1. Skip to Main Menu
  2. Skip to Content
  3. Skip to Footer
Καλως ήρθατε στο ανανεωμένο FOGGS.gr

- Ο Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας καθιέρωσε την προαφαίρεση των εξόδων της εκτέλεσης (άρθρα 975 εδ.

 E-mail

- Ο Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας καθιέρωσε την προαφαίρεση των εξόδων της εκτέλεσης (άρθρα 975 εδ. β', 1007 παρ. 1 και 971 ΚΠολΔ). Δηλαδή τα έξοδα εκτέλεσης δεν κατατάσσονται στον πίνακα, αλλά με ιδιαίτερη πράξη του υπαλλήλου του πλειστηριασμού ή και με ειδική διάταξη του πίνακα κατάταξης αφαιρούνται από το πλειστηρίασμα, μετά από ειδική αιτιολόγηση του κάθε κονδυλίου. Η εκκαθάριση των εξόδων εκτέλεσης προσβάλλεται με την ίδια ανακοπή που προσβάλλεται και η κατάταξη των δανειστών. Ως έξοδα εκτέλεσης νοούνται στο άρθρο 975 εδ. β' όσα αναφέρονται στη διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης, από την έκδοση του απογράφου μέχρι τη σύνταξη του πίνακα κατάταξης, αν έγιναν για το κοινό συμφέρον όλων των δανειστών και θεωρούνται αναγκαία (Μπρίνιας, Αναγκαστική Εκτέλεση II, άρθρο 975 αρ. 407). Δεν περιλαμβάνονται όμως και οι τόκοι τους (ΕφΑθ 3186/1987 ΕλλΔνη 29.170, ΕφΠειρ 71/1995 ΑρχΝ 1995.324).
- Με το άρθρο 6 παρ. 16 του Ν. 2479/1997 προστέθηκαν στην τρίτη τάξη των γενικών προνομίων και οι απαιτήσεις των δικηγόρων. Σύμφωνα με τη ρύθμιση αυτή, στο προνόμιο του άρθρου 975 αρ. 3 ΚΠολΔ ανήκουν και οι απαιτήσεις για αποζημίωση λόγω λύσης της σύμβασης έμμισθης εντολής. Έτσι, οι ανωτέρω απαιτήσεις έχουν υπαχθεί πλέον σε όμοια νομοθετική μεταχείριση με εκείνη των εργατικών απαιτήσεων
- Το άρθρο 10 Ν. 1711/1987, το οποίο αντικατέστησε το παλαιό άρθρο 976 αρ. 6, διηύρυνε σημαντικά το πεδίο εφαρμογής του γενικού προνομίου των οργανισμών κοινωνικής ασφάλισης, αυξάνοντας τον χρονικό περιορισμό του εξαμήνου σε διετία. Κατά συνέπεια, το γενικό προνόμιο των οργανισμών κοινωνικής ασφάλισης καταλαμβάνει σήμερα τις κάθε είδους απαιτήσεις τους, εφόσον έχουν προκύψει μέσα στην τελευταία διετία πριν από την ημέρα του πλειστηριασμού.
- Προνόμιο ΑΤΕ στην αναγκαστική εκτέλεση.

Διατάξεις:

ΚΠολΔ: 971, 975, 976, 977, 979, 1007
Νόμοι: 2479/1997 άρθ. 6, 1545/1985 άρθ. 31, 1711/1987 άρθ. 10, 4332/1929, 2076/1992, 1914/1990
ΠΔ: 53/1974 Νατάσα-(Απόσπασμα)

Αριθμός 113/2007

Ειρηνοδικείο Βέροιας

Ειρηνοδίκης: Ελένη Βερβεροπούλου
Δικηγόροι: Αναστάσιος Πατσίκας – Αντώνιος Μπουζίνης – Αγγελική Σιδηροπούλου –Γεώργιος Γκαλίτσιος, Αναστάσιος Βαλσαμίδης.

… Ο Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας δεν ακολούθησε το σύστημα της προϋπάρχουσας ΠολΔικ, αλλά καθιέρωσε την προαφαίρεση των εξόδων της εκτέλεσης (άρθρα 975 εδ. β', 1007 παρ. 1 και 971 ΚΠολΔ). Δηλαδή τα έξοδα εκτέλεσης δεν κατατάσσονται στον πίνακα, αλλά με ιδιαίτερη πράξη του υπαλλήλου του πλειστηριασμού ή και με ειδική διάταξη του πίνακα κατάταξης αφαιρούνται από το πλειστηρίασμα, μετά από ειδική αιτιολόγηση του κάθε κονδυλίου. Η εκκαθάριση των εξόδων εκτέλεσης προσβάλλεται με την ίδια ανακοπή που προσβάλλεται και η κατάταξη των δανειστών. Ως έξοδα εκτέλεσης νοούνται στο άρθρο 975 εδ. β' όσα αναφέρονται στη διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης, από την έκδοση του απογράφου μέχρι τη σύνταξη του πίνακα κατάταξης, αν έγιναν για το κοινό συμφέρον όλων των δανειστών και θεωρούνται αναγκαία (Μπρίνιας, Αναγκαστική Εκτέλεση II, άρθρο 975 αρ. 407). Δεν περιλαμβάνονται όμως και οι τόκοι τους (ΕφΑθ 3186/1987 ΕλλΔνη 29.170, ΕφΠειρ 71/1995 ΑρχΝ 1995.324). Περαιτέρω, με το άρθρο 6 παρ. 16 του ν. 2479/1997 προστέθηκαν στην τρίτη τάξη των γενικών προνομίων και οι απαιτήσεις των δικηγόρων. Σύμφωνα με τη ρύθμιση αυτή, στο προνόμιο του άρθρου 975 αρ. 3 ΚΠολΔ ανήκουν και οι απαιτήσεις για αποζημίωση λόγω λύσης της σύμβασης έμμισθης εντολής. Έτσι, οι ανωτέρω απαιτήσεις έχουν υπαχθεί πλέον σε όμοια νομοθετική μεταχείριση με εκείνη των εργατικών απαιτήσεων, όπως ρυθμίστηκαν με το άρθρο 31 ν. 1545/1985 και έχουν προτεραιότητα απέναντι στο ειδικό προνόμιο της υποθήκης (Γέσιου-Φαλτσή, Αναγκαστική Εκτέλεση, έκδοση 1998, σελ. 59). Σύμφωνα μάλιστα με το άρθρο 31 ν. 1545/1985 η διαίρεση του εκπλειστηριάσματος σε ποσοστά κατά το άρθρο 977 ΚΠολΔ γίνεται μετά την ικανοποίηση των απαιτήσεων της τρίτης τάξης, δίνει δηλαδή προτεραιότητα στις εργατικές απαιτήσεις, έστω και αν συντρέχουν με απαιτήσεις που κατοχυρώνονται με εμπράγματη ασφάλεια. Επίσης, το άρθρο 10 ν. 1711/1987, το οποίο αντικατέστησε το παλαιό άρθρο 976 αρ. 6, διηύρυνε σημαντικά το πεδίο εφαρμογής του γενικού προνομίου των οργανισμών κοινωνικής ασφάλισης, αυξάνοντας τον χρονικό περιορισμό του εξαμήνου σε διετία. Κατά συνέπεια, το γενικό προνόμιο των οργανισμών κοινωνικής ασφάλισης καταλαμβάνει σήμερα τις κάθε είδους απαιτήσεις τους, εφόσον έχουν προκύψει μέσα στην τελευταία διετία πριν από την ημέρα του πλειστηριασμού (ΑΠ 21/1994 ΝοΒ 44. 38, ΑΠ 7/1995 ΕλλΔνη 37. 332). Σύμφωνα με πάγια νομολογία, τα προνόμια των οργανισμών κοινωνικής ασφάλισης κρίνονται με βάση το δίκαιο που ισχύει στον χρόνο της κατάταξης (ΑΠ 21/1994, ΑΠ 7/1995 ό.π.).
Η Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος ιδρύθηκε με το νόμο 4332/1929, ο οποίος κύρωσε την από 27.6.1929 σύμβαση μεταξύ του Ελληνικού Δημοσίου και της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος με αντικείμενο τη σύσταση και λειτουργία της Αγροτικής Τράπεζας. Σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ. 1 του εν λόγω ιδρυτικού και καταστατικού νόμου της ΑΤΕ, τούτη αποτελεί αυτόνομο τραπεζικό οργανισμό κοινωφελούς χαρακτήρα, με σκοπό την ενάσκηση της αγροτικής πίστης, την ενίσχυση της συνεταιριστικής οργάνωσης και της βελτίωσης των όρων της διεξαγωγής των γεωργικών και συναφών συναλλαγών. Η ΑΤΕ χαρακτηρίστηκε ως οργανισμός διφυούς χαρακτήρα, ήτοι νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου ως ασκών τραπεζικές εργασίες και νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου ως προς τον έλεγχο των συνεταιριστικών οργανώσεων. Αποτέλεσμα του ρόλου της και του κοινωφελούς σκοπού που επιτελούσε ήταν η καθιέρωση, με τις διατάξεις των άρθρων 8 έως 15 του καταστατικού ν. 4332/1929, σειράς ειδικών προνομίων, ουσιαστικών αλλά και δικονομικών. Χαρακτηριστικά προνόμια είναι η αυτοδίκαια κτήση δικαιώματος ενεχύρου για την εξασφάλιση οποιασδήποτε απαίτησής της, χωρίς την ανάγκη ύπαρξης ειδικού συστατικού εγγράφου επί των παραγόμενων από τους οφειλέτες της καρπών, των κτηνών και εργαλείων αυτών, δικαίωμα της ΑΤΕ να εγγράφει μονομερώς υποθήκη επί των ακινήτων των οφειλετών της και αναγκαστική εκτέλεση με ιδιαίτερα συνοπτικές διαδικασίες, παρακάμπτοντας το θεσμό της αναγκαστικής εκτέλεσης από τον ΚΠολΔ. Η συνταγματικότητα των προνομίων αυτών από την αρχή αμφισβητήθηκε (Μαριδάκης, Θέμ. ΜΔ' 749, Μάζης, Εμπράγματη εξασφάλιση τραπεζών αρ. 392 νεότερες κριτικές Δούβλης, Ουσιαστικά και δικονομικά προνόμια ΑΤΕ, κατάργηση από ν. 2076/1992, ΧρΙΔ 2006 559). Με το ν. 1914/1990 στο άρθρο 26 παρ. 1 ορίστηκε ρητά ότι η ΑΤΕ μετατρέπεται σε ανώνυμη εταιρεία από του χρόνου δημοσίευσης, σύμφωνα με τις κείμενες περί ανωνύμων εταιρειών διατάξεις, έχοντας πλέον κερδοσκοπικό σκοπό. Εξάλλου, με το νόμο 2076/1992 πλέον, ο οποίος ενσωμάτωσε στην ελληνική τραπεζική νομοθεσία τις διατάξεις της με αριθμό 89/646/ΕΟΚ Οδηγίας του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης και έχει εφαρμογή δυνάμει του άρθρου 3 αυτού σε όλα τα πιστωτικά ιδρύματα, με ρητή εξαίρεση για την Τράπεζα της Ελλάδας, την ΕΤΒΑ και το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, ορίζει με το άρθρο 26 παρ. 8 ότι διατάξεις νόμων που ρυθμίζουν θέματα καταστατικού των τραπεζών που έχουν έδρα στην Ελλάδα καταργούνται. Έτσι, όλες οι παραπάνω διατάξεις του ν. 4332/1929, ο οποίος αποτελούσε το καταστατικό λειτουργίας της ΑΤΕ, καταργήθηκαν από τη δημοσίευση του τελευταίου νόμου, ήτοι στις 1.8.1992 (Βλ. γνωμοδότηση Γεωργακόπουλου, ΔΕΕ 2002 788, Γέσιου-Φαλτσή, ΔΕΕ 2002 1073,ΜονΠρΘεσ 15748/2006 Αρμ 2006 1611, ΕιρΚέρκ 166/2003 ΔΕΕ 2003 1350). Μάλιστα, η Οδηγία 2000/12/ΕΚ της 20.3.2000 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και Συμβουλίου στο άρθρο 2 παρ. 3 εξαιρεί από το πεδίο εφαρμογής της συγκεκριμένα πιστωτικά ιδρύματα, ξεχωριστά για κάθε κράτος μέλος, και επομένως δεν μπορεί να γίνει ερμηνευτική διεύρυνση της εξαίρεσης αυτής υπέρ της ΑΤΕ. Ακόμα και αν θεωρηθεί ότι ο νόμος 2076/1992 δεν καταργεί τα αναφερόμενα προνόμια της ΑΤΕ, το δικάζον δικαστήριο δεν πρέπει να εφαρμόσει το νόμο αυτό, ως αντισυνταγματικό, προσβάλλοντας θεμελιώδη ατομικά δικαιώματα, όπως το δικαίωμα ελεύθερης ανάπτυξης της προσωπικότητας και συμμετοχής στην κοινωνικοοικονομική ζωή (άρθρο 5 παρ. 1 Σ.), στέρηση του φυσικού δικαστή (άρθρο 8 Σ.), προστασία της ιδιοκτησίας (άρθρο 17 παρ. 1 Σ.), παροχή εννόμου προστασίας (άρθρο 20 παρ. 1 Σ.), καθώς και την εγγυητική λειτουργία του κράτους (άρθρο 25 παρ. 1 Σ.) (Βλ. ακόμα και αντιρρήσεις επί των προνομίων του Δημοσίου Ν. Νίκας, σε ανάτυπο, Θεσσαλονίκη 2007, Επιστημονική Επετηρίδα του τμήματος Νομικής). Πέραν όμως της αντίθεσης των εν λόγω προνομίων με την εθνική έννομη τάξη, η αντίθεση αυτή υφίσταται και ως προς την κοινοτική έννομη τάξη, με αφετηρία τα άρθρα 6 παρ. 1 και 17 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (επικυρώθηκε από την Ελλάδα με το π.δ. 53/1974 σε συνδυασμό με το ν. 2400/1996), τα οποία αναφέρονται στο δικαίωμα χρηστής απονομής δικαιοσύνης και απαγόρευσης κατάχρησης δικαιώματος αντίστοιχα και στο άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ που αναφέρεται στην προστασία της περιουσίας-ιδιοκτησίας (Μαγγανάς/Καρατζά, Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, 2002, 284). Επιπλέον, το δικάζον δικαστήριο δεν πρέπει να εφαρμόσει νόμο που αντιβαίνει στο κοινοτικό δίκαιο, ήτοι στη θεμελιώδη κοινοτική ελευθερία, την ελευθερία παροχής υπηρεσιών (άρθρο 49 ΣΕΚ), την ισότητα των όρων ανταγωνισμού (άρθρο 86 ΣΕΚ) και την κρατική ενίσχυση (άρθρο 87 παρ. 1 ΣΕΚ) κατά πάγια νομολογία του ΔΕΚ (απόφαση της 9.3.1978 υπόθεση 106/77 Simmenthal, Συλλογή 1978/239, απόφαση της 15.7.1964 υπόθεση 6/64 Costa/ΕΝΕL, Συλλογή 1964/1141, Σαχπεκίδου, σε Στάγκο/Σαχπεκίδου, Δίκαιο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και της Ευρωπαϊκής Ένωσης, έκδ. 2000,245 επ.). Εξάλλου, όταν το εθνικό δικαστήριο εφαρμόζει διατάξεις εθνικού νόμου, ο οποίος εκδόθηκε ειδικά για την εκτέλεση μίας οδηγίας, οφείλει να ερμηνεύει το δίκαιο της ημεδαπής υπό το πρίσμα του γράμματος και του πνεύματος της οδηγίας (απόφαση της 15.5.1986 υπόθεση 222/84 Johnston. Συλλογή 1986/1651, απόφαση της 5.10.2004 υπόθεση Pfeiffer C-397/01, Συλλογή 2004), δηλαδή να θεωρήσει τα προνόμια κατηργημένα βάσει του άρθρου 26 παρ. 8 ν. 2076/1992 (Π. Στάγκος, Τα προνόμια της ΑΤΕ στο κοινοτικό δίκαιο, ΕπισκΕΔ 2006 63).
Με την με αριθμό κατάθεσης 2272/ΤΜ/215/2004 ανακοπή των ανακοπτουσών κατά της καθ' ης, οι πρώτες ισχυρίζονται ότι με επίσπευση της δεύτερης διενεργήθηκε πλειστηριασμός της ακίνητης και κινητής περιουσίας του Αγροτικού Συνεταιρισμού Φ., όπως η περιουσία αυτή περιγράφεται με σαφήνεια στο υπ’ αριθμ. 2679/5.2.2004 Β' πρόγραμμα αναγκαστικού πλειστηριασμού της συμβολαιογράφου Βέροιας ΧΧΧ. Ότι το ακίνητο κατακυρώθηκε στην ανώνυμη εμπορική εταιρεία με την επωνυμία «Μ. Ανώνυμη Βιοτεχνική και Εμπορική Εταιρεία» έναντι ποσού 214.500 ευρώ, συνταχθείσας της υπ’ αριθ. 2737/2004 έκθεσης αναγκαστικού πλειστηριασμού της ως άνω συμβολαιογράφου. Ότι με την από 22.3.2004 αναγγελία, οι ανακόπτουσες ανήγγειλαν την απαίτησή τους, η οποία συνίσταται για μεν την πρώτη στο ποσό των 56.693,70 ευρώ, για τη δε δεύτερη στο ποσό των 41.562,29 ευρώ. Ότι παρά το νόμο με το συνταχθέντα πίνακα κατάταξης αναγνωρίστηκε προνόμιο πρωτοταξίας στην καθ' ης και συνεπώς δεν ικανοποιούνται οι ανακόπτουσες στο σύνολο της απαίτησής τους. Για το λόγο αυτό ζητούν να γίνει δεκτή η κρινόμενη ανακοπή, να αποβληθεί η καθ' ης από το ποσό, για το οποίο κατατάχθηκε προνομιακά και να καταταγούν η μεν πρώτη για ποσό 4.289,33 ευρώ, η δε δεύτερη για ποσό 3.105,10 ευρώ και να καταδικαστεί η καθ' ης στη δικαστική δαπάνη αυτών. Με αυτό το περιεχόμενο, αρμοδίως εισάγεται ύστερα από παραπομπή, για να συζητηθεί η κρινόμενη ανακοπή στο παρόν δικαστήριο κατ' άρθρα 979 παρ. 2 και 933 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ κατά την τακτική διαδικασία. Είναι δε νόμιμη, στηριζόμενη για τη θεμελίωσή της στις διατάξεις των άρθρων 979, 176 ΚΠολΔ, 26 παρ. 8 ν. 2076/1992, Οδηγία 89/646/ΕΟΚ. Πρέπει επομένως να ερευνηθεί περαιτέρω κατ' ουσία.
Με την με αριθμό κατάθεσης ΧΧΧ/ΤΜ/266/2004 ανακοπή των αιτούντων κατά των καθ' ων, ύστερα από παραδεκτή παραίτηση από το δικόγραφο ως προς τον έκτο των καθ' ων και ως προς τη δεύτερη και τρίτη των καθ' ων για τα ποσά που αυτές κατετάγησαν τυχαία, τα πρώτα ισχυρίζονται ότι με επίσπευση της πρώτης των καθ' ων διενεργήθηκε πλειστηριασμός της ακίνητης και κινητής περιουσίας του Αγροτικού Συνεταιρισμού Φ., όπως η περιουσία αυτή περιγράφεται με σαφήνεια στο υπ' αριθ. ΧΧΧ/5.2.2004 Β' πρόγραμμα αναγκαστικού πλειστηριασμού της συμβολαιογράφου Βέροιας ΧΧΧ. Ότι το ακίνητο κατακυρώθηκε στην ανώνυμη εμπορική εταιρεία με την επωνυμία «Μ. Ανώνυμη Βιοτεχνική και Εμπορική Εταιρεία» έναντι ποσού 214.500 ευρώ, συνταχθείσας της υπ' αριθ. ΧΧΧ/2004 έκθεσης αναγκαστικού πλειστηριασμού της ως άνω συμβολαιογράφου και ύστερα από την αφαίρεση των εξόδων εκτέλεσης απέμεινε υπόλοιπο 202.608,13 ευρώ. Ότι το πρώτο ανακόπτον αναγγέλθηκε για ποσό 36.371,71 ευρώ. Ότι συντάχθηκε ο υπ' αριθ. ΧΧΧ/15.6.2004 πίνακας κατάταξης δανειστών της συμβολαιογράφου Βέροιας ΧΧΧ, όπου κατατάχθηκαν οι πρώτη, δεύτερη, τρίτη και τέταρτος των καθ' ων και επικουρικά κατατάχθηκαν οι πέμπτος, έκτος και το ανακόπτον. Ότι παράνομα κατατάχθηκαν η πρώτη, δεύτερη, τρίτη, τέταρτος, πέμπτος, έκτος των καθ' ων και ότι τα έξοδα που αναφέρει η έβδομη καθ' ης εκ 6.885 ευρώ δεν περιλαμβάνονται στα έξοδα εκτέλεσης. Για τους λόγους αυτούς ζητούν να γίνει δεκτή η ανακοπή, ν' αποβληθούν οι καθ' ων από τον πίνακα κατάταξης και να καταταγεί το πρώτο ανακόπτον για το ποσό της αναγγελθείσας απαίτησής του και να καταδικαστούν οι καθ' ων στη δικαστική τους δαπάνη. Με αυτό το περιεχόμενο, αρμοδίως εισάγεται ύστερα από παραπομπή, για να συζητηθεί η κρινόμενη ανακοπή στο παρόν δικαστήριο κατ' άρθρα 979 παρ. 2 και 933 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ κατά την τακτική διαδικασία. Είναι δε νόμιμη, στηριζόμενη για τη θεμελίωσή της στις διατάξεις των άρθρων 979, 176 ΚΠολΔ. Πρέπει επομένως να ερευνηθεί περαιτέρω κατ' ουσία.
Περαιτέρω, η με αριθμό κατάθεσης ΧΧΧ/ΤΜ/215/2004 ανακοπή με την με αριθμό κατάθεσης ΧΧΧ/ΤΜ/266/2004 ανακοπή είναι προδήλως συναφείς, καθώς αφορούν ανακοπές του ιδίου πίνακα κατάταξης και πρέπει να συνεκδικαστούν λόγω συνάφειας και επιπλέον με αυτόν τον τρόπο επέρχεται οικονομία της δίκης και μείωση των εξόδων (άρθρο 246 ΚΠολΔ).
Από την εκτίμηση των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων απόδειξης και ανταπόδειξης που εξετάστηκαν νομότυπα στο ακροατήριο του παρόντος δικαστηρίου και περιέχονται στα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά, των εγγράφων που προσκομίζουν και επικαλούνται εκατέρωθεν οι διάδικοι και την εν γένει αποδεικτική διαδικασία, αποδείχθηκαν τα εξής πραγματικά περιστατικά: Με την υπ' αριθ. ΧΧΧ/13.1.2000 έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης του δικαστικού επιμελητή Κ. Η. κατασχέθηκε αναγκαστικά με επίσπευση της εταιρείας «κ. Κ.Τ. Γεωργικά Μηχανήματα ΑΕΒΕ», σε εκτέλεση της 32719/1999 διαταγής πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, ένα ακίνητο που ανήκει κατά κυριότητα στον Αγροτικό Συνεταιρισμό Φ., όπως περιγράφεται στην ανωτέρω έκθεση, μετά των εντός αυτού κινητών πραγμάτων, συνολικής αξίας 214.500 ευρώ. Ο πλειστηριασμός ορίστηκε για τις 1.3.2000, ο οποίος ματαιώθηκε. Με τις υπ' αριθ. Χ1/2000, Χ2/2001, Χ3/2001, Χ4/2001, Χ5/2002, Χ6/2002, Χ7/2002, Χ8/2002, Χ9/2003, Χ10/2003, Χ11/2003, Χ12/2003 και Χ13/2003 περιλήψεις κατασχετήριας έκθεσης ακίνητης περιουσίας του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Βέροιας και 6ου καθ' ου στη δεύτερη ανακοπή, ορίστηκαν ως ημερομηνίες πλειστηριασμού οι 7.3.2001, 26.9.2001, 26.9.2001, 19.12.2001, 20.4.2002, 29.5.2002, 30.10.2002, 20.11.2002, 26.4.2003, 26.3.2003, 28.5.2003, 24.9.2003 και 24.9.2003 αντίστοιχα, κατά τις οποίες όμως ο πλειστηριασμός ματαιώθηκε λόγω μερικών καταβολών του οφειλόμενου ποσού από τον καθ' ου η εκτέλεση, εκτός από τον πλειστηριασμό της 26.9.2001 όπου διορθώθηκε η τιμή της πρώτης προσφοράς. Με την υπ' αριθ. ΧΧΧ/24.9.2003 επαναληπτική περίληψη κατασχετήριας έκθεσης του ιδίου ως άνω δικαστικού επιμελητή ορίστηκε νέα ημέρα πλειστηριασμού με επίσπευση της δεύτερης και τρίτης των καθ' ων, κατά την οποία πάλι δεν πραγματοποιήθηκε πλειστηριασμός, καθώς δεν υπήρχαν ενδιαφερόμενοι. Τέλος, με επίσπευση της πρώτης των καθ' ων διενεργήθηκε πλειστηριασμός στις 17.3.2004 με βάση το υπ' αριθ. ΧΧΧ/5.2.2004 Β' πρόγραμμα αναγκαστικού πλειστηριασμού της συμβολαιογράφου Βέροιας ΧΧΧ. Το ακίνητο κατακυρώθηκε στην ανώνυμη εμπορική εταιρεία με την επωνυμία «Μ. Ανώνυμη Βιοτεχνική και Εμπορική Εταιρεία» έναντι ποσού 214.500 ευρώ, συνταχθείσας της υπ' αριθ. ΧΧΧ/2004 έκθεσης αναγκαστικού πλειστηριασμού της ως άνω συμβολαιογράφου.
Για το ως άνω πλειστηρίασμα αναγγέλθηκαν το ανακόπτον της δεύτερης ανακοπής, οι πρώτη, δεύτερη, τρίτη, τέταρτος, πέμπτος, έκτος των καθ' ων και η ΔΟΥ Βέροιας. Ωστόσο, με τον υπ' αριθ. ΧΧΧ/15.6.2004 πίνακα κατάταξης δανειστών της συμβολαιογράφου Βέροιας ΧΧΧ κατατάχθηκαν οι πρώτη, δεύτερη, τρίτη και τέταρτος των καθ' ων και επικουρικά κατατάχθηκαν οι πέμπτος, έκτος και το ανακόπτον. Επίσης, η εν λόγω συμβολαιογράφος προέβη σε προαφαίρεση των εξόδων εκτέλεσης, τα οποία ορίστηκαν σε 11.891,87 ευρώ και απέμεινε υπόλοιπο 202.608,13 ευρώ. Όπως όμως αναφέρθηκε ανωτέρω, το διάστημα μεταξύ 2001 και 2003 ορίστηκαν και ματαιώθηκαν αντίστοιχα 13 προγράμματα πλειστηριασμού εκ των οποίων 12 αφορούσαν σε μερική καταβολή ποσού στην τότε επισπεύδουσα εταιρεία, η οποία είναι η έβδομη των καθ' ων στη δεύτερη ανακοπή. Τα έξοδα λοιπόν αυτά έγιναν για αποκλειστική ωφέλεια της έβδομης καθ' ης, προκειμένου να εισπράξει μέρος της απαίτησής της από τον καθ' ου η εκτέλεση και για το λόγο αυτό δενέπρεπε να προαφαιρεθούν από το πλειστηρίασμα, όπως αναλύονται κατωτέρω: δικαιώματα σύνταξης και επίδοσης των υπ' αριθ. Χ1/2002, Χ2/2002, Χ3/2002, Χ4/2002, Χ5/2002, Χ6/2003, Χ7/2003, Χ8/2003 και3239/2003 περιλήψεων κατασχετήριων εκθέσεων του δικαστικού επιμελητή ποσού της καθεμίας 765 ευρώ, ανερχόμενων συνολικά στο ποσό των 6.885 ευρώ. Το ποσό αυτό πρέπει να προστεθεί στο ποσό του πλειστηριάσματος, και το τελευταίο να ανέλθει σε 209.493,13 ευρώ. Ως προς την ΑΤΕ [πρώτη καθ' ης] τα προνόμια του ενεχύρου και υποθήκης που η Τράπεζα έθεσε μονομερώς σε βάρος της περιουσίας του καθ' ου η εκτέλεση, βάσει των όσων αναλυτικά αναφέρθηκαν στη μείζονα σκέψη της παρούσας, δε γίνονται δεκτά ως μη υφιστάμενα σύμφωνα με τον ελληνικό νόμο 2076/1992, το παράγωγο κοινοτικό δίκαιο, τις οδηγίες 89/646/ΕΟΚ. του Συμβουλίου, 2000/12/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης και το πρωτογενές κοινοτικό δίκαιο (άρθρα 49 και 86 ΣΕΚ) και επομένως πρέπει να αποβληθεί από τον νέο πίνακα κατάταξης. Περαιτέρω, οι ανακόπτουσες [στην πρώτη ανακοπή] κατετάγησαν στον προσβαλλόμενο πίνακα, η μεν πρώτη για ποσό 13.492,43 ευρώ οριστικά και τυχαία για ποσό 43.528,30 ευρώ και επικουρικά για ποσό 4.289.33 ευρώ, ενώ η δεύτερη για ποσό 11.956,73 ευρώ οριστικά και 29.321,25 ευρώ τυχαία και επικουρικά για ποσό 3.105,10 ευρώ. Επειδή οι απαιτήσεις τους αφορούν εργατικές αξιώσεις κατά του καθ' ου η εκτέλεση, οι οποίες προέκυψαν μέσα στην τελευταία διετία από την ημέρα του πρώτου πλειστηριασμού, ήτοι την 1.3.2000. μάλιστα έχουν αναγνωριστεί με δικαστική απόφαση τελεσίδικα (όπως προκύπτει από τα υπ' αριθ. 295/2003 και 296/2003 αντίστοιχα πιστοποιητικά τελεσιδικίας του γραμματέα του Πρωτοδικείου Βέροιας), πρέπει να καταταγούν προνομιακά και οριστικά για το συνολικό ποσό. Επίσης, ο πέμπτος καθ' ου της δεύτερης ανακοπής έχει απαίτηση κατά του καθ' ου η εκτέλεση με τον ιδιότητα του δικηγόρου του καθ' ου από αμοιβή και έξοδα, η οποία αναγνωρίζεται με τελεσίδικη δικαστική απόφαση (υπ' αριθ. 31/ ΕΡ-ΔΙ/2004 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βέροιας και το υπ' αριθ. 86/2005 πιστοποιητικό τελεσιδικίας του Πρωτοδικείου Βέροιας), κατατασσόμενος πλέον προνομιακά και οριστικά για το ποσό των 55.170,18 ευρώ και συνεπώς δεν πρέπει να γίνει δεκτός ο ισχυρισμός του ανακόπτοντος της δεύτερης ανακοπής. Επίσης, επειδή ο τέταρτος εναγόμενος δεν έχει προσκομίσει τελεσίδικη δικαστική απόφαση που να αναγνωρίζει το ποσό της απαίτησής του. η κατάταξή του εξακολουθεί ως έχει, ήτοι είναι τυχαία και στη συνέχεια πρέπει να τροποποιηθεί η επικουρική κατάταξη, για την περίπτωση που τούτος δεν προσκομίσει την απαιτούμενη απόφαση. Στο εναπομείναν ποσό του πλειστηριάσματος δικαιούται να καταταγεί προνομιακά το πρώτο ανακόπτον της δεύτερης ανακοπής, για μέρος του ποσού της απαίτησής του, ήτοι 19.798,61 ευρώ. Ως προς δε την επικουρική κατάταξη, για την περίπτωση που δεν αποδειχθεί η απαίτηση του τέταρτου καθ' ου, κατατάσσει το πρώτο ανακόπτον για την υπόλοιπη απαίτησή του σε μέρος του εναπομείναντος ποσού, ήτοι 16.573,10 ευρώ...