1. Skip to Main Menu
  2. Skip to Content
  3. Skip to Footer
Καλως ήρθατε στο ανανεωμένο FOGGS.gr

Η αξίωση του ζημιωθέντος τρίτου, κατά μεν του υπόχρεου σε αποζημίωση προσώπου υπόκειται σε διετή (άρθρο 7 ν.

 E-mail

Η αξίωση του ζημιωθέντος τρίτου, κατά μεν του υπόχρεου σε αποζημίωση προσώπου υπόκειται σε διετή (άρθρο 7 ν. ΓπΝ/1911) ή πενταετή (άρθρο 937 ΑΚ) παραγραφή, ανάλογα σε ποια διάταξη στηρίζεται, κατά δε του ασφαλιστή σε διετή παραγραφή (άρθρο 10 παρ. 2 του ν. 489/1976). Περαιτέρω, από τα άρθρα 247, 251, 298, 914 και 937 ΑΚ συνάγεται, ότι σε περίπτωση αδικοπραξίας, αφότου εκδηλώθηκε το ζημιογόνο γεγονός, γεννάται υπέρ του ζημιωθέντος αξίωση αποζημίωσης για την όλη ζημία, θετική και αποθετική, παρούσα ή μέλλουσα, αν είναι προβλεπτή κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων και εφόσον η δικαστική της επιδίωξη είναι δυνατή, η δε πενταετής παραγραφή της αξίωσης αυτής αρχίζει να τρέχει για όλες τις ζημίες ενιαίως, από τότε που ο ζημιωθείς έλαβε γνώση των πρώτων επιζήμιων συνεπειών και του υπόχρεου σε αποζημίωση. Αντίθετα, από τα άρθρα 10 παρ. 2 του ν. 489/1976 και 241 ΑΚ προκύπτει, ότι η διετής παραγραφή για αξίωση αποζημίωσης κατά του ασφαλιστή αρχίζει από την επόμενη ημέρα του ατυχήματος και δεν έχει σημασία αν και πότε λαμβάνει γνώση της ζημίας ο ζημιωθείς. Ως προς την αφετηρία της η διετής αυτή παραγραφή καλύπτει την περίπτωση της προβλεπτής από την αρχή ζημίας του παθόντος, δεν εφαρμόζεται δε αν η ζημία είναι από την αρχή απρόβλεπτη, πράγμα που μπορεί να συμβεί σε απρόβλεπτη, κατά τα ιατρικά δεδομένα, επιδείνωση της υγείας του παθόντος. Στις πιο πάνω παραγραφές ισχύουν οι γενικές ρυθμίσεις του ΑΚ ως προς την αναστολή (ΑΚ 255 επ.) και διακοπή της παραγραφής (ΑΚ 260 επ.). Αν ασκηθεί αγωγή για μέρος της αξίωσης για αποζημίωση, η επίδοσή της διακόπτει την παραγραφή μόνο για το μέρος αυτό, ως προς το οποίο δημιουργείται αντίστοιχα εκκρεμοδικία (ΑΚ 261α και ΚΠολΔικ 221 παρ. 3). Δεν απαιτείται για την έναρξη της παραγραφής ο παθών να είναι σε θέση να προσδιορίσει το ύψος και την έκταση της ζημίας κατά ποσό, ούτε ακόμη και τη μέλλουσα ζημία από το ζημιογόνο γεγονός, εφόσον η μέλλουσα ζημία συνδέεται αιτιωδώς με το ζημιογόνο γεγονός και ο παθών γνωρίζει το σύνδεσμο αυτό. Η μελλοντική ζημία αποκαθίσταται μόνον αν η επέλευσή της είναι βέβαιη και η έκτασή της μπορεί να προσδιοριστεί, όχι όμως όταν είναι ενδεχόμενη και υποθετική. Εξάλλου, από το άρθρο 268 εδ. α' ΑΚ προκύπτει, ότι σε περίπτωση βεβαίωσης με τελεσίδικη απόφαση της ύπαρξης αξίωσης για θετική και αποθετική ζημία από αδικοπραξία, επέρχεται καταρχήν η επιμήκυνση της πενταετούς (ΑΚ 937) ή διετούς (αρ. 10 παρ. 2 ν. 489/1976) παραγραφής σε εικοσαετή, αρχόμενη από την τελεσιδικία και ως προς το μέρος της όλης αξίωσης αποζημίωσης για αποθετική ζημία, της αναγόμενης δηλαδή και σε χρόνο μεταγενέστερο εκείνου, για τον οποίο επιδικάστηκε η αποζημίωση. Όμως η επιμήκυνση αυτή προϋποθέτει αναγκαίως την ύπαρξη αξίωσης που δεν έχει υποκύψει ακόμη στη μέχρι της τελεσιδικίας ισχύουσα βραχυχρόνια παραγραφή, διότι η τελεσίδικη επιδίκαση της επίδικης τότε αξίωσης δεν επιφέρει αναβίωση της αξίωσης και κατά το μέρος που δεν έχει ασκηθεί και έχει πλέον αποσβεστεί λόγω παραγραφής που διέδραμε χωρίς διακοπή κατά το άρθρο 261 ΑΚ (σχ. ΟλΑΠ 24/2003, 38 και 40/1996, 23/1994). Τέλος, ο ισχυρισμός του εναγομένου ότι η αξίωση που ασκείται με την αγωγή έχει υποκύψει στην παραγραφή αποτελεί ένσταση, η οποία αντικρούεται με τον ισχυρισμό του ενάγοντος για επιμήκυνση, διακοπή ή αναστολή της, που αποτελεί αντένσταση. Στην περίπτωση που από τη ζημιογόνα πράξη προκύπτει και δυσμενής συνέπεια που είναι απρόβλεπτη και άρα για τη σχετική αξίωση που απορρέει απ' αυτή αρχίζει νέα χωριστή παραγραφή ο σχετικός ισχυρισμός του ενάγοντος, ότι η δυσμενής συνέπεια ήταν από την αρχή απρόβλεπτη δεν αποτελεί αντένσταση, αλλά άρνηση της ένστασης. Ο ενάγων δεν έχει το βάρος να επικαλεστεί το χαρακτηρισμό της ζημίας του ως απρόβλεπτης, αλλά ο εναγόμενος ως ενιστάμενος, έχει το βάρος να επικαλεστεί και αποδείξει ότι η ζημία ήταν από την αρχή προβλεπτή, διότι αυτό είναι το περιεχόμενο της ένστασής του.

Διατάξεις:

ΑΚ: 241, 247, 251, 255 επ. 260, 261, 268, 298, 914, 937,
Νόμοι: 489/1976 άρθ. 10, Αριθμός 996/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κρητικό, Αντιπρόεδρο, Αχιλλέα Νταφούλη, Πλαστήρα Αναστασάκη, Αντώνιο Παπαθεοδώρου και Γεώργιο Πετράκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Μαρτίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. Χ1 και 2. ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "NATIONALE NEDERLANDEN ΑΕΓΑ", ήδη μετονομασθείσα σε "I.N.G. Α.Ε.Γ.Α.", που εδρεύει στη Χάγη Ολλανδίας και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Κρεμεζή.

Των αναιρεσίβλητων: 1. Ψ1 , ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Κιοσέ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. και 2. Ιδρύματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων - Ι.Κ.Α., που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο Αντώνιο Παπαγεωργίου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, χωρίς να καταθέσει προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις με αριθμούς έκθ. κατάθεσης 39984/2000, 6031/2003, 4378/2003 και 24825/2003 αγωγές, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 22569/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2010/2005 οριστική του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 10 Μαρτίου 2006 αίτησή τους και τους από 22 Ιανουαρίου 2007 πρόσθετους λόγους αυτής.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αχιλλέας Νταφούλης, ανέγνωσε την από 7 Μαρτίου 2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και των πρόσθετων λόγων αυτής. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των πρόσθετων λόγων αυτής και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Η αξίωση του ζημιωθέντος τρίτου, κατά μεν του υπόχρεου σε αποζημίωση προσώπου υπόκειται σε διετή (άρθρο 7 ν. ΓπΝ/1911) ή πενταετή (άρθρο 937 ΑΚ) παραγραφή, ανάλογα σε ποια διάταξη στηρίζεται, κατά δε του ασφαλιστή σε διετή παραγραφή (άρθρο 10 παρ. 2 του ν. 489/1976). Περαιτέρω, από τα άρθρα 247, 251, 298, 914 και 937 ΑΚ συνάγεται, ότι σε περίπτωση αδικοπραξίας, αφότου εκδηλώθηκε το ζημιογόνο γεγονός, γεννάται υπέρ του ζημιωθέντος αξίωση αποζημίωσης για την όλη ζημία, θετική και αποθετική, παρούσα ή μέλλουσα, αν είναι προβλεπτή κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων και εφόσον η δικαστική της επιδίωξη είναι δυνατή, η δε πενταετής παραγραφή της αξίωσης αυτής αρχίζει να τρέχει για όλες τις ζημίες ενιαίως, από τότε που ο ζημιωθείς έλαβε γνώση των πρώτων επιζήμιων συνεπειών και του υπόχρεου σε αποζημίωση. Αντίθετα, από τα άρθρα 10 παρ. 2 του ν. 489/1976 και 241 ΑΚ προκύπτει, ότι η διετής παραγραφή για αξίωση αποζημίωσης κατά του ασφαλιστή αρχίζει από την επόμενη ημέρα του ατυχήματος και δεν έχει σημασία αν και πότε λαμβάνει γνώση της ζημίας ο ζημιωθείς. Ως προς την αφετηρία της η διετής αυτή παραγραφή καλύπτει την περίπτωση της προβλεπτής από την αρχή ζημίας του παθόντος, δεν εφαρμόζεται δε αν η ζημία είναι από την αρχή απρόβλεπτη, πράγμα που μπορεί να συμβεί σε απρόβλεπτη, κατά τα ιατρικά δεδομένα, επιδείνωση της υγείας του παθόντος. Στις πιο πάνω παραγραφές ισχύουν οι γενικές ρυθμίσεις του ΑΚ ως προς την αναστολή (ΑΚ 255 επ.) και διακοπή της παραγραφής (ΑΚ 260 επ.). Αν ασκηθεί αγωγή για μέρος της αξίωσης για αποζημίωση, η επίδοσή της διακόπτει την παραγραφή μόνο για το μέρος αυτό, ως προς το οποίο δημιουργείται αντίστοιχα εκκρεμοδικία (ΑΚ 261α και ΚΠολΔικ 221 παρ. 3). Δεν απαιτείται για την έναρξη της παραγραφής ο παθών να είναι σε θέση να προσδιορίσει το ύψος και την έκταση της ζημίας κατά ποσό, ούτε ακόμη και τη μέλλουσα ζημία από το ζημιογόνο γεγονός, εφόσον η μέλλουσα ζημία συνδέεται αιτιωδώς με το ζημιογόνο γεγονός και ο παθών γνωρίζει το σύνδεσμο αυτό. Η μελλοντική ζημία αποκαθίσταται μόνον αν η επέλευσή της είναι βέβαιη και η έκτασή της μπορεί να προσδιοριστεί, όχι όμως όταν είναι ενδεχόμενη και υποθετική. Εξάλλου, από το άρθρο 268 εδ. α' ΑΚ προκύπτει, ότι σε περίπτωση βεβαίωσης με τελεσίδικη απόφαση της ύπαρξης αξίωσης για θετική και αποθετική ζημία από αδικοπραξία, επέρχεται καταρχήν η επιμήκυνση της πενταετούς (ΑΚ 937) ή διετούς (αρ. 10 παρ. 2 ν. 489/1976) παραγραφής σε εικοσαετή, αρχόμενη από την τελεσιδικία και ως προς το μέρος της όλης αξίωσης αποζημίωσης για αποθετική ζημία, της αναγόμενης δηλαδή και σε χρόνο μεταγενέστερο εκείνου, για τον οποίο επιδικάστηκε η αποζημίωση. Ομως η επιμήκυνση αυτή προϋποθέτει αναγκαίως την ύπαρξη αξίωσης που δεν έχει υποκύψει ακόμη στη μέχρι της τελεσιδικίας ισχύουσα βραχυχρόνια παραγραφή, διότι η τελεσίδικη επιδίκαση της επίδικης τότε αξίωσης δεν επιφέρει αναβίωση της αξίωσης και κατά το μέρος που δεν έχει ασκηθεί και έχει πλέον αποσβεστεί λόγω παραγραφής που διέδραμε χωρίς διακοπή κατά το άρθρο 261 ΑΚ (σχ. ΟλΑΠ 24/2003, 38 και 40/1996, 23/1994). Τέλος, ο ισχυρισμός του εναγομένου ότι η αξίωση που ασκείται με την αγωγή έχει υποκύψει στην παραγραφή αποτελεί ένσταση, η οποία αντικρούεται με τον ισχυρισμό του ενάγοντος για επιμήκυνση, διακοπή ή αναστολή της, που αποτελεί αντένσταση. Στην περίπτωση που από τη ζημιογόνα πράξη προκύπτει και δυσμενής συνέπεια που είναι απρόβλεπτη και άρα για τη σχετική αξίωση που απορρέει απ' αυτή αρχίζει νέα χωριστή παραγραφή ο σχετικός ισχυρισμός του ενάγοντος, ότι η δυσμενής συνέπεια ήταν από την αρχή απρόβλεπτη δεν αποτελεί αντένσταση, αλλά άρνηση της ένστασης. Ο ενάγων δεν έχει το βάρος να επικαλεστεί το χαρακτηρισμό της ζημίας του ως απρόβλεπτης, αλλά ο εναγόμενος ως ενιστάμενος, έχει το βάρος να επικαλεστεί και αποδείξει ότι η ζημία ήταν από την αρχή προβλεπτή, διότι αυτό είναι το περιεχόμενο της ένστασής του.
Στην προκείμενη περίπτωση, από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔικ) προκύπτουν τα ακόλουθα, σε σχέση με τους εδώ διαδίκους: Ο πρώτος αναιρεσίβλητος (Ψ1) άσκησε ενώπιον του μονομελούς πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης κατά των αναιρεσειόντων τις από 30-10-2000 (αρ. κατ. XXX) και 17-2-2003 (αρ. κατ. XXX) δύο νέες αγωγές του, για περαιτέρω αποζημίωσή του από τραυματισμό του σε αυτοκινητικό ατύχημα που έγινε στις 9-2-1995 στο 22ο χιλιόμετρο της επαρχιακής οδού Θεσσαλονίκης - Ν. Μηχανιώνας, από συγκλίνουσα αμέλεια του πρώτου αναιρεσείοντος (Χ1) και του Ζ1 , οδηγών των συγκρουσθέντων αυτοκινήτων, με αριθμούς κυκλοφορίας αντίστοιχα XXX (ΙΧΕ) και XXX (ΙΧΦ). Συγκεκριμένα, με την πρώτη αγωγή του, αφού ισχυρίστηκε ότι το Εφετείο Θεσσαλονίκης με την τελεσίδικη 1759/1-6-2000 απόφασή του σε άλλη (αρχική) από 12-2-1997 αγωγήτου (με αριθμό κατάθεσης XXX), του είχε επιδικάσει δραχμές 30.000.000 για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης και 3.078.892 για απώλεια μισθών και διάφορα έξοδα μέχρι 31-1-1997, αλλά από 1-1-1997 εμφάνισε απρόβλεπτη κατά τα ιατρικά δεδομένα επιδείνωση της υγείας του, ζήτησε να αναγνωριστεί, ότι οι αναιρεσείοντες υποχρεούνται να του καταβάλουν δραχμές 800.000.000, ως πρόσθετη χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη και 9.664.748 ως αποζημίωση από απώλεια εισοδημάτων και άλλες ζημίες για το διάστημα από 1-2-1997 μέχρι 31-12-2002. Με τη δεύτερη αγωγή του, αφού επικαλέστηκε επίσης δεδικασμένο από την ως άνω αμετάκλητη πλέον απόφαση 1759/2000 του Εφετείου Θεσσαλονίκης ως προς τα κριθέντα με αυτή ζητήματα, αξίωσε να αναγνωριστεί, ότι οι αναιρεσείοντες υποχρεούνται να του πληρώσουν α) για απώλεια μελλοντικών εισοδημάτων του από 1-1-2003 έως 31-12-2050, το 80% των αναφερόμενων μηνιαίων αποδοχών, με επιδόματα, ύστερα από αφαίρεση των επιδοτήσεων που έλαβε από το Ι.Κ.Α., β) ως αποζημίωση, από παροχή υπηρεσιών αποκλειστικής νοσοκόμου από τους οικείους του, ποσό 720 ευρώ το μήνα, αναπροσαρμοζόμενο κατά ποσοστό 10% ετησίως, για χρονικό διάστημα από 16-2-2003 έως 31-12-2050 και γ) ποσό 31.667,77 ευρώ για θετική ζημία από δαπάνη ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης, κινησιοθεραπείας κ.λ.π.. Το δεύτερο αναιρεσίβλητο (ΙΚΑ) με την από 9-7-2003 αγωγή του (αρ. κατ. XXX) ζήτησε να υποχρεωθούν οι αναιρεσείοντες να του πληρώσουν τις καταβληθείσες στον ασφαλισμένο του Ψ1 διαφορές επιδόματος παραπληγίας και παράτασης επιδόματος παραπληγίας από 1-1-2000 έως 31-5-2004, ύψους 19.214,25 ευρώ. Η πρώτη αγωγή (αρ. κατ. XXX) του Ψ1 δικάστηκε μόνη της στις 1-3-2002 και εκδόθηκε σ' αυτή η παρεμπίπτουσα 19870/2002 απόφαση του μονομελούς πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, η οποία διέταξε ιατρική πραγματογνωμοσύνη, για να αποφανθούν οι πραγματογνώμονες ιατροί "για το είδος και τη βαρύτητα της επιβάρυνσης στην υγεία του ενάγοντος, η οποία προκλήθηκε και παρουσιάστηκε μετά την άσκηση της πρώτης (από 12-2-1997) αγωγής του", αλλά και για να απαντήσουν "αν η εξέλιξη της υγείας του ήταν απρόβλεπτη ή μπορούσε να προβλεφθεί κατά το χρόνο της άσκησης της πρώτης (από 12-2-1997) αγωγής του". Στη συνέχεια, κατά τη δικάσιμο της 27-4-2004, συνεκδικάστηκαν οι τρεις παραπάνω αγωγές, μετά τη διεξαγωγή της πραγματογνωμοσύνης. Οι αναιρεσείοντες, όπως και στη δικάσιμο της 1-3-2002, έτσι και τώρα προέβαλαν παραδεκτά, σε απόκρουση των αγωγών αυτών, τις ενστάσεις πενταετούς (ο υπόχρεος σε αποζημίωση οδηγός) και διετούς (η ασφαλιστική εταιρεία) παραγραφής των εξαρχής προβλεπτών αξιώσεων των αναιρεσιβλήτων. Οι τελευταίοι αντέτειναν, παραδεκτά και νόμιμα, ισχυρισμούς, που συνιστούν αντένσταση, για επιμήκυνση της παραγραφής σε εικοσαετή, σύμφωνα με την επικληθείσα 1759/1-6-2000 αμετάκλητη απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Ειδικότερα, ο ενάγων Ψ1 , στην ίδια πρώτη ως άνω από 30-10-2000 (αρ. κατ. XXX) αγωγή του ισχυρίστηκε, ότι η αιτηθείσα με αυτή αποζημίωση αφορά μεταγενέστερες από την ίδια αιτία ζημίες, σε σχέση με εκείνες για τις οποίες επιδικάστηκε με την πιο πάνω 1759/2000 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, από την οποία προκύπτει δεδικασμένο εδώ ως προς τα κριθέντα με αυτή ζητήματα υπαιτιότητας και δικαιώματος αποζημίωσης του παθόντος για κάθε ζημία από την αδικοπραξία. Τα ίδια ισχυρίστηκε και απικαλέστηκε με τη δεύτερη από 17-2-2003 (αρ. κατ. XXX) αγωγή του. Έτσι διέλαβε στις αγωγές του ισχυρισμό για επιμήκυνση της παραγραφής των νέων αξιώσεών του σε εικοσαετή. Επίσης, οι αναιρεσίβλητοι την αντένσταση αυτή νόμιμα προέτειναν (ΟλΑΠ 2/2005) προφορικά και καταχωρίστηκε αυτό στα 22569/2004 πρακτικά συνεδρίασης του μονομελούς πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης κατά τη δικάσιμο της συνεκδίκασης (27-4-2004) των τριών ως άνω αγωγών.
Εκδόθηκε κατόπιν η 22569/2004 απόφαση του μονομελούς πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, η οποία συνεκδίκασε και απέρριψε ως παραγεγραμμένες τις τρεις αυτές ως άνω αγωγές. Κατά της πρωτόδικης αυτής απόφασης οι αναιρεσίβλητοι (Ψ1 και ΙΚΑ) άσκησαν, αντίστοιχα, τις από 16-12-2004 και 11-1-2005 εφέσεις. Με αυτές παραπονέθηκαν, γιατί το πρωτοδικείο, από εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων, δέχτηκε ότι οι αγωγικές ως άνω αξιώσεις τους υπέκυψαν στην παραγραφή και επομένως έπρεπε να απορριφθούν οι αγωγές, κατά παραδοχή βάσιμης σχετικής ένστασης των αναιρεσειόντων. Ρητά υποστήριξαν οι αναιρεσίβλητοι, ότι έπρεπε να γίνουν δεκτές οι αντενστάσεις τους για επιμήκυνση σε εικοσαετή της παραγραφής, καθώς και οι αγωγές τους, ως κατ' ουσίαν βάσιμες, αν το πρωτοβάθμιο δικαστήριο ερμήνευε και εφάρμοζε σωστά το νόμο και εκτιμούσε καλλίτερα τις αποδείξεις. Οι αναιρεσείοντες ζήτησαν με τις προτάσεις τους στο Εφετείο να απορριφθούν οι εφέσεις ως αβάσιμες. Ειδικότερα υποστήριξαν, ότι απορριπτέα ήταν η αντένσταση για επιμήκυνση του χρόνου της παραγραφής προεχόντως ως απαράδεκτη, γιατί στην πρώτη συζήτηση της από 30-10-2000 αγωγής κανένας σχετικός ισχυρισμός δεν προτάθηκε, σε κάθε δε περίπτωση ως αβάσιμη, γιατί δεν συνέτρεξαν όλες οι προϋποθέσεις εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 268 ΑΚ στην υπόθεση που εξετάζεται, οι αναιρεσίβλητοι δεν επικαλέστηκαν καμία απρόβλεπτη μεταγενέστερη επιδείνωση της κατάστασης της υγείας του τραυματισθέντος και ούτε εμφανίστηκε κάποια απρόβλεπτη εξέλιξη στην πορεία της υγείας του. Στις συνεκδικασθείσες εφέσεις των αναιρεσιβλήτων εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου, που δέχτηκε, ύστερα από αξιολόγηση του όλου αποδεικτικού υλικού που συγκεντρώθηκε, τα παρακάτω κρίσιμα για την τύχη της αναίρεσης πραγματικά περιστατικά: "Με την 1759/2000 τελεσίδικη απόφαση του δικαστηρίου αυτού κρίθηκε με δύναμη δεδικασμένου, ότι για το τροχαίο ατύχημα που έγινε την 19-2-1995 στην επαρχιακή οδό Θεσσαλονίκης-Ν.Μηχανιώνας περί ώρα 01.15΄, από το οποίο τραυματίστηκε ο ενάγων Ψ1 , συνυπαίτιοι, λόγω μη καταβολής της προσοχής που όφειλαν και μπορούσαν να καταβάλουν, όπως ο κάθε μέσης σύνεσης οδηγός, είναι κατά 80%, οι εφεσίβλητοι οδηγοί Ζ1 (δεν είναι εδώ διάδικος), που οδηγούσε το XXX ΙΧΖ αυτοκίνητο το οποίο ήταν ασφαλισμένο στην εφεσίβλητη ασφαλιστική εταιρία "Ολυμπιακή Βικτώρια Ζημιών ΑΑΕ" (δεν είναι επίσης εδώ διάδικος), και Χ1 που οδηγούσε το XXX ΙΧΦ αυτοκίνητο το οποίο ήταν ασφαλισμένο στην εφεσίβλητη ασφαλιστική εταιρία "NATIONALE NEDERLANDEN ΑΕΓΑ", κατά 70% του άνω ποσοστού ο πρώτος και κατά 30% του άνω ποσοστού ο δεύτερος και κατά 20% ο ενάγων Ψ1 , που επέβαινε στη θέση του συνοδηγού του άνω ΙΧΕ αυτοκινήτου και δεν φορούσε ζώνη ασφαλείας. Από τη σύγκρουση των αυτοκινήτων αυτών τραυματίστηκε ο ως άνω Ψ1 -ασφαλισμένος του ενάγοντος ΙΚΑ. Έχει υποστεί κάκωση κοιλίας με ρήξη σπλήνας και ήπατος, κάκωση θώρακα με αιμοθώρακα αριστερά, κάταγμα κλείδας αριστερά, κάταγμα 4 και 5 πλευράς αριστερά και 2 έως 7 δεξιά, θλάση πνεύμονα αριστερά, κρανιοεγκεφαλική κάκωση, με αιμορραγία στην αριστερή πλάγια κοιλία και μικρή κάκωση στην 3η κοιλία. Στην ίδια τελεσίδικη απόφαση διαλαμβάνεται, ότι ο Ψ1 εμφάνισε ημιπληγία αριστερά και υπερκινησία εξωπυραμιδικής αιτιολογίας λόγω βλάβης στα βασικά γάγγλια και εξήλθε σε σταθερή κατάσταση με ελάχιστη επαφή με το περιβάλλον. Από 8-6-1995 έως 21-7-1995 νοσηλεύθηκε στην κλινική φυσικής ιατρικής του εθνικού ιδρύματος αποκατάστασης αναπήρων της Αθήνας, όπου διαγνώσθηκε αμφοτερόπλευρη πυραμιδική συνδρομή με τετραπαρετική εικόνα λόγω της κρανιοεγκεφαλικής κάκωσης. Λόγω της σταθερής στάσιμης κατάστασης (δεν είχε αποκτήσει ισορροπία σε καθιστή θέση) συστήθηκε η μεταφορά του και νοσηλεία σε ειδικό κέντρο του εξωτερικού (το PRINTERFIELD HOSPITAL WAKEFILD της Αγγλίας), όπου νοσηλεύθηκε από 13-11-1995 έως 2-9-1996 και υποβλήθηκε σε εντατικό πρόγραμμα αποκατάστασης με λογοθεραπεία, φυσιοθεραπεία, νοσηλευτική φροντίδα και εργασιοθεραπεία. Εκεί διαπιστώθηκε, ότι λόγω της κρανιοεγκεφαλικής βλάβης του από την ένδικη αδικοπραξία είχε αριστερά ταξική ημιπάρεση μέτριας βαρύτητας, ελαφριά δυσφωνία, δυσαρθρία, ελαφριά ταξική ημιπάρεση δεξιάς πλευράς, ελαφριά έως μέτρια διαταραχή της πρόσφατης μνήμης, μετατραυματική επιληψία εστιακού τύπου, διαταραχή της ισορροπίας και της ικανότητας βάδισης, μεταβολές της προσωπικότητας με τάσεις σύγχησης, επεισόδια συναισθηματικών μεταπτώσεων και μερικές φορές επιθετική συμπεριφορά. Την 21-1-1997 εξετάστηκε στο Β' γενικό νοσοκομείο ΙΚΑ Θεσσαλονίκης "ΠΑΝΑΓΙΑ" και διαπιστώθηκε ότι πάσχει από σπαστική τετραπάρεση με μεγαλύτερη προσβολή αριστερά, αδυναμία ορθοστατήσεως και βαδίσεως, σπαστική δυσφωνία και δυσαρθρία και εκδηλώσεις οργανικού ψυχοσυνδρόμου και ότι λόγω της κατάστασής του δεν θα μπορεί να αυτοεξυπηρετηθεί και θα έχει ανάγκη διαρκούς φροντίδας από άλλο πρόσωπο (η ίδια κατάσταση βεβαιώνεται στην XXX ιατρική γνωμάτευση του άνω νοσοκομείου). Την 26-3-2000 ο Ψ1 έπασχε από μετατραυματική ψύχωση και άνοια, σπαστική τετραπάρεση λόγω κρανιοεγκεφαλικής κάκωσης και την 6-3-2002 έπασχε από σπαστική παραπληγία με σπαστική παραπάρεση λόγω βαρειάς κρανιοεγκεφαλικής κάκωσης, μετατραυματική νοητική διαταραχή, μετατραυματική κατάθλιψη, μετατραυματική ψύχωση. Δηλαδή από το 1997 εμφανίζει επιδείνωση της κατάστασής του στις άνω παθήσεις (βλ. τις XXX και XXX γνωματεύσεις της Καθηγήτριας-νευρολόγου ψυχιάτρου του Γ.Ν.Π. ......). Η πραγματογνώμονας XXX, νευρολόγος με την από 24-12-2002 έκθεσή της αποφαίνεται ότι ο ανωτέρω πάσχει από βαρειά οργανική βλάβη του κεντρικού νευρικού συστήματος με ασυνήθιστη για την ηλικία του (22 ετών στο χρόνο της ένδικης αδικοπραξίας) δυσμενή εξέλιξη παρά τις αναφερόμενες αρχικές ευνοϊκές παραμέτρους (ενδοκράνιο πίεση σε φυσιολογικά επίπεδα, σκόπιμες κινήσεις στα επώδυνα ερεθίσματα και αυτόματα κυρίως δεξιά), ότι η βλάβη εκδηλώνεται με σοβαρές διαταραχές στην κλινική νευρολογική εξέταση και γίνεται εύκολα αντιληπτή ως διαταραχή της εμφάνισης και της λειτουργικότητας του ασθενούς, καθιστώντας αυτόν πλήρως ανάπηρο και ανίκανο, ολικά να φροντίζει τον εαυτό του και τις υποθέσεις του, έχει συνεπώς ανάγκη συνοδού επί εικοσιτετράωρης βάσης εφόρου ζωής, έχει δε εμφανίσει υπαξία, εξαιρετικά απρόβλεπτη με βάση τα επιδημιολογικά χαρακτηριστικά στοιχεία του (νεαρό της ηλικίας, απουσία καρδιακής, αγγειακής, πνευμονικής νόσου και μη καπνίσματος), με δυσμενείς επιπτώσεις σε όλα τα λειτουργικά συστήματα του οργανισμού και ιδιαίτερα στο κεντρικό νευρικό σύστημα. Επίσης ο πραγματογνώμονας XXX, Νευρολόγος-ψυχίατρος, στην από XXX έκθεσή του αποφαίνεται, ότι πάσχει από σπαστική τετραπάρεση εντονότερη αριστερά, με αποτέλεσμα την αδυναμία όρθιας θέσης, στάσης και βάδισης, ήπια εγκεφαλική αταξία, αφασικές διαταραχές με έντονες διαταραχές εκπομπής του λόγου και μικρότερες της κατανόησης αυτού, αγχώδεις διαταραχές και στοιχεία οργανικού ψυχοσυνδρόμου με κακή επικοινωνία με το περιβάλλον, μέτρια σύγχυση, επιθετικότητα σε ψυχοπίεση, ευμεταβλητότητα συναισθηματική και του χαρακτήρα, γνωσιακές διαταραχές προσοχής, αντίληψης, ενδιαφέροντος και μνήμης. Δηλαδή υπάρχει επιδείνωση της κατάστασής του από 10 έως 15%, με εμφανέστερη την επιδείνωση της ψυχικής του κατάστασης, που ήταν αδύνατο να προβλεφθεί στο χρόνο άσκησης της πρώτης (από 12-2-1997) αγωγής στην οποία εκδόθηκε η προαναφερθείσα 1759/2000 τελεσίδικη απόφαση του Δικαστηρίου αυτού, που δημοσιεύτηκε την 1-6-2000 (από παραδρομή αναγράφεται 20-5-2000). Τα παραπάνω δεν αναιρούνται από την έκθεση των τεχνικών συμβούλων XXX και XXX, οι οποίοι αποφαίνονται περί προβλεπτών από την αρχή ζημιών, στηριζόμενοι κυρίως στο περιεχόμενο των αγωγών του Ψ1, στις οποίες όμως αυτός δεν όφειλε να εκθέσει ότι οι ζημίες του δεν ήταν από την αρχή προβλεπτές. Με τα παραπάνω δεδομένα το Δικαστήριο, συνεκτιμώντας και τις καταθέσεις των μαρτύρων (αδελφών του εκκαλούντος Ψ1 ) κρίνει, ότι ο Ψ1 εμφάνισε απρόβλεπτη κατά τα ιατρικά δεδομένα μετατραυματική ψύχωση και άνοια-μετατραυματική νοητική διαταραχή, μετατραυματική κατάθλιψη και ψύχωση, βαρειά οργανική βλάβη του κεντρικού νευρικού συστήματος που είναι ασυνήθιστη για την ηλικία του (28 τότε ετών), δυσμενή εξέλιξη και υπαξία με δυσμενείς επιπτώσεις σε όλα τα λειτουργικά συστήματα του οργανισμού που ήταν ιδιαίτερα απρόβλεπτη βάσει των επιδημιολογικών χαρακτηριστικών στοιχείων που αναφέρει η πραγματογνώμονας XXX. Κατά συνέπεια έναντι των υπαιτίων οδηγών δεν τίθεται θέμα πενταετούς κατ' άρθρ. 927 παρ. 1 Α.Κ. παραγραφής, αφού από τις άνω ημεροχρονολογίες άρχισε νέα όμοια παραγραφή, που δεν είχε συμπληρωθεί κατά την 1-6-2000 που δημοσιεύτηκε η 1759/2000 τελεσίδικη απόφαση του Δικαστηρίου αυτού και έκτοτε άρχισε νέα εικοσαετής παραγραφή για τις αξιούμενες με τις ένδικες αγωγές αποζημιώσεις ή πρόσθετη χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Έναντι όμως των εναγομένων και ήδη εφεσιβλήτων ασφαλιστικών εταιριών οι αξιώσεις του ενάγοντα για το χρονικό διάστημα από 1-2-1997 έως 31-12-2000 έχουν υποπέσει στη διετή κατ' άρθρο 10 παρ. 1 και 2 του ν. 489/1976 παραγραφή, συμπεριλαμβανομένης και της χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης μόνο για την επελθούσα την 1-1-1997 απρόβλεπτη επιδείνωση της κατάστασης της υγείας του, ενώ για τις λοιπές αξιώσεις του ίδιου ενάγοντα και ΙΚΑ, πριν να συμπληρωθεί η άνω διετής παραγραφή που άρχισε από 1-1-2000, λόγω της δημοσίευσης (1-6-2000) της άνω 1759/2000 τελεσίδικης απόφασης του Δικαστηρίου αυτού άρχισε νέα εικοσαετής κατ' άρθρο 268 εδ. α' ΑΚ παραγραφή". Με τις παραδοχές αυτές δέχτηκε τις εφέσεις των αναιρεσιβλήτων ως βάσιμες και εξαφάνισε ως προς αυτούς την πρωτόδικη απόφαση. Στη συνέχεια κράτησε και δίκασε τις προαναφερθείσες τρεις αγωγές, τις οποίες και έκανε εν μέρει δεκτές ως βάσιμες κατ' ουσίαν. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντίφαση αιτιολογίες, αναφορικά με τα ζητήματα που τέθηκαν ενώπιόν του με τους ως άνω λόγους των εφέσεων των αναιρεσιβλήτων και ασκούσαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Οι παραδοχές για απρόβλεπτη, κατά τα ιατρικά δεδομένα, επιδείνωση της υγείας του παθόντος Ψ1 ιδίως από 1-1-1997 και 1-1-2000, καθώς και για απρόβλεπτες νέες ζημίες του, αιτιολογούνται με σαφήνεια και επάρκεια, χωρίς αντιφάσεις. Οι αιτιολογίες αυτές επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή όχι εφαρμογή των διατάξεων του ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκαν. Δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση. Σωστά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις πιο πάνω διατάξεις, χωρίς να παραβιάσει και τις επικαλούμενες στο αναιρετήριο άλλες διατάξεις των άρθρων 115 παρ. 3, 237 παρ. 1 και 3, 666 παρ. 1, 670 και 681 ΚΠολΔικ. Δεν έλαβε παρά το νόμο υπόψη πράγματα και μάλιστα τις ως άνω αντενστάσεις των αναιρεσιβλήτων για επιμήκυνση της παραγραφής, που δεν προτάθηκαν, ενώ απέρριψε τις προβληθείσες ενστάσεις (διετούς και πενταετούς παραγραφής) των αναιρεσειόντων, καθώς και τους σχετικούς ισχυρισμούς τους, ως αβάσιμους, "εκ του πράγματος". Σύμφωνα με αυτά δεν υπέπεσε στις αποδιδόμενες πλημμέλειες που προβλέπονται, κατ' εκτίμηση, από τα εδάφια 1, 8 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, όλοι δε οι αντίθετοι λόγοι του αναιρετηρίου, που αναπτύσσονται στις σελίδες 2 έως 42 αυτού, πρέπει να απορριφθούν σε κάθε περίπτωση, ανεξάρτητα από την αοριστία τους (ιδίως για μη παράθεση στο αναιρετήριο των κρίσιμων παραδοχών και για μη εξειδίκευση των σφαλμάτων - ΟλΑΠ 28/1998 και 32/1996), ως αβάσιμοι. Οι ίδιοι λόγοι αναίρεσης, κατά τις αιτιάσεις τους εκείνες με τις οποίες, υπό το πρόσχημα της απλής επίκλησης των άνω πλημμελειών, πλήττουν την αναιρετικά ανέλεγκτη για πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας και ιδίως αυτή για το προβλεπτό ή μη της μέλλουσας επιδείνωσης της κατάστασης της υγείας του παθόντος που προκύπτει από τις αποδείξεις ή τα εκτιθέμενα στην αγωγή ως εκτίμηση γεγονότων, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔικ.
ΙΙ. Από τη βεβαίωση του Εφετείου στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, ότι στο πόρισμά του κατέληξε αφού εκτίμησε και "όλα τα έγγραφα που νόμιμα με επίκληση προσκόμισαν οι διάδικοι", σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της απόφασης αυτής, δεν καταλείπεται αμφιβολία, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και εκτίμησε και όλα τα έγγραφα που οι αναιρεσείοντες επικαλούνται στις σελίδες 43 έως 45 του αναιρετηρίου τους, από τα οποία πάντως δεν προκύπτουν "ομολογίες" γεγονότων για προβλεπτή κατά το χρόνο άσκησης της από 12-2-1997 αρχικής αγωγής του Ψ1 (αρ. κατ. XXX) ολική ανικανότητα για εργασία. Δηλαδή έχουν ληφθεί υπόψη: α) η πιο πάνω αρχική αγωγή, β) η 17242/1999 απόφαση του μονομελούς πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, γ) η από 28-9-1999 (αρ. κατ. XXX) έφεση του Ψ1 , στην οποία εκδόθηκε η 1759/2000 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης και δ) η πρώτη ως άνω από 30-10-2000 (αρ. κατ. XXX) αγωγή του παθόντος.
Συνεπώς πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο από το εδάφιο 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔικ σχετικός λόγος αναίρεσης.
ΙΙΙ.- Κατά το εδάφιο 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, όπως διατυπώθηκε μετά το άρθρο 17 παρ. 2 του ν. 2951/2001, "αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη". Οι λέξεις "ή δεν διέταξε αποδείξεις γι' αυτά" έχουν διαγραφεί και δεν ισχύουν πλέον. Επομένως, ο σχετικός λόγος του αναιρετηρίου από την ως άνω διάταξη πρέπει να απορριφθεί: α) σε σχέση με την αποδιδόμενη πλημμέλεια (κατ' εκτίμηση) για παρά το νόμο παραδοχή πραγμάτων ως αληθινών χωρίς απόδειξη ως αβάσιμος, διότι το δικαστήριο σχημάτισε το αποδεικτικό πόρισμά του από τα αναγραφόμενα στην απόφαση αποδεικτικά μέσα, δηλαδή καταθέσεις μαρτύρων και έγγραφα που οι διάδικοι προσκόμισαν με επίκληση και β) σε σχέση με την αποδιδόμενη πλημμέλεια για παραδοχή πραγμάτων χωρίς να διατάξει αποδείξεις και μάλιστα ιατρική πραγματογνωμοσύνη, που είχε διαταχθεί μόνο για την πρώτη από 30-10-2000 αγωγή του Ψ1 , με την 19870/2000 παρεμπίπτουσα απόφαση του μονομελούς πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, ως απαράδεκτος, ενόψει και του ότι σε κάθε περίπτωση στη διαδικασία του άρθρου 681 Α του ΚΠολΔικ κατά την οποία εκδικάστηκε η παρούσα υπόθεση στο δικαστήριο δεν έχει υποχρέωση να διατάξει απόδειξη.
IV.- Ο λόγος αναίρεσης από το εδάφιο 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ δεν ιδρύεται στην παρούσα ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημιές από αυτοκίνητο κατά την οποία το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου, σύμφωνα με τα άρθρα 681Α και 671 παρ.1 ΚΠολΔικ, οπότε και κρίνει ελεύθερα κατά το γενικό κανόνα του άρθρου 340 ΚΠολΔικ.
Συνεπώς, η συναφής αιτίαση λόγου του αναιρετηρίου για πλημμέλεια, από την παραπάνω διάταξη του εδαφίου 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, συνιστάμενη και στο γεγονός ότι η αναιρεσιβαλλομένη δέχτηκε, ότι "το πόρισμα της διεξαχθείσας ιατρικής πραγματογνωμοσύνης λήφθηκε υπόψη και συνεκτιμήθηκε ελεύθερα και για τις συνεκδικασθείσες δύο άλλες από 17-2-2003 και 9-7-2003 αγωγές των αναιρεσιβλήτων", πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως απαράδεκτη.
V.- Κατά το εδάφιο 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ., αναίρεση επιτρέπεται "αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν ή άφησε αίτηση αδίκαστη". Στην προκείμενη περίπτωση οι αναιρεσείοντες, στις σελίδες 71 έως 76 του αναιρετηρίου, επικαλούνται το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης που παραθέτουν και σχολιάζουν "λάθη" λογιστικά-αθροιστικά, που έγιναν κατά την επιδίκαση (με αναγνωριστικές διατάξεις) ορισμένων κονδυλίων των αγωγών των αναιρεσιβλήτων, όταν και σημειώθηκαν ελλείψεις ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, για να υποστηρίξουν τελικά, ότι η προσβαλλομένη έχει υποπέσει στην πλημμέλεια που προβλέπεται από την πιο πάνω διάταξη, γιατί "επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε και επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν ή άφησε αίτηση αδίκαστη", άρα πρέπει να αναιρεθεί και να διορθωθεί. Ο λόγος αυτός με τέτοιο περιεχόμενο πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως αόριστος, διότι στο αναιρετήριο, κατά παράβαση των άρθρων 118 αρ. 4, 566 παρ. 1, και 577 ΚΠολΔικ, δεν αναφέρονται με σαφήνεια όλα τα αναγκαία για το ορισμένο του στοιχεία και ιδίως οι κρίσιμες στο σύνολό τους παραδοχές της απόφασης, τα συγκεκριμένα (κατά τρόπο αναλυτικό) αιτήματα των αγωγών και οι αυτοτελείς αιτήσεις των διαδίκων που προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης και τα όρια της απονεμόμενης από το δικαστήριο έννομης προστασίας, ώστε να κριθεί η βασιμότητά του με ασφάλεια. Εξάλλου, αν από παραδρομή κατά τη σύνταξη της αναιρεσιβαλλομένης περιέχονται λάθη γραφικά ή λογιστικά ή το διατακτικό της διατυπώθηκε κατά τρόπο ελλιπή ή ανακριβώς, συντρέχουν οι προϋποθέσεις για διόρθωσή της κατά το άρθρο 315 επ. ΚΠολΔικ.
VI.- Οι κατά το άρθρο 390 ΚΠολΔικ γνωμοδοτήσεις προσώπων με ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης σε ζητήματα που αφορούν εκκρεμή δίκη, οι οποίες συντάχθηκαν ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου και προσάγονται απ' αυτόν, δεν συνιστούν ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, αλλά έγγραφο με ειδική ρύθμιση από το νόμο, που εκτιμάται ελεύθερα από το δικαστήριο χωρίς να απαιτείται να αντιδιαστέλλεται από τα άλλα έγγραφα και να μνημονεύεται ειδικά (ολ ΑΠ 848/1981).
Συνεπώς, ο τελευταίος λόγος αναίρεσης, που διατυπώνεται στις σελίδες 76 και 77 του αναιρετηρίου, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση, ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια από το εδάφιο 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, γιατί έλαβε υπόψη στην υπόθεση που εξετάζεται (όπου διατάχθηκε ιατρική πραγματογνωμοσύνη) και τις XXX και XXX ιδιωτικές πραγματογνωμοσύνες-γνωμοδοτήσεις της νευρολόγου-ψυχιάτρου XXX, δηλαδή προσώπου με ειδικές γνώσεις επιστήμης στα πιο πάνω ζητήματα (της επιδείνωσης της κατάστασης υγείας του παθόντος, του προβλεπτού ή μη αυτής κ.λ.π.), που συντάχθηκαν ύστερα από αίτηση του πρώτου αναιρεσίβλητου και προσκομίστηκαν στο δικαστήριο απ' αυτόν με επίκληση, πρέπει να απορριφθεί, προεχόντως ως αόριστος, διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός για απαράδεκτο προβλήθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και μάλιστα κατά τρόπο νόμιμο και ορισμένο, σε κάθε δε περίπτωση ως αβάσιμος.
VII.- Ο λόγος αναίρεσης από το εδάφιο 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ ιδρύεται στην περίπτωση παραβίασης κανόνα ουσιαστικού δικαίου, επομένως ο παραπάνω λόγος δεν ιδρύεται όταν παραβιάστηκε δικονομικός κανόνας δικαίου. Με βάση αυτά ο μοναδικός λόγος του δικογράφου των προσθέτων, ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια από την ως άνω διάταξη του εδαφίου 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, γιατί παραβίασε τις δικονομικές διατάξεις των άρθρων 111 παρ. 2, 218 αρ. 4 και 216 παρ. 1 ΚΠολΔικ και δεν απέρριψε την από 9-7-2003 αγωγή (αρ. κατ. 24825/2003) του ΙΚΑ κατά των αναιρεσειόντων ως αόριστη, πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως απαράδεκτος (ολ ΑΠ 1/1999).

Για τους λόγους αυτούς

Απορρίπτει την από 10-3-2006 αίτηση και τους από 22-1-2007 πρόσθετους λόγους, για αναίρεση της 2010/2005 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, που ορίζει σε χίλια εκατόν εβδομήντα (1.170) ευρώ για τον πρώτο αναιρεσίβλητο και σε τριακόσια τριάντα (330) ευρώ για το δεύτερο αναιρεσίβλητο ΙΚΑ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 25 Απριλίου 2007. Και

Δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του στις 9 Μαϊου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ