1. Skip to Main Menu
  2. Skip to Content
  3. Skip to Footer
Καλως ήρθατε στο ανανεωμένο FOGGS.gr

-Επίδοση εισαγωγικού της δίκης εγγράφου ή άλλης ισοδύναμης πράξης σε άλλο κράτος μέλος.

 E-mail

-Επίδοση εισαγωγικού της δίκης εγγράφου ή άλλης ισοδύναμης πράξης σε άλλο κράτος μέλος. Ερημοδικία εναγομένου. Υποχρέωση του δικαστή να αναστείλει την έκδοση της απόφασης μέχρι να διαπιστωθεί α) ότι η πράξη επιδόθηκε, σύμφωνα με το δίκαιο του κράτους μέλους παραλαβής, όσον αφορά την επίδοση στα πλαίσια διαδικασιών εντός του κράτους αυτού κατά προσώπων ευρισκομένων στην επικράτειά του, ή β) ότι η πράξη επιδόθηκε πράγματι στον εναγόμενο ή στην κατοικία του με άλλο τρόπο και σε κάθε περίπτωση η επίδοση να έγινε εγκαίρως, ώστε ο εναγόμενος να είναι σε θέση να αμυνθεί. Μη επιτρεπτή η έκδοση ερήμην απόφασης, αν προηγουμένως δεν διαπιστωθεί η συνδρομή των παραπάνω προϋποθέσεων.
-Δυνατότητα παρέκκλισης από τον ανωτέρω κανόνα, εφόσον πληρούνται οι ακόλουθες προϋποθέσεις: α) η πράξη διαβιβάστηκε με έναν από τους τρόπους, που προβλέπονται στον κανονισμό 1348/2000, β) από την ημερομηνία διαβίβασης της πράξης έχει παρέλθει διάστημα, το οποίο ο δικαστής αξιολογεί για κάθε περίπτωση χωριστά και το οποίο ανέρχεται τουλάχιστον σε έξι μήνες και γ) δεν έχει παραληφθεί καμία βεβαίωση, μολονότι έχει καταβληθεί κάθε εύλογη προσπάθεια μέσω των αρμόδιων αρχών ή φορέων του κράτους μέλους προορισμού. Κρίσιμος χρόνος για την έναρξη υπολογισμού του εξαμήνου θα πρέπει να θεωρηθεί η ημερομηνία αποστολής (από το Υπουργείο Δικαιοσύνης) προς την αλλοδαπή υπηρεσία παραλαβής, καθώς έτσι ολοκληρώνεται η διαδικασία διαβίβασης.

Διατάξεις:

ΚΠολΔ: 106, 110, 117, 124, 126, 128, 129, 134, 139, 159, 160, 271,
Νόμοι: 1334/1983, 1548/16-23.5.1985,
Ρούλα(Απόσπασμα)

Αριθμός 326/2006

Μονομελές Πρωτοδικείο Κέρκυρας

Πρόεδρος: Χρήστος Τριανταφυλλίδης.
Δικηγόρος: Γ. Κοντινής.

... Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 110 παρ. 2 ΚΠολΔ, οι διάδικοι έχουν δικαίωμα να παρίστανται σε όλες τις συζητήσεις της υποθέσεως και πρέπει να καλούνται για το σκοπό αυτόν κατά τις διατάξεις του νόμου. Σύμφωνα δε με τη διάταξη του άρθρου 271 παρ. 1 του ΚΠολΔ, εάν ο εναγόμενος δεν εμφανισθεί κατά τη συζήτηση, το Δικαστήριο εξετάζει αυτεπαγγέλτως εάν η αγωγή και η κλήση προς συζήτηση επιδόθηκαν σε αυτόν νομίμως και εμπροθέσμως, δηλαδή κατά τον τρόπο, που διαγράφεται από το νόμο και πριν από την οριζόμενη από αυτόν προθεσμία. Η έρευνα του Δικαστηρίου γίνεται βάσει της εκθέσεως επιδόσεως, η οποία, κατά τις διατάξεις των άρθρων 117 και 139 ΚΠολΔ, πρέπει, εκτός των άλλων στοιχείων, που απαιτούν οι εν λόγω διατάξεις, να αναφέρει την παραγγελία προς επίδοση, με την οποία καλείται αυτός προς τον οποίο γίνεται να παραστεί κατά τη συζήτηση της υποθέσεως σε συγκεκριμένο τόπο και χρόνο. Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις των άρθρων 124 παρ. 2, 126 παρ. 1 εδ. δ', 128 και 129 ΚΠολΔ, επί νομικών προσώπων, μεταξύ των οποίων και η εταιρία περιορισμένης ευθύνης, η επίδοση κάθε εγγράφου γίνεται στον κατά νόμο ή το καταστατικό εκπρόσωπο αυτών, είτε στην κατοικία του είτε στο κατάστημα, γραφείο ή εργαστήριο του νομικού προσώπου και, αν δεν ευρεθεί ο εκπρόσωπος στην κατοικία ή στο κατάστημα, το έγγραφο παραδίδεται στην πρώτη μεν περίπτωση σε έναν από τους συγγενείς ή υπηρέτες, που συνοικούν μαζί του, στη δε δεύτερη περίπτωση στο διευθυντή ή σε έναν από τους συνεταίρους, συνεργάτες, υπαλλήλους ή υπηρέτες του καταστήματος, εφόσον έχουν συνείδηση των πράξεων τους και δεν συμμετέχουν στη δίκη ως αντίδικοι του παραλήπτη της επίδοσης (ΑΠ 532/1999 ΕλλΔνη 41.86) και αν κανένα από τα προαναφερόμενα πρόσωπα δεν βρίσκεται στην κατοικία ή στο κατάστημα, επικολλάται στη θύρα αυτών (ΑΠ 147/1991 ΕλλΔνη 33.824, ΑΠ 931/1990 ΕλλΔνη 32.333). Με τον Κανονισμό (ΕΚ) αριθμ. 1348/2000 του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης της 29ης Μαίου 2000 περί επιδόσεως και κοινοποιήσεως στα κράτη μέλη δικαστικών και εξώδικων πράξεων σε αστικές ή εμπορικές υποθέσεις, ο οποίος τέθηκε σε ισχύ στις 31 Μαίου 2001 (άρθρο 25 του κανονισμού), ορίστηκε ο ίδιος τρόπος επίδοσης για τα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις, όπως οι έννοιες αυτές ερμηνεύονται αυτόνομα από το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων. Η θέση σε ισχύ του εν λόγω Κανονισμού έθεσε αυτόματα εκποδών όλες τις διατάξεις του εθνικού δικαίου των κρατών μελών, που ρυθμίζουν το ζήτημα των επιδόσεων στην αλλοδαπή (κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης), καθώς και τις διμερείς (όπως και η από 5.3.1984 μεταξύ Ελλάδος και Κυπριακής Δημοκρατίας σύμβαση νομικής συνεργασίας σε θέματα αστικού, οικογενειακού, εμπορικού και ποινικού δικαίου, η οποία έχει κυρωθεί με το άρθρο μόνο του ν. 1548 της 16/23.5.1985) ή πολυμερείς συμβάσεις, που έχουν το ίδιο ρυθμιστικό πεδίο, και κυρίως την πολυμερή Σύμβαση της Χάγης του 1965 για τις επιδόσεις στην αλλοδαπή (ν. 1334/1983, παρ. 12 του Προοιμίου και άρθρο 20 παρ. 1 του Κανονισμού). Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 2 του Κανονισμού, προϋπόθεση εφαρμογής του Κανονισμού είναι ο παραλήπτης της επιδοτέας πράξης να είναι κάτοικος κράτους μέλους της Ε.Ε., ανεξαρτήτως της ιθαγένειας του, και να έχει γνωστή διαμονή (άρθρο 1 παρ. 2 Κανονισμού). Ειδικότερα, στον Κανονισμό προβλέπονται οι ακόλουθοι τρόποι επίδοσης: 1) επίδοση μέσω των υπηρεσιών διαβιβάσεως και παραλαβής (κύρια διαδικασία κοινοποίησης, βασική έμμεση επίδοση) (άρθρα 211 Κανονισμού). Συγκεκριμένα, στην περίπτωση, που η επίδοση πρόκειται να λάβει χώρα από την Ελλάδα, η διαδικασία ξεκινά με την επίδοση του εγγράφου προς τον αρμόδιο εισαγγελέα, δεδομένου ότι οι Εισαγγελίες των τριών δικαιοδοτικών βαθμίδων έχουν ορισθεί στη χώρα μας ως υπηρεσία διαβιβάσεως των επιδοδόμενων εγγράφων, σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 1 του Κανονισμού (υπ' αριθμ. πρωτ. 82598/29.5.2001 έγγραφο του Υπουργείου Δικαιοσύνης). Ακολούθως, ο αρμόδιος εισαγγελέας προωθεί περαιτέρω προς το Υπουργείο Δικαιοσύνης, το οποίο έχει ορισθεί ως κεντρική αρχή εποπτείας και συντονισμού εφαρμογής του Κανονισμού, από όπου και διαβιβάζεται εντέλει προς την υπηρεσία διαβιβάσεως της αλλοδαπής, 2) επίδοση διά της προξενικής ή διπλωματικής οδού ή από διπλωματικούς ή προξενικούς υπαλλήλους (άρθρα 12 και 13 του Κανονισμού, εξαιρετικοί τρόποι έμμεσης επίδοσης), 3) επίδοση με το ταχυδρομείο ή με απευθείας αίτηση επίδοσης διαμέσου δικαστικών επιμελητών, υπαλλήλων ή άλλων αρμόδιων προσώπων του κράτους μέλους παραλαβής (άρθρα 14 και 15 Κανονισμού, άμεση επίδοση). Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 19 παρ. 1 του Κανονισμού, όταν πρέπει να διαβιβασθεί εισαγωγικό της δίκης έγγραφο ή άλλη ισοδύναμη πράξη σε άλλο κράτος μέλος με σκοπό την επίδοση ή την κοινοποίηση βάσει του παρόντος κανονισμού και ο εναγόμενος ερημοδικήσει, ο δικαστής υποχρεούται να αναστείλει την έκδοση της απόφασης μέχρι να διαπιστωθεί α) ότι η πράξη επιδόθηκε με το δίκαιο του κράτους μέλους παραλαβής, όσον αφορά την επίδοση στα πλαίσια διαδικασιών εντός του κράτους αυτού κατά προσώπων ευρισκομένων στην επικράτεια του, ή β) ότι η πράξη επιδόθηκε πράγματι στον εναγόμενο ή στην κατοικία του με άλλο τρόπο προβλεπόμενο από τον παρόντα κανονισμό, και σε κάθε περίπτωση (είτε δηλαδή συντρέχει η α' είτε η β περίπτωση) η επίδοση να έγινε εγκαίρως, ώστε ο εναγόμενος να είναι σε θέση να αμυνθεί (βλ. Π. Αρβανιτάκη, ΧρΙΔ 2003.961 επ Απ. Σοφιαλίδη, Αρμ 2001.1744 επ.). Από το συνδυασμό των δύο εναλλακτικών ως άνω δυνατοτήτων συνάγεται ότι αποκλείεται η εφαρμογή άλλων διατάξεων και μεθόδων για την επίδοση στην αλλοδαπή και μάλιστα του δικαίου του δικάζοντος δικαστή (άρθρο 134 ΚΠολΔ). Αναφορικά με τη δεύτερη ουσιαστική προϋπόθεση απαιτείται να συντρέχει σωρευτικά με την πρώτη και ανάγεται στο έγκαιρο της επιδόσεως, η επάρκεια δε του χρόνου θα εκτιμηθεί από το Δικαστήριο κατά περίπτωση, με κριτήριο τη δυνατότητα άμυνας του εναγομένου, χωρίς εξάρτηση από τους χρόνους επίδοσης (προθεσμία κλήτευσης), που καθορίζουν ενδεχομένως τα δίκαια είτε του κράτους εκδίκασης είτε της χώρας παραλαβής (90 ημέρες προθεσμία κλήτευσης κατά το άρθρο 228 ΚΠολΔ). Προβλέπεται συνεπώς ότι δεν επιτρέπεται η έκδοση ερήμην απόφασης, αν προηγουμένως δεν διαπιστωθεί η συνδρομή των παραπάνω προϋποθέσεων. Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 19 παρ. 2 του Κανονισμού, εισάγεται η δυνατότητα παρέκκλισης από τον κανόνα της παρ. 1. Συγκεκριμένα, κάθε κράτος μέλος έχει την ευχέρεια να δηλώσει ότι οι Δικαστές του, παρά τις διατάξεις της παρ. 1, μπορούν να εκδώσουν οριστική απόφαση, ακόμα και αν δεν έχει παραληφθεί βεβαίωση επίδοσης ή κοινοποίησης ή παράδοσης, εφόσον πληρούνται οι ακόλουθες προϋποθέσεις: α') η πράξη διαβιβάστηκε με έναν από τους τρόπους που προβλέπονται στον παρόντα κανονισμό (και αναφέρονται παραπάνω), β') από την ημερομηνία διαβίβασης της πράξης έχει παρέλθει διάστημα, το οποίο ο δικαστής αξιολογεί για κάθε περίπτωση χωριστά και το οποίο ανέρχεται τουλάχιστον σε έξι μήνες και γ') δεν έχει παραληφθεί καμία βεβαίωση, μολονότι έχει καταβληθεί κάθε εύλογη προσπάθεια μέσω των αρμόδιων αρχών ή φορέων του κράτους μέλους προορισμού. Η δυνατότητα αυτή ισχύει και στην Ελλάδα, καθόσον δεν έχει εκφραστεί σχετική επιφύλαξη, ενώ κρίσιμος χρόνος για την έναρξη υπολογισμού του εξαμήνου θα πρέπει να θεωρηθεί η ημερομηνία αποστολής (από το Υπουργείο Δικαιοσύνης) προς την αλλοδαπή υπηρεσία παραλαβής, καθώς έτσι ολοκληρώνεται η διαδικασία διαβίβασης κατά το νέο Κανονισμό (ΑΠ 149/2003 Νόμος ΑΠ 591/2002, ΔΕΕ 2003.187, Π. Αρβανιτάκη, ό.π., σελ. 967). Τέλος, σύμφωνα με το γενικότερο διαχρονικού δικαίου κανόνα της άμεσης εφαρμογής του νέου δικαίου (άρθρο 12 ΕισΝΚΠολΔ), ο Κανονισμός 1348/2000, ο οποίος ισχύει από τις 31.5.2001 (άρθρο 25 Κανονισμού), και ήδη από την 1.5.2004 και για τα νέα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης (βλ. την Πράξη περί των όρων προσχωρήσεως της Τσεχικής Δημοκρατίας, της Δημοκρατίας της Εσθονίας, της Κυπριακής Δημοκρατίας, της Δημοκρατίας της Λετονίας, της Δημοκρατίας της Λιθουανίας, της Δημοκρατίας της Ουγγαρίας, της Δημοκρατίας της Μάλτας, της Δημοκρατίας της Πολωνίας, της Δημοκρατίας της Σλοβενίας και της Σλοβακικής Δημοκρατίας και των προσαρμογών των Συνθηκών επί των οποίων βασίζεται η Ευρωπαϊκή Ένωση, την Απόφαση του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης της 14ης Απριλίου 2003 για την ένταξη της Τσεχικής Δημοκρατίας, της Δημοκρατίας της Εσθονίας, της Κυπριακής Δημοκρατίας, της Δημοκρατίας της Λετονίας, της Δημοκρατίας της Λιθουανίας, της Δημοκρατίας της Ουγγαρίας, της Δημοκρατίας της Μάλτας, της Δημοκρατίας της Πολωνίας, της Δημοκρατίας της Σλοβενίας και της Σλοβακικής Δημοκρατίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση, την ανακοίνωση σχετικά με την έναρξη ισχύος της Συνθήκης προσχώρησης και τη συνθήκη προσχώρησης των νέων κρατών μελών, Επίσημη Εφημερίδα L 236 της 23 Σεπτεμβρίου 2003), κάθε επίδοση προς χώρα της ΕΕ που εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του Κανονισμού, οφείλει να γίνει με βάση τις ρυθμίσεις του, ανεξάρτητα διαδικαστικού σταδίου, στο οποίο βρίσκεται η συγκεκριμένη δίκη, ακόμα και αν πρόκειται για διαδικασία, που έχει ξεκινήσει με το παλαιό δίκαιο και βρίσκεται ήδη σε προχωρημένο στάδιο. Εξάλλου, κατά το αρθρ. 134 παρ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ, αν το πρόσωπο στο οποίο γίνεται η επίδοση διαμένει ή έχει την έδρα του στο εξωτερικό, η επίδοση γίνεται στον Εισαγγελέα του Δικαστηρίου, στο οποίο εκκρεμεί ή πρόκειται να εισαχθεί η δίκη, ή σε αυτό που εξέδωσε την επιδιδόμενη απόφαση. Η διάταξη αυτή, με την οποία καθιερώνεται νόμιμη κλήτευση με πλασματική επίδοση στον Εισαγγελέα, όταν το πρόσωπο προς το οποίο γίνεται η επίδοση έχει γνωστή διεύθυνση στο εξωτερικό, εξακολουθεί μεν να ισχύει και μετά την κύρωση με το ν. 1334/1983 της Διεθνούς Σύμβασης της Χάγης της 15.11.1965 και την έναρξη εφαρμογής (31.5.2001) του 1348/2000 Κανονισμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Ε.Ε.), υπό την έννοια ότι η σύμβαση αυτή και ο εν λόγω Κανονισμός δεν καταργούν τις περί επιδόσεως διατάξεις του εσωτερικού δικαίου των συμβαλλομένων χωρών, αλλά αποκλείουν να θεωρηθεί ότι ολοκληρώθηκε η επίδοση με την απλή παράδοση του επιδοτέου εισαγωγικού της δίκης δικογράφου στον Εισαγγελέα, ανεξάρτητα από το αν αυτό παραλήφθηκε από το πρόσωπο προς το οποίο γίνεται η επίδοση, με τον τρόπο που ορίζεται σε ειδική διμερή σύμβαση ή στον παραπάνω Κανονισμό. Κατά τούτο μόνον καταργήθηκε η διάταξη του άρθ. 134 παρ. 1 ΚΠολΔ, δηλαδή κατά το μέρος που όριζε ότι η επίδοση θεωρείται ότι συντελέστηκε μόλις το επιδιδόμενο δικόγραφο παραδοθεί στις αρμόδιες Αρχές, ανεξάρτητα από το χρόνο αποστολής ή παραλαβής του. Έτσι ώστε να διασφαλίζεται πλέον η θεμελιώδης αρχή της εκατέρωθεν ακροάσεως (ΑΠ 827/2003 ΕλλΔνη 45.134, ΑΠ 1015/2002 ΕλλΔνη 44.1318). Εξάλλου, σύμφωνα με τον 1348/2000 Κανονισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης, σε περίπτωση που πρέπει να διαβιβαστεί δικαστική πράξη από κράτος μέλος σε άλλο, προκειμένου να επιδοθεί σε γνωστής διαμονής παραλήπτη, αυτή διαβιβάζεται μεταξύ των υπηρεσιών που έχουν ορίσει τα κράτη μέλη, συνοδευόμενη από έντυπη αίτηση, συντεταγμένη στην επίσημη γλώσσα του κράτους παραλαβής ή σε γλώσσα που αυτό έχει ορίσει. Η υπηρεσία παραλαβής αποστέλλει έντυπο αποδεικτικό παραλαβής στην υπηρεσία διαβίβασης, σύμφωνα με τα στο αρθρ. 6 του Κανονισμού οριζόμενα και στη συνέχεια επιδίδει την πράξη ή μεριμνά προς τούτο σύμφωνα με το δίκαιο του κράτους μέλους παραλαβής, είτε με τον ειδικότερο τρόπο, που ζήτησε η υπηρεσία διαβίβασης, αν δεν αντιβαίνει στο δίκαιο του εν λόγω κράτους μέλους. Αν η επίδοση δεν καταστεί δυνατή, η υπηρεσία παραλαβής ειδοποιεί σχετικά την υπηρεσία διαβίβασης μέσω έντυπης βεβαίωσης. Αφού ολοκληρωθούν οι διατυπώσεις επίδοσης, εκδίδεται σχετική έντυπη βεβαίωση, η οποία αποστέλλεται στην υπηρεσία διαβίβασης με αντίγραφα της επιδιδόμενης πράξης, σύμφωνα με το άρθ. 4 παρ. 5 (άρθ. 10). Επιπλέον, στο άρθρο 19 του Κανονισμού ορίζεται ότι ο δικαστής υποχρεούται να αναστείλει την έκδοση απόφασης, σε περίπτωση απουσίας του εναγομένου, μέχρι να διαπιστωθεί: α') ότι η πράξη επιδόθηκε ή κοινοποιήθηκε με τον τρόπο που ορίζει το δίκαιο του κράτους μέλους παραλαβής, ή β΄) ότι η πράξη επιδόθηκε πράγματι στον εναγόμενο ή στην κατοικία του με άλλο τρόπο, προβλεπόμενο από τον κανονισμό και ότι η επίδοση έγινε εγκαίρως, ώστε ο εναγόμενος να είναι σε θέση να αμυνθεί. Κάθε κράτος μέλος έχει την ευχέρεια να δηλώσει ότι οι δικαστές του μπορούν να εκδώσουν απόφαση, ακόμα και αν δεν έχει παραληφθεί βεβαίωση επίδοσης, εφόσον πληρούνται σωρευτικά οι ακόλουθες προϋποθέσεις: 1. η πράξη διαβιβάστηκε με έναν από τους τρόπους που προβλέπονται στον παρόντα κανονισμό, 2. από την ημερομηνία διαβίβασης της πράξης έχει παρέλθει διάστημα το οποίο ο δικαστής αξιολογεί για κάθε περίπτωση χωριστά και το οποίο ανέρχεται τουλάχιστον σε έξι μήνες, γ') δεν έχει παραληφθεί καμία βεβαίωση, μολονότι έχει καταβληθεί κάθε εύλογη προσπάθεια μέσω των αρμοδίων αρχών ή φορέων του κράτους μέλους προορισμού. Στην παραπάνω δήλωση έχει προβεί ήδη και η Ελλάδα (ΑΠ 433/2001, ΕλλΔνη 43(2002)410) και επομένως οι Έλληνες δικαστές μπορούν να εκδίδουν απόφαση εφόσον πληρούνται οι όροι των εδ. α', β' και γ' της παρ. 2 του άρθ. 19, έστω και αν δεν έχει επιστραφεί βεβαίωση επίδοσης. Από τα παραπάνω συνάγεται ότι δεν είναι αρκετή η σύμφωνα με το άρθ. 134 παρ. 1 δ' ΚΠολΔ προβλεπόμενη διαδικασία επίδοσης των εισαγωγικών της δίκης εγγράφων στα πρόσωπα που έχουν γνωστή διαμονή στο εξωτερικό, αλλά θα πρέπει να έχει γίνει πραγματική επίδοση, άλλως θα πρέπει να βεβαιώνεται ότι, παρά την ακριβή τήρηση των προϋποθέσεων του Κανονισμού, την πάροδο ευλόγου διαστήματος και τη διενέργεια κάθε δυνατής προσπάθειας από την πλευρά του κράτους μέλους στο οποίο γίνεται η επίδοση, προκειμένου η δικαστική πράξη να επιδοθεί στον παραλήπτη δεν έχει παραληφθεί καμία βεβαίωση. Περαιτέρω, από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθ. 106, 159 περ. 3 και 160 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η παράβαση διάταξης, που ρυθμίζει τη διαδικασία (στην οποία περιλαμβάνονται και οι επιδόσεις, βλ. σχετ. Κεραμέα/Κονδύλη/ Νίκα (Ορφανίδη), ΕρμΚΠολΔ Εισαγ. παρατηρήσεις άρθ. 122143 αρ. 35, όπου κ.ά. παραπ.) συνεπάγεται την ακυρότητα της, την οποία απαγγέλλει το δικαστήριο, μόνο στην περίπτωση κατά την οποία αυτό, χωρίς να διατάξει αποδείξεις, αλλά ακολουθώντας τους κανόνες της ελεύθερης απόδειξης, κρίνει ότι η παράβαση προκάλεσε βλάβη στον προτείνοντα διάδικο, που δεν μπορεί να αποκατασταθεί διαφορετικά παρά με την κήρυξη της ακυρότητας, θεωρείται πάντως ότι δεν υπάρχει δικονομική βλάβη, στην περίπτωση κατά την οποία παραβιάστηκαν διατάξεις που ρυθμίζουν τη διαδικασία, όταν από τη σημειωθείσα παράβαση δεν επηρεάζεται ούτε ήταν δυνατό να επηρεασθεί η δυνατότητα και η προϋπόθεση της άμυνας του διαδίκου. Εξάλλου η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι δεν προκλήθηκε από την παράβαση των ως άνω διατάξεων στο διάδικο που την πρότεινε βλάβη, δεν ελέγχεται αναιρετικά ως αναγόμενη σε εκτίμηση πραγμάτων (ΑΠ 1286/2002 ΕλλΔνη 44.124).
Κατ' ακολουθίαν αυτών και ενόψει του ότι 1) από την υπ' αριθ. 7318 Α/6.12.2004 του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Κέρκυρας ΧΧΧ και 15434 και 15435/23.2.2006 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Κέρκυρας ΧΧΧ προκύπτει ότι αντίγραφο της κρινόμενης αγωγης και των πρακτικών αναβολής επιδόθηκε, όχι στην αναγραφόμενη στην ως άνω αγωγή διεύθυνση του νομίμου εκπροσώπου της εναγόμενης εταιρίας, ο οποίος, κατά το χρόνο της επίδοσης, είχε την κατοικία του στην Ελλάδα (Μπαρμπάτι Κέρκυρας, περιοχή Πετροχωρίου), αλλά στον Εισαγγελέα, 2) την προσκομιζόμενη υπ' αρ. C 928.652/0003 π 10/9.8.2006 βεβαίωση επίδοσης ή κοινοποίησης κατά το άρθρο 10 του Κανονισμού 1348/2000, καθώς και το από 26.5.2006 αποδεικτικό βεβαίωση επίδοσης του περιφερειακού δικαστηρίου (Bezοrksgerοcht) Joseοstadt προκύπτει ότι δεν έλαβε χώρα πραγματική επίδοση του δικογράφου της υπό κρίση αγωγής μαζί με τα πρακτικά αναβολής της προηγούμενης συζητήσεως ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου, αφού δεν προσκομίζεται αποδεικτικό επιδόσεως της αρμοοδιας αυστριακής αρχής (που είναι το ανωτέρω τοπικό Δικαστήριο της Joseοsstadt), αλλά απλώς βεβαίωση περί επιδόσεως των ανωτέρω εγγράφων στην ως άνω αλλοδαπή αρχή (Δικαστήριο). Άλλωστε, σε κάθε περίπτωση, όπως προκύπτει από το δικόγραφο της αγωγής, η διεύθυνση της διαμονής του εκπροσώπου της εναγόμενης εταιρίας περιορισμένης ευθύνης ήταν γνωστή στην ενάγουσα, όπως προκύπτει και από την απλή ανάγνωση του πρώτου φύλλου του δικογράφου της υπό κρίση αγωγής. Για την περαιτέρω όμως προώθηση προς το Υπουργείο Δικαιοσύνης των προς επίδοση εγγράφων στην ανωτέρω εναγόμενη εταιρία, η οποία φέρεται να έχει την έδρα της στην Αυστρία και συνεπώς τυγχάνει εφαρμοστέος ο Κανονισμοος (ΕΚ) 1348/2000, και στη συνέχεια στην υπηρεσία παραλαβής του κράτους προορισμού (Αυστρία), πολλώ δε μάλλον για την πραγματική επίδοση του στην τελευταία, καμία βεβαίωση (αποοδειξη) δεν προσκομίζεται, ούτε όμως προκύπτει από οποιοδήποτε από τα στοιχεία του φακέλου της δικογραφίας. Εφόσον επομένως δεν προσκομίζεται οποιαδήποτε βεβαίωση περί πραγματικής επίδοσης, ούτε όμως προκύπτει από κανένα έγγραφο ότι τα προς επίδοση έγγραφα (τα υπ' αρ. 100/26.9.2005 πρακτικά αναβολής της αρχικώς ορισθείσας συζητήσεως ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου μαζί με το δικόγραφο της υπό κρίση αγωγής) διαβιβάσθηκαν σ' αυτήν (την εταιρία) με έναν από τους αναφερόμενους στον Κανονισμοο τρόπους (άρθρα 215), ούτε άλλωστε προσκομίζεται οποιοδήποτε έγγραφο από το οποίο να προκύπτει η ημερομηνία τυχόν αποστολής του ανωτέρω εγγράφου από το αρμόδιο Υπουργείο Δικαιοσύνης στην υπηρεσία παραλαβής στην Αυστρία, ώστε να μπορεί το Δικαστήριο να κρίνει αν παρήλθε από την ημερομηνία διαβίβασης ως τη συζήτηση της υπόθεσης που αναγράφεται στην αρχή της παρούσας (26.9.2006) ικανό διάστημα και πάντως όχι μικροοτερο από έξι μήνες, προκειμένου να προετοιμάσει ο εναγόμενος την άμυνα του, δεν είναι δυνατόν το Δικαστήριο να προβεί στην έκδοση οριστικής αποοφασης ερήμην της εναγομένης (άρθρο 19 παρ. 2), αλλά υποχρεούται να αναστείλει την έκδοση οριστικής αποοφασης, μέχρι να προσκομισθεί είτε βεβαίωση περί πραγματικής επίδοσης στην εναγόμενη εταιρία των υπ' αρ. 100/26.9.2005 πρακτικών αναβολής της αρχικώς ορισθείσας συζητήσεως ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου, με τα οποία νόμιμα αναβλήθηκε η συζήτηση της κρινόμενης αγωγής από την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 26.9.2005 στη σημερινή δικάσιμο, που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας (άρθρο 19 παρ. 1 Κανονισμού) και του δικογράφου της από 2.9.2004 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 233/2004 αγωγής, είτε εγγράφου από το οποίο να αποδεικνύεται η διαβίβαση των αυτών ως άνω επιδοτέων εγγράφων σ' αυτήν (την εταιρία), καθώς και η ακριβής ημερομηνία αποστολής τους από το Υπουργείο Δικαιοσύνης προς την υπηρεσία παραλαβής στην Αυστρία (άρθρο 19 παρ. 2 Κανονισμού). Τέλος, παράβολο ανακοπής ερημοδικίας ως προς την εναγομένη δεν ορίζεται, παρά το ότι σε ανακοπή ερημοδικίας υπόκεινται και οι μη οριστικές αποφάσεις, όπως η παρούσα, λόγω ελλείψεως εννόμου συμφέροντος εκ μέρους της για την άσκηση του ως άνω ένδικου μέσου...