1. Skip to Main Menu
  2. Skip to Content
  3. Skip to Footer
Καλως ήρθατε στο ανανεωμένο FOGGS.gr

- Μη συμμόρφωση με απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας.

 E-mail

- Μη συμμόρφωση με απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας. Αυθαίρετα κτίσματα. Κατεδάφιση αυθαίρετων κτισμάτων και εξαίρεση από την κατεδάφιση.
- Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 930 και 914 ΑΚ συνάγεται, ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία, είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας. Στην έννοια της υπαιτιότητος περιλαμβάνεται τόσο η αμέλεια, όσο και ο δόλος. Αμέλεια υπάρχει όταν ο δράστης δεν καταβάλλει την επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, ενώ ο δόλος συνίσταται στην υπό του δράστου βούληση του κυρίως επιδιωκομένου δια της πράξεως αποτελέσματος, αλλά και στην υπ' αυτού αποδοχή όλων των συνεπειών της, που αυτός προέβλεψε ως αναγκαίες ή ενδεχόμενες. Η παράνομη συμπεριφορά, ως όρος της αδικοπραξίας, μπορεί να συνίσταται σε θετική πράξη, αντιβαίνουσα σε απαγορευτική διάταξη νόμου, ή στο όλο πνεύμα του δικαίου και τις επιταγές της εννόμου τάξεως, και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από τον νόμο ή τη δικαιοπραξία, είτε από την καλή πίστη και την κρατούσα κοινωνική αντίληψη. Τέτοια παράνομη συμπεριφορά, συνιστά και η μη συμμόρφωση του διοικούμενου σε απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας ή του Τμήματος Αναστολών αυτού, δια του οποίου επιτάσσεται η αποχή από ορισμένες, ενέργειες, μέχρι την έκδοση οριστικής αποφάσεως περί του κύρους εκτελεστής διοικητικής πράξεως (πρβλ. ΟλΣτΕ 1820/1989). Ο δε παράνομος χαρακτήρας της πράξεως ή παραλείψεως κρίνεται με βάση το νομικό καθεστώς που ισχύει όταν αυτές συντελούνται (ΟλΑΠ 28/93). Αιτιώδης συνάφεια υπάρχει όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνομένου προσώπου, ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανά και μπορούσαν αντικειμενικώς να επιφέρουν κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η δε υπό του δικαστηρίου της ουσίας γενομένη διάγνωση ότι το ιδρυτικό της ευθύνης γεγονός υπήρξε αναγκαίος όρος της ζημίας αποτελεί ζήτημα πραγματικό, το εάν όμως το γεγονός αυτό μπορεί να θεωρηθεί πρόσφορος αιτία της ζημίας είναι νομικό ζήτημα υποκείμενο στον ακυρωτικό έλεγχο.
- Στη διάταξη του άρθρου 9 § 8 του Ν. 1512/1985 (Α4) ορίζεται ότι, "Με απόφαση του Νομάρχη μπορεί να εγκρίνεται η εξαίρεση ή όχι από την κατεδάφιση αυθαίρετων κατασκευών, εάν πρόκειται για μικρές παραβάσεις των οποίων κατασκευών η κατεδάφιση θα κατέληγε σε υπέρμετρη βλάβη του κτιρίου ή θα έθετε σε κίνδυνο την φέρουσα κατασκευή αυτού ή θα παράβλαπτε την αισθητική εμφάνιση των κτιρίων ή θα απαιτούσε υπέρμετρες δαπάνες για την αποκατάσταση της αισθητικής και των οποίων η διατήρηση εν πάση περιπτώσει δεν θα έθετε σε κίνδυνο την ασφάλεια της κατασκευής, ούτε θα απέβαινε σε βάρος της πόλεως. Η απόφαση της εξαίρεσης εκδίδεται με σύμφωνη γνώμη του Συμβουλίου Χωροταξίας, Οικισμού και Περιβάλλοντος του Νομού". Στις διατάξεις των τελευταίων εδαφίων της παρ. 1 του άρθρου 15 του Ν. 1337/1983, τα οποία προστέθηκαν με το άρθρο 8 § 7 του Ν. 1512/1985, ορίζεται, ότι "Επίσης αναστέλλεται η κατεδάφιση των κτισμάτων που ανεγείρονται με άδεια που εκδόθηκε μετά από έλεγχο της αρμόδιας πολεοδομικής αρχής και που μεταγενέστερα ανακαλείται για οποιοδήποτε λόγο, εκτός αν η ανάκληση οφείλεται σε υποβληθέντα αναληθή στοιχεία ή σε ανακριβείς αποτυπώσεις της υπάρχουσας πραγματικής κατάστασης. Η αναστολή από την κατεδάφιση ισχύει μέχρις ότου κριθεί η οριστική διατήρηση ή όχι του κτίσματος, που γίνεται με απόφαση του Νομάρχη με σύμφωνη γνώμη του Συμβουλίου Χωροταξίας, Οικισμού και Περιβάλλοντος του νομού, το οποίο λαμβάνει υπόψη και τις περιπτώσεις α, β, και γ της παραγράφου 1 του άρθρου 16 του νόμου αυτού". Στις διατάξεις του άρθρου 23 § 1 εδ. α' του Ν. 1577/1985, όπως αυτό αντικαταστάθηκε με την §1 του άρθρου 20 του Ν. 2831/2000 (Α 140) ορίζεται ότι, "Κτίριο ή τμήμα αυτού θεωρείται νομίμως υφιστάμενο αν έχει ανεγερθεί με νόμιμη άδεια και σύμφωνα με τους όρους της ή έχει εξαιρεθεί από την κατεδάφιση κατά τις διατάξεις του α.ν. 410/1968 ή αν έχει χορηγηθεί γι' αυτά νόμιμη άδεια ή νόμιμη αναθεώρηση άδειας κατά τις διατάξεις είτε της παρ. 5 του άρθρου 16 του ν. 1377/1983, είτε της παρ. 3 του άρθρου 22 ή αν είχε εξαιρεθεί από την κατεδάφιση με τις διατάξεις του ν. 1337/1983, όπως εκάστοτε ισχύει ή αν έχει ανεγερθεί πριν από την ισχύ του βασιλικού διατάγματος της 9.8.1955". Από τις παρατεθείσες διατάξεις, σε συνδυασμό προς εκείνες των άρθρων 16 και 17 § 14 του Ν. 1337/1983 προκύπτει ότι είναι δυνατή η νομιμοποίηση κτίσματος, και η εξαίρεση από την κατεδάφισή του, ανεγερθέντος με βάση χορηγηθείσα οικοδομική άδεια, μεταγενενεστέρως, όμως, ανακληθείσα ή ακυρωθείσα, ανεξάρτητα από το στάδιο των επί μέρους εργασιών, υπό την προϋπόθεση ότι η ανάκληση ή ακύρωση δεν οφείλεται σε υποβολή από τον ιδιοκτήτη ανακριβών στοιχείων ή ανακριβών αποτυπώσεων της υπαρχούσης πραγματικής καταστάσεως. Η εξαίρεση από την κατεδάφιση γίνεται με απόφαση του οικείου Νομάρχου, κατόπιν συμφώνου γνώμης του Συμβουλίου Χωροταξίας. Οικισμού και Περιβάλλοντος. Κτίρια δε εξαιρεθέντα της κατεδαφίσεως θεωρούνται νομίμως υφιστάμενα.
- κατά την έννοια του εδαφίου 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου έγκειται στην ψευδή ερμηνεία ή εσφαλμένη εφαρμογή αυτού, η οποία υπάρχει όταν εφαρμόζεται κανόνας ουσιαστικού δικαίου, ενώ δεν υφίστανται οι πραγματικές προϋποθέσεις του, ή αντιστρόφως, όταν δεν εφαρμόζεται κανόνας ουσιαστικού δικαίου, ενώ υφίστανται οι προϋποθέσεις εφαρμογής του. Και κατά την έννοια του εδαφίου 19 του ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νομίμου βάσεως της αποφάσεως ιδρύεται όταν από τις αιτιολογίες της δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είναι αναγκαία για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν οι νόμιμοι όροι της ουσιαστικής διατάξεως που εφαρμόστηκε ή δεν συντρέχουν ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες ελλιπείς και αντιφατικές ως προς τον νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 12-13/95).

Διατάξεις:

ΑΚ: 297, 298, 914, 930,
ΚΠολΔ: 559 αριθ. 1
Νόμοι: 1337/1983 άρθ. 15,16, 17, 22, 1512/1985 άρθ. 8, 9, 1577/1985 άρθ. 23,
ΑΝ: 410/1968, Αριθμός 1910/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1΄ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Λοβέρδο, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καλαμίδα, Δημήτριο Κανελλόπουλο, Διονύσιο Γιαννακόπουλο και Χαράλαμπο Δημάδη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 26 Μαρτίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Ομορρύθμου Εταιρίας με την επωνυμία "ΧΧΧ Ο.Ε.", που εδρεύει στα ΧΧΧ Αττικής, 2) ΧΧΧ, για τον εαυτόν του ατομικά και ως ομορρύθμου εταίρου της παραπάνω εταιρίας και 3) ΧΧΧ, για τον εαυτόν της ατομικά και με την ιδιότητά της ως ομορρύθμου εταίρου της παραπάνω εταιρίας, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τους πληρεξούσιους δικηγόρους τους Ιωάννη Καρακώστα, Λεωνίδα Τσουκαλά και Ιωάννη Θεοδωρόπουλο.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) ΧΧΧ και 2) ΧΧΧ, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Στυλιανό Σταματόπουλο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-12-1999 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3082/2004 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 5316/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 15 Νοεμβρίου 2005 αίτησή τους και τους από 5 Φεβρουαρίου 2007, 5 Φεβρουαρίου 2007 και 20 Φεβρουαρίου 2007 πρόσθετους λόγους αυτής. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Δημάδης ανέγνωσε την από 17 Οκτωβρίου 2006 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού Αρεοπαγίτη Βασιλείου Ρήγα, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως και την από 16 Μαρτίου 2007 έκθεσή του με την οποία εισηγήθηκε να γίνουν δεκτοί εν μέρει οι πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως. Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσειόντων ζήτησαν την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων λόγων αναιρέσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή τους και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 930 και 914 ΑΚ συνάγεται, ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία, είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας. Στην έννοια της υπαιτιότητος περιλαμβάνεται τόσο η αμέλεια, όσο και ο δόλος. Αμέλεια υπάρχει όταν ο δράστης δεν καταβάλλει την επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, ενώ ο δόλος συνίσταται στην υπό του δράστου βούληση του κυρίως επιδιωκομένου δια της πράξεως αποτελέσματος, αλλά και στην υπ' αυτού αποδοχή όλων των συνεπειών της, που αυτός προέβλεψε ως αναγκαίες ή ενδεχόμενες. Η παράνομη συμπεριφορά, ως όρος της αδικοπραξίας, μπορεί να συνίσταται σε θετική πράξη, αντιβαίνουσα σε απαγορευτική διάταξη νόμου, ή στο όλο πνεύμα του δικαίου και τις επιταγές της εννόμου τάξεως, και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από τον νόμο ή τη δικαιοπραξία, είτε από την καλή πίστη και την κρατούσα κοινωνική αντίληψη. Τέτοια παράνομη συμπεριφορά, συνιστά και η μη συμμόρφωση του διοικούμενου σε απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας ή του Τμήματος Αναστολών αυτού, δια του οποίου επιτάσσεται η αποχή από ορισμένες, ενέργειες, μέχρι την έκδοση οριστικής αποφάσεως περί του κύρους εκτελεστής διοικητικής πράξεως (πρβλ. Ολ.ΣτΕ 1820/1989). Ο δε παράνομος χαρακτήρας της πράξεως ή παραλείψεως κρίνεται με βάση το νομικό καθεστώς που ισχύει όταν αυτές συντελούνται (ΟλΑΠ 28/93). Αιτιώδης συνάφεια υπάρχει όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνομένου προσώπου, ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανά και μπορούσαν αντικειμενικώς να επιφέρουν κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η δε υπό του δικαστηρίου της ουσίας γενομένη διάγνωση ότι το ιδρυτικό της ευθύνης γεγονός υπήρξε αναγκαίος όρος της ζημίας αποτελεί ζήτημα πραγματικό, το εάν όμως το γεγονός αυτό μπορεί να θεωρηθεί πρόσφορος αιτία της ζημίας είναι νομικό ζήτημα υποκείμενο στον ακυρωτικό έλεγχο.
Περαιτέρω, στη διάταξη του άρθρου 9 § 8 του Ν. 1512/1985 (Α4) ορίζεται ότι, "Με απόφαση του Νομάρχη μπορεί να εγκρίνεται η εξαίρεση ή όχι από την κατεδάφιση αυθαίρετων κατασκευών, εάν πρόκειται για μικρές παραβάσεις των οποίων κατασκευών η κατεδάφιση θα κατέληγε σε υπέρμετρη βλάβη του κτιρίου ή θα έθετε σε κίνδυνο την φέρουσα κατασκευή αυτού ή θα παράβλαπτε την αισθητική εμφάνιση των κτιρίων ή θα απαιτούσε υπέρμετρες δαπάνες για την αποκατάσταση της αισθητικής και των οποίων η διατήρηση εν πάση περιπτώσει δεν θα έθετε σε κίνδυνο την ασφάλεια της κατασκευής, ούτε θα απέβαινε σε βάρος της πόλεως. Η απόφαση της εξαίρεσης εκδίδεται με σύμφωνη γνώμη του Συμβουλίου Χωροταξίας, Οικισμού και Περιβάλλοντος του Νομού". Στις διατάξεις των τελευταίων εδαφίων της παρ. 1 του άρθρου 15 του Ν. 1337/1983, τα οποία προστέθηκαν με το άρθρο 8 § 7 του Ν. 1512/1985, ορίζεται, ότι "Επίσης αναστέλλεται η κατεδάφιση των κτισμάτων που ανεγείρονται με άδεια που εκδόθηκε μετά από έλεγχο της αρμόδιας πολεοδομικής αρχής και που μεταγενέστερα ανακαλείται για οποιοδήποτε λόγο, εκτός αν η ανάκληση οφείλεται σε υποβληθέντα αναληθή στοιχεία ή σε ανακριβείς αποτυπώσεις της υπάρχουσας πραγματικής κατάστασης. Η αναστολή από την κατεδάφιση ισχύει μέχρις ότου κριθεί η οριστική διατήρηση ή όχι του κτίσματος, που γίνεται με απόφαση του Νομάρχη με σύμφωνη γνώμη του Συμβουλίου Χωροταξίας, Οικισμού και Περιβάλλοντος του νομού, το οποίο λαμβάνει υπόψη και τις περιπτώσεις α, β, και γ της παραγράφου 1 του άρθρου 16 του νόμου αυτού". Στις διατάξεις του άρθρου 23 § 1 εδ. α' του Ν. 1577/1985, όπως αυτό αντικαταστάθηκε με την §1 του άρθρου 20 του Ν, 2831/2000 (Α 140) ορίζεται ότι, "Κτίριο ή τμήμα αυτού θεωρείται νομίμως υφιστάμενο αν έχει ανεγερθεί με νόμιμη άδεια και σύμφωνα με τους όρους της ή έχει εξαιρεθεί από την κατεδάφιση κατά τις διατάξεις του α.ν. 410/1968 ή αν έχει χορηγηθεί γι' αυτά νόμιμη άδεια ή νόμιμη αναθεώρηση άδειας κατά τις διατάξεις είτε της παρ. 5 του άρθρου 16 του ν. 1377/1983, είτε της παρ. 3 του άρθρου 22 ή αν είχε εξαιρεθεί από την κατεδάφιση με τις διατάξεις του ν. 1337/1983, όπως εκάστοτε ισχύει ή αν έχει ανεγερθεί πριν από την ισχύ του βασιλικού διατάγματος της 9.8.1955". Από τις παρατεθείσες διατάξεις, σε συνδυασμό προς εκείνες των άρθρων 16 και 17 § 14 του Ν. 1337/1983 προκύπτει ότι είναι δυνατή η νομιμοποίηση κτίσματος, και η εξαίρεση από την κατεδάφισή του, ανεγερθέντος με βάση χορηγηθείσα οικοδομική άδεια, μεταγενενεστέρως, όμως, ανακληθείσα ή ακυρωθείσα, ανεξάρτητα από το στάδιο των επί μέρους εργασιών, υπό την προϋπόθεση ότι η ανάκληση ή ακύρωση δεν οφείλεται σε υποβολή από τον ιδιοκτήτη ανακριβών στοιχείων ή ανακριβών αποτυπώσεων της υπαρχούσης πραγματικής καταστάσεως. Η εξαίρεση από την κατεδάφιση γίνεται με απόφαση του οικείου Νομάρχου, κατόπιν συμφώνου γνώμης του Συμβουλίου Χωροταξίας. Οικισμού και Περιβάλλοντος. Κτίρια δε εξαιρεθέντα της κατεδαφίσεως θεωρούνται νομίμως υφιστάμενα.
Εξάλλου, κατά την έννοια του εδαφίου 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου έγκειται στην ψευδή ερμηνεία ή εσφαλμένη εφαρμογή αυτού, η οποία υπάρχει όταν εφαρμόζεται κανόνας ουσιαστικού δικαίου, ενώ δεν υφίστανται οι πραγματικές προϋποθέσεις του, ή αντιστρόφως, όταν δεν εφαρμόζεται κανόνας ουσιαστικού δικαίου, ενώ υφίστανται οι προϋποθέσεις εφαρμογής του. Και κατά την έννοια του εδαφίου 19 του ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νομίμου βάσεως της αποφάσεως ιδρύεται όταν από τις αιτιολογίες της δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είναι αναγκαία για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν οι νόμιμοι όροι της ουσιαστικής διατάξεως που εφαρμόστηκε ή δεν συντρέχουν ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες ελλιπείς και αντιφατικές ως προς τον νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 12-13/95).
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο, μετ' εκτίμηση των αποδείξεων, δέχθηκε, ανελέγκτως, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Επί οικοπέδου κειμένου στη θέση ΧΧΧ ή ΧΧΧ, περιοχής ΧΧΧ Αττικής, εντός του εγκεκριμένου σχεδίου πόλεως, εκτάσεως 596,60 τετρ. μέτρων και έχοντος πρόσοψη στην οδό ΧΧΧ, επί της οποίας φέρει τον αριθμό ΧΧΧ, οι ενάγοντες, συγκύριοι τούτου κατά το ποσοστό του 1/2 έκαστος εξ αδιαιρέτου από του έτους 1988, ότε το αγόρασαν, ανήγειραν κατά το έτος 1992 διώροφη οικοδομή με υπόγειο συνολικού εμβαδού 272 τετρ. μέτρων, δυνάμει της ΧΧΧ οικοδομικής αδείας. Το οικόπεδο τούτο ευρίσκεται σε υπερυψωμένο σημείο της περιοχής, η δε οικοδομή αυτή, την οποία οι ενάγοντες (σύζυγοι) χρησιμοποιούν ως κατοικία τους, απελάμβανε πλήρους θέας προς την περιοχή των Αθηνών ως και φυσικού αερισμού και ηλιακού φωτισμού. Νοτίως του οικοπέδου τούτου βρίσκεται οικόπεδο, που συνορεύει με αυτό, το οποίο ανήκε στην πρώτη εναγομένη Ο.Ε., η οποία δραστηριοποιείται στην κατασκευή και εμπορία πολυορόφων οικοδομών, της οποίας οι λοιποί εναγόμενοι είναι ομόρρυθμα μέλη αυτής. Η πρώτη εναγομένη Ο.Ε., προτιθέμενη να κατασκευάσει οικοδομή στο άνω οικόπεδό της, το οποίο είναι χαμηλότερο εκείνου των εναγόντων, πέτυχε την έκδοση της ΧΧΧ απόφασης του Διευθυντή της Πολεοδομικής Υπηρεσίας Αγίας Παρασκευής της Νομαρχίας Ανατολικής Αθήνας, με την οποία εγκρίθηκε η μεταφορά συντελεστή δόμησης κατά τις διατάξεις του ν. 2300/1995 από βαρυνόμενο ακίνητο κυριότητος του ΧΧΧ, που βρίσκεται στην οδό ΧΧΧ Αθηνών, στο άνω οικόπεδό της (ωφελούμενο), το οποίο έχει πρόσοψη στην οδό ΧΧΧ. Στη συνέχεια η πρώτη εναγομένη, πέτυχε την έκδοση της ΧΧΧ οικοδομικής αδείας της Διεύθυνσης Πολεοδομίας Αγίας Παρασκευής, δυνάμει της οποίας, συνυπολογιζομένης και της μεταφοράς αυτής, επιτράπηκε σε αυτήν η επί του οικοπέδου της τούτου ανέγερση τριώροφης οικοδομής με υπόγειο - πυλωτή και δώμα. Έτσι η πρώτη εναγομένη ενεργούσα δια του δευτέρου και τρίτης εναγομένης άρχισε την ανέγερση της οικοδομής αυτής και κατά το μήνα Μάρτιο του 1997 άρχισε και συνέχισε την κατασκευή του τρίτου ορόφου, μέρος της δομήσιμης επιφανείας του οποίου εξ 179,70 τετρ. μέτρων επετράπη δια της μεταφοράς του άνω συντελεστή δόμησης. Και ενώ είχε αρχίσει και συνεχίζετο η κατασκευή του τρίτου τούτου ορόφου, οι ενάγοντες, δια της από 30-4-1997 αιτήσεως τους, επικαλούμενοι έννομο συμφέρον τους λόγω στερήσεως της θέας, αερισμού και ηλιασμού της κατοικίας τους, ζήτησαν και πέτυχαν την έκδοση της 270/1997 απόφασης της Επιτροπής Αναστολών του Συμβουλίου Επικρατείας, δια της οποίας ανεστάλη προσωρινώς η εκτέλεση της άνω ΧΧΧ αποφάσεως περί μεταφοράς του συντελεστή δόμησης ως και της ΧΧΧ οικοδομικής αδείας, με τη σκέψη ότι εκ της προσθήκης της άνω μεταφοράς δομήσιμης επιφανείας, ήτοι των 179,70 τετρ. μέτρων, θα βλαβεί ουσιωδώς η θέα, ο αερισμός και ο φωτισμός της οικίας των εναγόντων και θα επέλθει επιβάρυνση του οικιστικού περιβάλλοντος της περιοχής. Την απόφαση αυτή οι ενάγοντες επέδοσαν στην πρώτη εναγομένη την 19-6-1997, ως και στο Αστυνομικό Τμήμα Βριλησίων και τη Διεύθυνση Πολεοδομίας Αγίας Παρασκευής.
Στη συνέχεια εκδόθηκε η 779/1997 απόφαση της ίδιας Επιτροπής του Συμβουλίου Επικρατείας, με την οποία ανεστάλη οριστικώς η εκτέλεση της άνω ΧΧΧ αποφάσεως και της άνω ΧΧΧ οικοδομικής αδείας, με την σκέψη ότι εκ της προσθήκης των άνω 179,70 τετρ. μέτρων θα επέλθει επιβάρυνση του οικιστικού περιβάλλοντος της περιοχής, όπου ευρίσκεται η κατοικία των εναγόντων και τέλος εκδόθηκε η 1575/1998 απόφαση του Συμβουλίου Επικρατείας, η οποία ακύρωσε την απόφαση μεταφοράς του συντελεστή δόμησης και την άνω άδεια οικοδομής στο σύνολό της με τη σκέψη ότι η απόφαση μεταφοράς του συντελεστή δόμησης εξεδόθη βάσει των διατάξεων του ν. 2300/1995, οι οποίες είναι ανίσχυρες ως αντισυνταγματικές και δη ως αντιτιθέμενες στο άρθρο 24 του Συντάγματος. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι κατά το χρόνο επιδόσεως στην πρώτη εναγομένη της άνω 270/1997 απόφασης της προσωρινής αναστολής (19-6-1997), στον τρίτο όροφο ήταν κατασκευασμένα η τουβλοδομή με επικάλυψη της πρώτης στρώσης του σοβά χωρίς τα κουφώματα, τα κάγκελα στα μπαλκόνια και χωρίς να έχουν γίνει εσωτερικές εργασίες, στη δε στέγη είχαν τοποθετηθεί μόνο τα ξύλα. Παρά όμως την απαγόρευση της συνέχισης της εκτέλεσης των εργασιών, αφού είχε ανασταλεί η άνω οικοδομική άδεια και η απόφαση μεταφοράς του συντελεστή δόμησης, οι εναγόμενοι συνέχισαν τις εργασίες με προτεραιότητα στον τρίτο όροφο, προκειμένου να ολοκληρωθεί ο όροφος αυτός το δυνατό συντομότερο και δη εις χρόνον πρότερο της ενδεχόμενης ανακλήσεως της αδείας οικοδομής προκειμένου να αποτραπεί η κατεδάφιση τμήματος της οικοδομής. Έτσι οι εναγόμενοι ολοκλήρωσαν την κατασκευή του τρίτου ορόφου σε λίγο χρονικό διάστημα ήτοι περί την 28-7-1997, ήτοι προ της ακυρώσεως της άνω απόφασης μεταφοράς και της οικοδομικής αδείας στο σύνολο της και τοιουτοτρόπως επέτυχον την εξαίρεση κατεδάφισης με την ΧΧΧ απόφαση του Νομάρχη Αθηνών με την οποία ειδικότερα εγκρίθηκε η εξαίρεση από την κατεδάφιση της αυθαίρετης κατασκευής του τρίτου ορόφου και συγκεκριμένα του εμβαδού του μεταφερθέντος συντελεστή, ήτοι των οικοδομηθέντων 179,70 τετρ. μέτρων.
Συνεπώς το τμήμα τούτο του τρίτου ορόφου, που οικοδομήθηκε λόγω της ανωτέρω ακυρωθείσης μεταφοράς του συντελεστή δόμησης, οικοδομήθηκε παρανόμως, αφού κατασκευάσθηκε με ακυρωθείσα άδεια οικοδομής. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η παράνομη προσθήκη του άνω τμήματος (179,70 τ.μ.) του τρίτου ορόφου της οικοδομής της πρώτης εναγομένης έχει ως αποτέλεσμα την επιβάρυνση του οικιστικού περιβάλλοντος της περιοχής και ειδικότερα την επιβάρυνση της κατοικίας των εναγόντων αφού μειώνεται η θέα εκ ταύτης και ο φυσικός αερισμός και ηλιασμός. Εκ τούτων παρέπεται ότι μειώνεται η αξία του άνω ακινήτου των εναγόντων τοσούτω καθόσον η αγοραστική του αξία είναι υποδεέστερη εκείνης, την οποία είχε πρότερον, οι δε συνθήκες χρήσεως του επιβαρύνθηκαν δια της αποστερήσεως των άνω φυσικών απολαύων. Η μείωση αυτή, υπό τα άνω δεδομένα και κατ' αντικειμενική κρίση, προσδιορίζεται στο ποσοστό του 13% της αξίας του. Ενόψει δε του ότι η αγοραία αξία του ακινήτου των εναγόντων, συγκειμένου εκ του οικοπέδου 596,60 τ.μ., και της επ' αυτού οικοδομής, αποτελούμενης εξ υπογείου 96,10 τ.μ., ισογείου - πυλωτής 128,29 τ.μ., όπου υπάρχει θέση στάθμευσης αυτοκινήτου, χώρος εισόδου 22,19 τ.μ. και ένα διαμέρισμα 84,75 τ.μ., και ενός διαμερίσματος πρώτου ορόφου 198,58 τ.μ., κατά το χρόνο της άνω παράνομης κατασκευής ανήρχετο, εν όψει της θέσεως και της κατασκευής, σε 700.000 Ευρώ, η μείωση αυτής ανέρχεται σε 91.000 Ευρώ, που συνιστά ζημία των εναγόντων αιτιωδώς συνδεομένην με την παράνομη και υπαίτια (εκ δόλου) ως άνω πράξη των εναγομένων. Ειδικότερα το παράνομο συνίσταται στο ότι το άνω κτίσμα κατά το ρηθέν εμβαδόν του (179,70 τ.μ.), οικοδομήθηκε χωρίς νόμιμη άδεια, αφού αυτή ακυρώθηκε, ο δε νόμος απαιτεί την ανέγερση δια νομίμου αδείας, η ακύρωση δε και η εντεύθεν ανυπαρξία της, καθιστούν την κατασκευή αυτή παράνομη αφού, ως εκρίθη δια της άνω αποφάσεως του Σ.τ.Ε., επέρχεται επιβάρυνση της οικιστικής αυτής περιοχής δια της άνω μεταφοράς του ρηθέντος συντελεστή δόμησης μη επιτρεπομένη από το άρθρο 24 του Συντάγματος, η επιβάρυνση δε αυτή δεν συνιστά αφηρημένη έννοια που αφορά το γενικό συμφέρον μόνο αλλά έχει αντανάκλαση και στο ιδιωτικό έννομο συμφέρον. Ειδικότερα, εν προκειμένω, η ένδικη διαφορά συναρτάται μόνο με την κατασκευή του τμήματος του τρίτου ορόφου, ήτοι με το αντίστοιχο προς την κατασκευή ύψος της οικοδομής της πρώτης εναγομένης, ρυθμιζόμενο από τις διατάξεις των άρθρων 9 παρ. 3 εδ. γ' ν. 1577/1985 (ΓΟΚ), ως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 παρ. 4 ν. 1792/1988 και αρθρ. 38 του ν.δ. 8/1973, οι οποίες έχουν θεσπισθεί για δημόσιο συμφέρον, αλλά και για την προστασία του ατομικού συμφέροντος των ιδιοκτητών των παρακειμένων ακινήτων, αφού με τους περιορισμούς αυτούς προστατεύονται και εξυπηρετούνται οι ανάγκες επαρκούς ηλιασμού, αερισμού και φωτισμού σε κτίρια που έχουν ανεγερθεί με την προοπτική ότι η ανοικοδόμηση στην περιοχή αυτή θα γίνει με την τήρηση των νομίμων όρων δομήσεως ήτοι και καθ' ύψος. Ειρήσθω εν προκειμένω ότι, τα κατά το άρθρο 17 του Συντάγματος προστατευόμενα δικαιώματα, ως το τοιούτο της κυριότητος, και εξενεχθείσες δικαστικές κρίσεις, ως δια της άνω 1575/1998 απόφασης του ΣτΕ περί ακυρώσεως της απόφασης μεταφοράς του συντελεστή δομήσεως και της ρηθείσας οικοδομικής αδείας, δεν δύνανται να αποτελούν αντικείμενο διαφορετικής δια νόμου ρυθμίσεως επί βλάβη του δικαιώματος τούτου ή προς κατάργηση της δικαστικής κρίσεως κατά την αρχή της διακρίσεως των εξουσιών. Πλέον τούτων κατά τη διάταξη του άρθρου 9 παρ. 8 του Ν. 1512/1985 ως αυθαίρετη κατασκευή, δυναμένη να εξαιρεθεί από την κατεδάφιση εφόσον συντρέχουν οι τασσόμενες από την διάταξη αυτή ειδικές προϋποθέσεις, νοείται και εκείνη, η οποία ανηγέρθη σύμφωνα με εκδοθείσα οικοδομική άδεια η οποία όμως ακυρώθηκε ως μη νόμιμη με απόφαση του ΣτΕ, ως συνέβη στην προκειμένη περίπτωση. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι οι εναγόμενοι ενήργησαν υπαιτίως, αφού από της 19-6-1997 συνέχισαν παρανόμως πλέον την αποπεράτωση της κατασκευής του άνω τμήματος των 179,70 τ.μ. του τρίτου ορόφου αφού εγνώριζαν ότι τούτο είχε απαγορευθεί δια της άνω προσωρινής αναστολής της οικοδομικής αδείας, ήτοι δολίως. Η δολιότης των εναγομένων ενετάθη, αφού αυτοί, αντί να συμμορφωθούν προς την άνω δικαστική απόφαση, η οποία έστω και προσωρινώς διέγνωσε την παρανομία των ενεργειών τους. Αντιθέτως συνέχισαν τις εργασίες και τις αποπεράτωσαν την 28-7-1997, ως ελέχθη, προσβαλόντες έτσι το ως άνω ατομικό συμφέρον των εναγόντων. Άλλωστε στους κατασκευαστικούς κύκλους ήταν γνωστό ότι η μεταφορά συντελεστή δόμησης από βαρυνόμενο ακίνητο άλλου δήμου σε ωφελούμενο ακίνητο ετέρου δήμου ήταν μη νόμιμη ως στηριζομένη σε ανίσχυρες διατάξεις του άνω νόμου 2300/1995 αφού ήδη είχε εκδοθεί και καταστεί γνωστή η 6070/1996 απόφαση του ΣτΕ σε Ολομέλεια.
Συνεπώς η άνω ζημία των εναγόντων είναι αποτέλεσμα της άνω παράνομης και δόλιας πράξεως των εναγομένων".
Έτσι, όμως που έκρινε το Εφετείο, ευθέως και εκ πλαγίου παραβίασε τις παρατεθείσες ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 298 και 914 ΑΚ, διαλαμβάνοντας στην απόφαση του ανεπαρκείς και ασαφείς αιτιολογίες ως προς ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ειδικότερα: 1) Δέχεται ότι κατά τον χρόνο επιδόσεως στους αναιρεσείοντες της υπ' αριθμ. 270/1997 αποφάσεως του Τμήματος Αναστολών του Συμβουλίου Επικρατείας (19.6.1997) στην επιφάνεια των 179,70 μ2 του τρίτου ορόφου της οικοδομής είχε εκτελεσθεί, με βάση την χορηγηθείσα υπ' αριθμ. ΧΧΧ οικοδομική άδεια, μέρος των οικοδομικών εργασιών (τουβλοδομή με επικάλυψη της πρώτης στρώσεως του σοβά, χωρίς τα κουφώματα και τα κάγκελα και μέρος της ξύλινης στέγης). Ότι με την υπ' αριθμ. ΧΧΧ εγκριτική απόφαση του Νομάρχου η ανωτέρω κατασκευή (αποπερατωμένη) εξηρέθη της κατεδαφίσεως, κριθείσα ως νόμιμη από την εν λόγω,) διοικητική αρχή, καθώς και ότι οι αναιρεσείοντες σκοπίμως συνέχισαν μετά την 19.6.1997 την εκτέλεση των υπολειπομένων εργασιών προς αποπεράτωση του προαναφερομένου κτίσματος, επιτυγχάνοντας έτσι (με την ολοκλήρωση των εργασιών) την εκ των υστέρων νομιμοποίηση και την εξαίρεση από την κατεδάφιση του. Δεν παραθέτει, όμως, τα στοιχεία εκείνα, από τα οποία να προκύπτει ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της συνεχίσεως των οικοδομικών εργασιών κατά παράβαση των οριζομένων στην ανωτέρω απόφαση του τμήματος Αναστολών του Σ.τ.Ε., και της εξαιρέσεως από την κατεδάφιση με την άνω διοικητική πράξη, η οποία, όμως, εξαίρεση (και νομιμοποίηση) λαμβανομένων υπόψη των ανωτέρω οικοδομικών διατάξεων, θα μπορούσε να γίνει και αν ακόμη το κτίσμα των 179,70 μ2 βρισκόταν στην προπεριγραφείσα ημιτελή κατάσταση (τουβλοποΐία, επιχρίσματα κ.λ.π.) ικανή, καθευατή να επιφέρει το ζημιογόνο αποτέλεσμα (παρεμπόδιση θέας, ηλιασμού, αερισμού), και δεν είχε πλήρως αποπερατωθεί με την συνέχιση των εργασιών και μετά την 19.6.2007. 2). Με την παραδοχή ότι υφίσταται παράνομη συμπεριφορά των οργάνων της αναιρεσιβλήτου γιατί προέβησαν στις επίμαχες οικοδομικές εργασίες μέχρι την 19.6.1997 με βάση ακυρωθείσα οικοδομική άδεια, δεχόμενο όμως ότι κατά τον χρόνο εκτελέσεως των αυτή ίσχυε, αξιολόγησε την νομιμότητα της εν λόγω συμπεριφοράς όχι με βάση τα κατά τον χρόνο αυτής υπάρχοντα στοιχεία (ύπαρξη οικοδομικής αδείας) αλλά με βάση την μεταγενεστέρως επελθούσα νομική μεταβολή εκ της ακυρώσεως της άνω οικοδομικής αδείας με απόφαση του Σ.τ.Ε., εχούσης αναδρομική ενέργεια, η οποία, όμως, (άδεια) ως εκτελεστή διοικητική πράξη, μέχρι την ακύρωσή της, ήταν εξοπλισμένη με το τεκμήριο της νομιμότητας. 3) Προς θεμελίωση του στοιχείου της υπαιτιότητος των οργάνων της αναιρεσειούσης, για το χρονικό διάστημα μέχρι την 19.6.1997, δέχεται το γεγονός ότι γενικώς στον χώρο των ατόμων και επιχειρήσεων, δραστηριοποιουμένων στην κατασκευή των οικοδομών, ήταν γνωστή η αντισυνταγματικότητα του νόμου 2300/95, στοιχείο όμως που δεν επαρκεί για την ύπαρξη υπαιτιότητος, ενώ το βουλητικό και το γνωστικό στοιχείο του δόλου αυτών ως προς την συνέχιση των εργασιών μετά την 19.6.97 περιορίζεται μόνο στην παραβίαση της άνω αποφάσεως, χωρίς να διευκρινίζεται επαρκώς αν τα δύο αυτά στοιχεία επεκτείνονται και στο επελθόν ζημιογόνο για τους αναιρεσιβλήτους αποτέλεσμα (στέρηση θέας, ηλιασμού κ.λ.π.) της ιδιοκτησίας τους. Επομένως, οι από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ δεύτερος και τρίτος πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως του υπ' αριθμ. καταθέσεως 51/2007 δικογράφου προσθέτων λόγων και οι από τους ίδιους αριθμούς πρώτος (κατά το πρώτο, δεύτερο, και τρίτο μέρος), δεύτερος, κατά το δεύτερο μέρος και τρίτος, πρόσθετοι λόγοι του υπ' αριθμ. καταθέσεως 52/2007 δικογράφου προσθέτων λόγων, πρέπει να γίνουν δεκτοί ως βάσιμοι. Από το συνδυασμό των διατάξεων των §§1 και 2 του άρθρου 579 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν αναιρεθεί η απόφαση οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την απόφαση που αναιρέθηκε, αν δε προαποδεικνύεται εκούσια ή αναγκαστική εκτέλεση της αποφάσεως εκείνης, εφόσον υποβληθεί αίτηση με το αναιρετήριο ή με τις προτάσεις ή με αυτοτελές δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου ως την παραμονή της συζητήσεως διατάσσει την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση. Η αίτηση επαναφοράς για να είναι ορισμένη και άρα παραδεκτή πρέπει να αναφέρεται σ' αυτή ποια συγκεκριμένη αποκατάσταση πραγμάτων ζητείται. Δεν αρκεί δηλαδή να αναγράφεται στην αίτηση αορίστως η φράση "να επαναφερθούν τα πράγματα στην προηγούμενη κατάσταση". (ΑΠ 156/1982). Επίσης η αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση για να είναι παραδεκτή ο αιτών πρέπει, να επικαλείται αποδεικτικό μέσο από το οποίο να αποδεικνύεται η εκτέλεση, η δε εκτέλεση να αποδεικνύεται προαποδεικτικώς, (ΑΠ 475/1971). Στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσείοντες εναγόμενοι με τις έγγραφες προτάσεις τους υπέβαλαν το αίτημα επαναφοράς των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση χωρίς να αναφέρεται στην αίτηση η ζητούμενη συγκεκριμένη αποκατάσταση και χωρίς να γίνεται επίκληση αποδεικτικού μέσου, από το οποίο να αποδεικνύεται η εκτέλεση της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως. Επομένως, η αίτηση αυτή είναι, προεχόντως, απαράδεκτη και απορριπτέα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αρ. 5316/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Και

Παραπέμπει την υπόθεση προς εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων εκ χιλίων εξακοσίων σαράντα (1.640) Ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 24 Ιουλίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Νοεμβρίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ