόμενου αντιγράφου της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο, χωρίς να αποδώσει διαφορετικό περιεχόμενο σε όσα αναφέρονται ότι έγιναν από τους συντάκτες της ..... έκθεσης νεκροψίας και του από ..... εγγράφου του Σισμανογλείου Νοσοκομείου ή ενώπιόν τους ή σε όσα διαπιστώθηκαν από αυτούς, εκτιμώντας τα έγγραφα αυτά ελεύθερα με τις υπόλοιπες αποδείξεις, κατέληξε σε πόρισμα, διαφορετικό από εκείνο που θεωρεί ως ορθό η αναιρεσείουσα, , σχετικά με τις επιπτώσεις που τα ευρήματα που αναφέρονται στο πρώτο από αυτά και η ασθένεια για την οποία νοσηλεύτηκε ο διαθέτης, που αναφέρεται στο δεύτερο από αυτά, είχαν στην πνευματική και ψυχική κατάσταση του διαθέτη. Με το να μη προσδώσει, συνεπώς, ως προς το ζήτημα αυτό, δεσμευτική αποδεικτική δύναμη στα έγγραφα αυτά το Εφετείο, αλλά να τα εκτιμήσει ελεύθερα μαζί με τις άλλες αποδείξεις, δεν παραβίασε τους ορισμούς του νόμου, σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων και ειδικότερα τους ορισμούς των άρθρων 438 και 440 του ΚΠολΔ, σχετικά με την αποδεικτική δύναμη των δημόσιων εγγράφων. Επίσης το Εφετείο, εκτιμώντας όλες τις αποδείξεις, που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, κατέληξε στο αποδεικτικό πόρισμα ότι δεν αποδείχθηκε η αναλήθεια της περιεχόμενης στην ανωτέρω διαθήκη βεβαίωσης του συντάκτη της συμβολαιογράφου για την πνευματική κατάσταση του διαθέτη και την ικανότητά του προς σύνταξη διαθήκης, σχετικά με την οποία είχε ταχθεί θέμα απόδειξης. Έτσι το Εφετείο δεν προσέδωσε στη βεβαίωση αυτή αποδεικτική δύναμη μεγαλύτερη από εκείνη που προβλέπει γι αυτήν ο νόμος. Επομένως, ο λόγος αυτός της αίτησης αναίρεσης είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος, ανεξαρτήτως του ότι σε σχέση με την αιτίαση για παραβίαση των ορισμών του νόμου σχετικά με την αποδεικτική δύναμη του από ... εγγράφου του Σισμανογλείου Νοσοκομείου, ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος, αφού η αιτίαση αυτή είναι αντιφατική προς την προβαλλόμενη με το δεύτερο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη το έγγραφο αυτό.- Επειδή, σύμφωνα με το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ΄ του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν, τα οποία ήταν υποχρεωμένο να λάβει υπόψη, κατά τα άρθρα 335, 338, 339, 340 και 346 του ΚΠολΔ. Δεν ιδρύεται, συνεπώς, ο λόγος αυτός αναίρεσης αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη κάποιο αποδεικτικό μέσο, αλλά του προσέδωσε αποδεικτική βαρύτητα και αξιοπιστία διαφορετική από εκείνη που ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι αυτό έχει. Για την ουσιαστική βασιμότητα του αναιρετικού αυτού λόγου, δεν αρκεί ότι στην προσβαλλόμενη απόφαση δε γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση αυτού, αλλά πρέπει από τη γενική κατ΄ είδος αναφορά των αποδεικτικών μέσων, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης, να δημιουργούνται τουλάχιστον αμφιβολίες εάν πράγματι λήφθηκε υπόψη το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο. Δεν αποκλείεται μάλιστα να γεννάται ο αναιρετικός αυτός λόγος, παρότι στην προσβαλλόμενη απόφαση γίνεται μνεία κάποιου συγκεκριμένου αποδεικτικού μέσου, όταν από το περιεχόμενο της απόφασης γεννώνται αμφιβολίες αν πράγματι αυτό λήφθηκε υπόψη. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, η αναιρεσείουσα προβάλλει κατά της προσβαλλόμενης απόφασης αιτιάσεις από το άρθρο 559 αριθ. 11 (περ. γ΄) του ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τα ακόλουθα έγγραφα, που αυτή είχε νόμιμα επικαλεσθεί και προσκομίσει ενώπιόν του : 1) την από ....βεβαίωση νοσηλείας του διαθέτη στο Σισμανόγλειο Νοσοκομείο και το ..... απόσπασμα του δελτίου οχήματος της ΕΑ .... περιπολικού της αστυνομίας, προς απόδειξη της βάσης της αγωγής ότι ο διαθέτης ...., κατά τη σύνταξη της .... δημόσιας, ενώπιον του συμβολαιογράφου Αχαρνών Βασιλείου Αποστολάκη, διαθήκης του δεν είχε τη χρήση του λογικού λόγω πνευματικής ασθένειας, 2) τις 11534-11535/5-12-1997 αποφάσεις του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών, με τις οποίες αθωώθηκαν συγκατηγορούμενοι της αρχικώς ενάγουσας από τις κατηγορίες για πλημμελήματα που, μετά από μήνυση του διαθέτη, είχαν αποδοθεί σε αυτούς και την αρχικώς ενάγουσα, που εν τω μεταξύ, κατά την έκδοση των εν λόγω αποφάσεων, είχε πεθάνει, καθώς και τις από ..., ..., .. και .. αποδείξεις πληρωμής δαπάνης για αποκλειστικές νοσοκόμες και το αντίγραφο του .... βιβλιαρίου του Ταχυδρομικού Ταμιευτηρίου, προς απόδειξη της βάσης της αγωγής ότι δεν υπήρχε λόγος αποκλήρωσης της αρχικώς ενάγουσας από το διαθέτη και ότι η ανωτέρω διαθήκη προσβάλλει τη νόμιμη μοίρα αυτής και 3) τη βεβαίωση του εφημερίου Ιερού Ναού Αγίου Βλασίου ....και το ....δωρητήριο συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Μαρίας Ορφανίδου, προς απόδειξη της βάσης της αγωγής ότι η ανωτέρω διαθήκη είναι ακυρώσιμη, διότι ο διαθέτης βρισκόταν σε πλάνη ως προς την ταυτότητα της τετιμημένης τέταρτης εναγομένης (ήδη τέταρτης αναιρεσίβλητης) και ενός ακινήτου που ήθελε να αφήσει με τη διαθήκη αυτή. Από την επισκόπηση του προσκομιζόμενου αντιγράφου της προσβαλλόμενης απόφασης και μάλιστα όχι μόνο από την περιεχόμενη σε αυτή βεβαίωση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα κατ΄ είδος σε αυτήν αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, μεταξύ των οποίων και όλα τα έγγραφα, αλλά και από το όλο περιεχόμενο αυτής, δε γεννάται αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και εκτίμησε μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις και όλα τα ανωτέρω έγγραφα. Μάλιστα στην προσβαλλόμενη απόφαση γίνεται ειδική μνεία και αξιολόγηση των 11534-11535/1997 αποφάσεων του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Επομένως, ο λόγος αυτός της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, ανεξαρτήτως του ότι ως προς την αιτίαση για τη μη λήψη υπόψη της από .... βεβαίωσης του Σισμανογλείου Νοσοκομείου, ο λόγος αυτός είναι προεχόντως απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού η αιτίαση αυτή αντιφάσκει προς την περιεχόμενη στον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης αιτίαση, ότι το Εφετείο, ως προς το έγγραφο αυτό, παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, παραβίαση η οποία προϋποθέτει ότι λήφθηκε υπόψη το εν λόγω έγγραφο.- Επειδή, κατά το άρθρο 1718 του ΑΚ, διαθήκη για τη σύνταξη της οποίας δεν τηρήθηκαν οι διατάξεις των άρθρων 1719 έως 1757 είναι άκυρη, εφόσον ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά, κατά δε το άρθρο 1719 παρ. 4 του ίδιου κώδικα, όπως αυτό ίσχυε πριν από την τροποποίησή του με το άρθρο 30 του ν. 2447/1996 και εφαρμόζεται ως προς τις διαθήκες που έγιναν υπό το κράτος της ισχύος του, δηλαδή πριν από την 30-12-1996 (άρθρο τρίτο ν. 2447/1966), ανίκανοι να συντάσσουν διαθήκη είναι όσοι κατά το χρόνο της σύνταξης της διαθήκης δεν έχουν συνείδηση των πράξεών τους ή δεν έχουν τη χρήση του λογικού λόγω πνευματικής ασθένειας. Προβλέπονται, δηλαδή, από την τελευταία διάταξη δύο χωριστές περιπτώσεις ανικανότητας προς σύνταξη διαθήκης : α) η έλλειψη συνείδησης των πραττομένων, η οποία υπάρχει όταν το πρόσωπο, από θόλωση της διάνοιας, σε βαθμό σύγχυσης, λόγω νοσηρού ή μη αιτίου, δεν έχει τη δύναμη να διαγνώσει το περιεχόμενο και την ουσία της διαθήκης που συντάσσει και β) η στέρηση της χρήσης του λογικού από πνευματική ασθένεια, που υπάρχει κατά τη σύνταξη της διαθήκης. Στη δεύτερη αυτή περίπτωση το πρόσωπο, εξαιτίας πνευματικής ασθένειας, δεν μπορεί να προσδιορίσει ελεύθερα τη βούλησή του με λογικούς υπολογισμούς. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή εάν εφαρμόστηκε, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση. Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται. Με το λόγο αυτό ελέγχεται εάν υπήρξε σφάλμα στη μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, είτε αυτή διατυπώνεται ρητά είτε εξυπονοείται, ή σφάλμα στην υπαγωγή της ελάσσονος πρότασης, την οποία συνιστούν οι πραγματικές παραδοχές, στη μείζονα πρόταση. Ωστόσο, ελλείψεις στη διατύπωση της μείζονος πρότασης, όπως η μη αναγραφή των νομικών διατάξεων και η μη παράθεση του περιεχομένου τους ή η μη ανάλυση του νοήματός τους, δεν ιδρύουν το λόγο αυτό, αρκεί δε να υπάρχει κανόνας δικαίου, ο οποίος, με βάση τις πραγματικές παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας, επάγεται την έννομη συνέπεια που αυτό δέχτηκε ως διατακτικό της απόφασής του. Περαιτέρω, αν υπάρχουν ελλείψεις στη διατύπωση της ελάσσονος πρότασης του δικανικού συλλογισμού, αν δηλαδή από τις πραγματικές παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας, οι οποίες συνιστούν την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόστηκε ή ότι δε συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της, αν δηλαδή γεννώνται αμφιβολίες για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, ιδρύεται ο προβλεπόμενος από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης. Ο λόγος, δηλαδή, αυτός αναφέρεται σε πλημμέλειες που σχετίζονται με τη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος, με την παράθεση δηλαδή των περιστατικών που αποδείχθηκαν και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση αυτών και την αιτιολόγηση της εξαγωγής από αυτές του αποδεικτικού πορίσματος, αρκεί τούτο να εκτίθεται πλήρως, σαφώς και χωρίς αντιφάσεις. Ως ζητήματα δε, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο αντιφατικό ή ανεπαρκή, στερεί από νόμιμη βάση την απόφαση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, όπως είναι και εκείνοι που συνιστούν την ιστορική βάση της αγωγής, όχι όμως και τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα, που συνέχονται με την έννοια του νόμου και την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, ως προς τα οποία η έλλειψη, η αντιφατικότητα ή η ανεπάρκεια της αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης, εκτός αν η παράθεση ασαφών ή αντιφατικών επιχειρημάτων προσδίδει ασαφές ή αντιφατικό περιεχόμενο και στο αποδεικτικό πόρισμα.. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του προσκομιζόμενου αντιγράφου της προσβαλλόμενης απόφασης, με αυτήν το Εφετείο δέχτηκε, κατά πλειοψηφία, ότι κατά το χρόνο σύνταξης της .....δημόσιας διαθήκης του ενώπιον του συμβολαιογράφου Αχαρνών Βασιλείου Αποστολάκη, ο ηλικίας 82 ετών διαθέτης ...., πατέρας της αρχικώς ενάγουσας ... χήρας ...., ο οποίος πέθανε στις 30-6-1992, είχε συνείδηση των πράξεών του και δεν έπασχε από πνευματική νόσο, η οποία να του αποκλείει τη χρήση του λογικού. Ειδικότερα διαλαμβάνονται στην προσβαλλόμενη απόφαση: α) ότι από την εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων δεν αποδείχθηκαν τα αντίθετα από τις περιεχόμενες στην εν λόγω διαθήκη υποκειμενικές διαπιστώσεις του συντάκτη αυτής συμβολαιογράφου, ο οποίος βεβαιώνει σε αυτήν, ότι "..από τις απαντήσεις του διαθέτη στις διάφορες ερωτήσεις που του έκανα, πείστηκα απολύτως, καθώς και οι μάρτυρες, ότι αυτός έχει σώας τις λειτουργίες του λογικού και όλες τις αισθήσεις του, ότι έχει ελεύθερη τη βούλησή του και δεν υπάγεται σε καμιά περίπτωση από αυτές που αναφέρονται στο άρθρο 1719 του ΑΚ..", και β) ότι από τις διαπιστώσεις της νεκροψίας και νεκροτομής που έγινε στο διαθέτη, ότι αιτία θανάτου αυτού ήταν "..έμφραγμα του μυοκαρδίου, βαριά εκφύλιση αυτού" και ότι διαπιστώθηκαν "..εκ του εγκεφάλου μαλακυντικαί εστίες υποθαλαμικής χώρας αριστερά.." δεν προκύπτει ότι ο διαθέτης, κατά το χρόνο σύνταξης της διαθήκης, δεν είχε συνείδηση των πράξεών του και ότι έπασχε από πνευματική νόσο, η οποία απέκλειε τη χρήση του λογικού του. Με βάση το αποδεικτικό αυτό πόρισμα, έκρινε, κατά πλειοψηφία το Εφετείο, ότι ορθώς απορρίφθηκε πρωτοδίκως, ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, η αγωγή, κατά το μέρος που με αυτήν η ενάγουσα ζήτησε να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της ανωτέρω διαθήκης, ισχυριζόμενη ότι ο διαθέτης ήταν ανίκανος προς σύνταξη διαθήκης, διότι κατά το χρόνο της σύνταξής της δεν είχε συνείδηση των πράξεών του και επίσης δεν είχε τη χρήση του λογικού του, λόγω της μαλάκυνσης του εγκεφάλου από την οποία έπασχε. Ακολούθως δε το Εφετείο, απέρριψε, κατά πλειοψηφία, ως αβάσιμη, και κατά το σχετικό κεφάλαιο, την έφεση της αναιρεσείουσας κατά της πρωτόδικης απόφασης. Έτσι που έκρινε η πλειοψηφία του Εφετείου ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 1719 παρ. 4 του ΑΚ, όπως ίσχυε πριν από το νόμο 2247/1996, και, σε σχέση με την εφαρμογή της στη συγκεκριμένη περίπτωση, περιέλαβε πλήρεις σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες στην προσβαλλόμενη απόφαση. Ασάφεια ή αντίφαση δεν προσδίδει στην αιτιολογία της πλειοψηφίας του Εφετείου η παραδοχή ότι δεν αποδείχθηκε στέρηση, κατά το χρόνο σύνταξης της διαθήκης, της χρήσης του λογικού του διαθέτη από πνευματική ασθένεια, παρά την περαιτέρω παραδοχή, ότι κατά τη νεκροτομή που έγινε διαπιστώθηκαν στο εγκέφαλο αυτού μαλακυντικές εστίες υποθαλαμικής χώρας αριστερά, αφού χωρίς αμφιβολία προκύπτει ότι έγινε δεκτό, από την εκτίμηση όλων των αποδείξεων, ότι αυτές δεν είχαν προκαλέσει τέτοια πνευματική έκπτωση στο διαθέτει, που να δικαιολογείται η κρίση ότι αυτός, κατά το χρόνο σύνταξης της διαθήκης δεν είχε συνείδηση των πράξεών του ή δεν είχε τη χρήση του λογικού του. Επίσης, ασάφεια ή αντίφαση δεν προσδίδει στο ανωτέρω αποδεικτικό πόρισμα η περιεχόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση παράθεση των επιχειρημάτων της πλειοψηφίας, καθώς και η αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων, συνοδευόμενη από παράθεση αποσπασμάτων των μαρτυρικών καταθέσεων, που οδήγησαν στο πόρισμα αυτό. Επομένως, είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος, ο μοναδικός πρόσθετος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προβάλλει κατά της προσβαλλόμενης απόφασης αιτιάσεις από το άρθρο 559 αριθ.1 και 19, ισχυριζόμενη ότι ευθέως και εκ πλαγίου, με ασαφείς αιτιολογίες, το Εφετείο, παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 1719 παρ. 4 του ΚΠολΔ. Κατά το μέρος, εξάλλου, που με αυτόν η αναιρεσείουσα προβάλλει παραβίαση της ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διάταξης και έλλειψη νόμιμης βάσης ως προς την εφαρμογή της, λόγω πλημμελειών στη διατύπωση της μείζονος πρότασης του δικανικού συλλογισμού και συγκεκριμένα λόγω μη παράθεσης του περιεχομένου και της έννοιας της εφαρμοστέας ουσιαστικής διάταξης νόμου και της ανάλυσης των προϋποθέσεων και των όρων αυτής, ο πρόσθετος λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος.-

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 25-4-2005 αίτηση της ....για αναίρεση της 62/2005 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, καθώς και τον πρόσθετο λόγο αναίρεσης που ασκήθηκε με το από 10-5-2005 δικόγραφο.- Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων εκατόν εβδομήντα (1.170) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Φεβρουαρίου 2007.


Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Φεβρουαρίου 2007.



Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ