1. Skip to Main Menu
  2. Skip to Content
  3. Skip to Footer
Καλως ήρθατε στο ανανεωμένο FOGGS.gr

- Λόγοι ανακοπής κατά διαταγής πληρωμής: Μη συνδρομή κάποιας εκ των τυπικών προϋποθέσεων για την έκδοσή της ή αμφισβήτηση ύπαρξης απαιτήσεως κατά τον χρόνο εκδόσεως της διαταγής.

 E-mail

- Λόγοι ανακοπής κατά διαταγής πληρωμής: Μη συνδρομή κάποιας εκ των τυπικών προϋποθέσεων για την έκδοσή της ή αμφισβήτηση ύπαρξης απαιτήσεως κατά τον χρόνο εκδόσεως της διαταγής.
- Λόγοι κατά της απαιτήσεως είναι απαράδεκτοι, όταν η διαταγή εκδίδεται βάσει τελεσίδικης αποφάσεως, στο μέτρο που αυτοί καλύπτονται από την ισχύ του δεδικασμένου, και εφόσον βεβαίως η απόφαση δεν εξαφανιστεί μεταγενέστερα. Διαφορετικό είναι το ζήτημα της προβολής ισχυρισμών περί απόσβεσης της απαιτήσεως, οι οποίοι (ισχυρισμοί) αποτελούν λόγους ανακοπής κατά της εκτέλεσης.
-Συγκεκριμένη περίπτωση ανατροπής δεδικασμένου και προβολή πρόσθετων λόγων ανακοπής, απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

Διατάξεις:

KΠολΔ: 632, 559 αριθ. 8, 14, 16
ΑθηνάΑριθμός 1424/2004

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Z' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κρητικό, Αντιπρόεδρο, Νικόλαο Κασσαβέτη, Νικόλαο Οικονομίδη, Στέφανο Γαβρά και Αθανάσιο Γιωτάκο,
Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Νοεμβρίου 2004, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: ΧΧΧ, κατοίκου Θεσσαλονίκης, που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Στέφανο Χατζηαποστόλου.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης Ελληνικής Εταιρίας Γενικών Ασφαλειών «Η ΕΘΝΙΚΗ», που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Φλώρα Τριανταφύλλου, βάσει δηλώσεως κατ' άρθρο 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. .

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7-9-1995 ανακοπή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 25552/1999 του ίδιου Δικαστηρίου και 2542/2000 μη οριστική, 151/2002 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί ο αναιρεσείων με την από 3-4-2002 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Στέφανος Γαβράς ανέγνωσε την από 14-9-2004 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη της αντιδίκου στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, οι λόγοι της κατ' άρθρο 632 ΚΠολΔ ανακοπής συνίστανται είτε σε άρνηση της συνδρομής μιας ή περισσότερων τυπικών προϋποθέσεων της έγκυρης εκδόσεως διαταγής πληρωμής, είτε σε αμφισβήτηση της υπάρξεως της απαιτήσεως κατά το χρόνο της εκδόσεως της διαταγής πληρωμής. Όταν η τελευταία εκδίδεται βάσει τελεσίδικης αναγνωριστικής απόφασης, λόγοι κατά της απαιτήσεως είναι απαράδεκτοι στα όρια ισχύος του δεδικασμένου. Αν όμως μεταγενεστέρως εξαφανισθεί κατόπιν ασκήσεως ενδίκου μέσου η απόφαση από την οποία απέρρευσε το δεδικασμένο, ανατρέπεται το θεμέλιο από του οποίου στηρίχθηκε η διαταγή πληρωμή και συνεπώς είναι παραδεκτοί κατ' αυτής λόγοι ανακοπής, με τους οποίους αμφισβητείται η ύπαρξη της απαιτήσεως, ακριβώς διότι το δεδικασμένο της τελεσίδικης αναγνωριστικής απόφασης, στο οποίο στηρίχθηκε η διαταγή πληρωμής, ανατράπηκε ακολούθως κατόπιν ασκήσεως ένδικου μέσου. Τα πιο πάνω είναι σύμφωνα και με την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 16 περιπτ. γ' του ΚΠολΔ, κατά την οποία επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο κατά παράβαση του νόμου δέχτηκε ότι υπάρχει δεδικασμένο με βάση απόφαση που εξαφανίσθηκε ύστερα από ένδικο μέσο ή αναγνωρίσθηκε ως ανύπαρκτη (ΑΠ 47/1994, 1292/1988). Διαφορετικό, από τα ως άνω, είναι το ζήτημα της προσβολής ισχυρισμών, που ανάγονται σε επιγενόμενες από την έκδοση διαταγής πληρωμής απόσβεση της απαιτήσεως (εξόφληση, παραγραφή εν επιδικία), οι οποίοι δεν μπορούν να αποτελέσουν λόγο ανακοπής κατά της διαταγής πληρωμής, αλλά λόγο ανακοπής κατά της εκτέλεσης (ΑΠ 201/2003).
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε τα εξής: Ο ήδη αναιρεσείων πέτυχε την έκδοση της υπ' αρ. 17/1995 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης κατά της αναιρεσίβλητης, με την οποία αναγνωρίσθηκε τελεσιδίκως ότι η τελευταία του οφείλει από διαφορές εργατικών απαιτήσεων το ποσό των 2.256.000 δρχ. Κατ' αυτής η εναγομένη (αναιρεσίβλητη) άσκησε ενώπιον του Αρείου Πάγου την από 24-2-1995 αίτηση αναιρέσεως, η οποία με την 342/1997 απόφαση αυτού έγινε δεκτή και αναιρέθηκε η άνω απόφαση, εκδόθηκε δε ακολούθως από το Εφετείο Θεσσαλονίκης, στο οποίο παραπέμφθηκε η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση, η 2316/1998 απόφαση, με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή. Κατ' αυτής ο ενάγων (αναιρεσείων) άσκησε αναίρεση, η οποία έγινε δεκτή με τη 1371/1999 απόφαση του Αρείου Πάγου και εν συνεχεία η 3209/2000 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, στο οποίο παραπέμφθηκε η υπόθεση μετά την αναίρεση, με την οποία (απόφαση) αναγνωρίσθηκε ότι η εναγομένη οφείλει στον ενάγοντα για την άνω αιτία το ποσό του 1.500.000 δρχ. Περαιτέρω το Εφετείο δέχθηκε, ότι ο αναιρεσείων με την από 8-6-1995 αίτησή του ενώπιον του δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης (δηλαδή μετά την άσκηση αναιρέσεως κατά της άνω 17/95 απόφασης) ζήτησε την έκδοση διαταγής πληρωμής κατά της αναιρεσίβλητης δυνάμει της εν λόγω 17/95 τελεσίδικης αναγνωριστικής απόφασης, εκδόθηκε δε επί της αιτήσεώς του η 2227/1995 διαταγή πληρωμής του άνω δικαστή, με την οποία υποχρεώθηκε η αναιρεσίβλητη να του καταβάλει το τελεσιδίκως αναγνωρισθέν (με την 17/95 απόφαση) ποσό των 2.256.000 δρχ. εντόκως κατά τα εις αυτήν αναφερόμενα. Κατά της εν λόγω διαταγής πληρωμής η καθής (αναιρεσίβλητη) άσκησε εμπροθέσμως ανακοπή (από 7/3/1995) και πρόσθετους λόγους ανακοπής (από 15/1/1998) με τους οποίους αμφισβήτησε την ύπαρξη της απαιτήσεως του αναιρεσείοντος, λόγω της επελθούσας ανατροπής του δεδικασμένου, το οποίο απέρρεε από την 17/1995 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, που αποτέλεσε τη βάση για την έκδοση της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής, μετά την παραδοχή της κατ' αυτής ασκηθείσας αναίρεσης. Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε εν μέρει την ανακοπή και τους πρόσθετους λόγους ανακοπής και αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση που τους απέρριψε ως απαράδεκτους (με την αιτιολογία ότι το μεταγενέστερο γεγονός της εξαφάνισης της άνω 17/95 απόφασης δεν είναι δυνατόν να οπισθενεργεί και να βλάπτει το κύρος της διαταγής πληρωμής), επικύρωσε τη διαταγή πληρωμής για το ποσό του 1.500.000 δρχ. (που αναγνώρισε ότι οφείλεται στον αναιρεσείοντα η ως άνω τελευταία 3209/2000 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία εκδόθηκε μετά την 1371/1999 απόφαση του Αρείου Πάγου). Ετσι που έκρινε το Εφετείο δεν κήρυξε παρά το νόμο παραδεκτή την ανακοπή και τους πρόσθετους λόγους ανακοπής κατά το ως άνω μέρος αυτών, ούτε κήρυξε παρά το νόμο άκυρη τη διαταγή πληρωμής για το πέραν του 1.500.000 δρχ. ποσό και συνεπώς ο περί του αντιθέτου πρώτος λόγος της αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Ο δεύτερος λόγος της αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, διότι δεν έλαβεν υπόψη του ισχυρισμό του αναιρεσείοντος ότι το ως άνω οψίγονο γεγονός (ανατροπής του δεδικασμένου, λόγω εξαφανίσεως της 17/95 απόφασης. Μετά την έκδοση της διαταγής πληρωμής) δεν οπισθενεργεί και δεν βλάπτει το κύρος της διαταγής πληρωμής, είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος, διότι ο άνω ισχυρισμός αυτού δεν αποτελεί «πράγμα» κατά την έννοια του αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αλλά νομικό ισχυρισμό και νομική επιχειρηματολογία τούτου περί του ως άνω ζητήματος (Ολ. ΑΠ 3/1997). Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την αίτηση του ΧΧΧ για αναίρεση της 151/2002 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει σε χίλια εκατόν εβδομήντα (1170) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 8 Δεκεμβρίου 2004. Και

Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 9 Δεκεμβρίου 2004.