1. Skip to Main Menu
  2. Skip to Content
  3. Skip to Footer
Καλως ήρθατε στο ανανεωμένο FOGGS.gr

- Διαδικασία εργατικών διαφορών.

 E-mail

- Διαδικασία εργατικών διαφορών. Αυτοτελείς ισχυρισμοί. Επαναφορά ισχυρισμών.
- Στις υποθέσεις που δικάζονται κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών οι διάδικοι οφείλουν να προτείνουν όλους τους αυτοτελείς ισχυρισμούς τους προφορικά κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο και επιπλέον καταχωρίζονται στα πρακτικά, εκτός αν περιέχονται στις οικειοθελώς κατατιθέμενες στο ακροατήριο προτάσεις στους. Απαιτείται, δηλονότι, σε κάθε περίπτωση προφορική πρόταση των ισχυρισμών η οποία σημειώνεται στα πρακτικά.
- Για την επαναφορά ισχυρισμών που προβλήθηκαν στη πρωτόδικη δίκη, απαιτείται η επανυποβολή τους με σύντομη περίληψη και αναφορά στις σελίδες των πρωτόδικων προτάσεων που τους περιέχουν καθώς και η προσκομιδή σε επικυρωμένο αντίγραφο των τελευταίων και δεν αρκεί η ενσωμάτωση ολόκληρου του κειμένου των προτάσεων που είχαν υποβληθεί στο πρώτο βαθμό, στις προτάσεις για το Εφετείο με γενική αναφορά στις τελευταίες σε όλους αορίστως τους ισχυρισμούς που προβλήθηκαν πρωτοδίκως.
- Από τελεσίδικη απόφαση, ακόμη και εσφαλμένη, παράγεται δεδικασμένο και όταν το αντικείμενο της νέας δίκης που διεξάγεται μεταξύ των ίδιων προσώπων, είναι διαφορετικό από εκείνο της δίκης που προηγήθηκε, έχει όμως ως αναγκαία προϋπόθεση την ύπαρξη του δικαιώματος που κρίθηκε στη δίκη εκείνη.

Διατάξεις:

ΚΠολΔ: 240, 262, 269, 321, 322, 324, 331, 527, 559 αριθ. 8, 561, 591, 663-676 ΒούλαΑριθμός 2160/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2΄ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο, Ηλία Γιαννακάκη, Χρήστο Αλεξόπουλο, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Ζήση Βασιλόπουλο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Οκτωβρίου 2007, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Χ1 , 2) Χ2 , 3) Χ3, 4) Χ4 , 5) Χ5, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Τρύφωνα Κωτσόβελο, βάσει δηλώσεως του άρθρου 242 §2 ΚΠολΔ.

Της αναιρεσίβλητης: Ανωνύμου Εταιρείας με την επωνυμία Οργανισμός Τηλεπικοινωνιών Ελλάδος (ΟΤΕ), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Τριανταφύλλου, βάσει δηλώσεως του άρθρου 242 § 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20/6/1999 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1189/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5131/2005 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 1/2/2006 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ζήσης Βασιλόπουλος, ανέγνωσε την από 17/5/2007 έκθεση του Αρεοπαγίτη Ανδρέα Μαρκάκη, ο οποίος έχει ήδη αποχωρήσει από την υπηρεσία με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή όλων των λόγων της κρινόμενης αίτησης κατά τα αναφερόμενα στο σκεπτικό.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ο από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, τα οποία δεν προτάθηκαν. Είναι δε πράγματα κατά την έννοια της άνω διάταξης οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης (Ολ. ΑΠ 13/1995, 25/2003). Προς τους μη προταθέντες ισχυρισμούς εξομοιώνονται εκείνοι που προτείνονται απαραδέκτως είτε γιατί προτείνονται για πρώτη φορά στο εφετείο χωρίς τις προϋποθέσεις του άρθρου 527 ΚΠολΔ, είτε γιατί επαναφέρονται σ’ αυτό, προταθέντες νομίμως σε προηγούμενες συζητήσεις της υπόθεσης ισχυρισμοί, χωρίς την τήρηση των όρων του άρθρου 240 ΚΠολΔ. Περαιτέρω κατά το άρθρο 591 παρ. 1 εδ. β και γ ΚΠολΔ αν στις περί των ειδικών διαδικασιών διατάξεις δεν ορίζεται διαφορετικά, οι προτάσεις κατατίθεται στο ακροατήριο και όλοι οι αυτοτελείς ισχυρισμοί προτείνονται προφορικά και όσοι δεν περιέχονται στις προτάσεις καταχωρίζονται στα πρακτικά.
Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι στις υποθέσεις που δικάζονται κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών (άρθρ. 663-676 ΚΠολΔ), όπου δεν είναι υποχρεωτική η κατάθεση προτάσεων, οι διάδικοι οφείλουν να προτείνουν όλους τους αυτοτελείς ισχυρισμούς τους, όπως είναι και η ένσταση καταχρήσεως δικαιώματος, προφορικά κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο και επιπλέον οι ισχυρισμοί αυτοί καταχωρίζονται στα πρακτικά με σαφή (έστω και συνοπτική) έκθεση των γεγονότων που τους θεμελιώνουν (άρθρ. 262 ΚΠολΔ)], εκτός αν περιέχονται στις οικειοθελώς κατατιθέμενες στο ακροατήριο προτάσεις στους. Απαιτείται, δηλονότι, σε κάθε περίπτωση προφορική πρόταση των ισχυρισμών η οποία σημειώνεται στα πρακτικά, αλλιώς είναι απαράδεκτοι (Ολ. ΑΠ 2/2005).
Εξάλλου από τις διατάξεις του άρθρου 527 ΚΠολΔ προκύπτει ότι ο εκκαλών - εναγόμενος μπορεί με τις προτάσεις του στο Εφετείο να προτείνει ενστάσεις όχι προς εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης, αλλά προς απόρριψη της αγωγής μετά την εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης και τη διακράτηση της υποθέσεως από το Εφετείο, υπό την προϋπόθεση όμως ότι οι ενστάσεις αυτές είχαν προταθεί παραδεκτώς και στη πρωτόδικη δίκη, ή γεννήθηκαν μετά την τελευταία συζήτηση στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο (οψιγενείς) η συντρέχουν γι’ αυτές οι προϋποθέσεις του άρθρου 269 ΚΠολΔ που επιτρέπουν τη βραδύτερη προβολή τους.
Τέλος κατά τη διάταξη του άρθρου 240 ΚΠολΔ, για την επαναφορά ισχυρισμών που προβλήθηκαν στη πρωτόδικη δίκη, απαιτείται η επανυποβολή τους με σύντομη περίληψη και αναφορά στις σελίδες των πρωτόδικων προτάσεων που τους περιέχουν καθώς και η προσκομιδή σε επικυρωμένο αντίγραφο των τελευταίων και δεν αρκεί η ενσωμάτωση ολόκληρου του κειμένου των προτάσεων που είχαν υποβληθεί στο πρώτο βαθμό, στις προτάσεις για το Εφετείο με γενική αναφορά στις τελευταίες σε όλους αορίστως τους ισχυρισμούς που προβλήθηκαν πρωτοδίκως.
Στη προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση του, κατά παραδοχή της έφεσης της αναιρεσίβλητης παραπονουμένης με το μοναδικό λόγο αυτής ότι εσφαλμένα το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε για την επίδικη διαφορά την ύπαρξη δεδικασμένου από την με αρ. 1665/1997 απόφαση του ίδιου δικαστηρίου (Μον. Πρωτοδικείου Αθηνών), εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και διακρατώντας την υπόθεση απέρριψε την αγωγή των αναιρεσειόντων με την οποία ζήτησαν ν’ αναγνωρισθεί ότι η αναιρεσίβλητη υποχρεούνταν να τους δοκιμοποιήσει από 30.6.1994 και να τους μονιμοποιήσει στη συνέχεια, καθώς και να τους καταβάλει τα αναφερόμενα ποσά ως μισθούς για το αναφερόμενο διάστημα, ως καταχρηστικώς ασκούμενη, κατά παραδοχή ως αναφέρεται της από το άρθρο 281 ΑΚ ένσταση της αναιρεσίβλητης.
Από την παραδεκτή κατ’ άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση των προσκομιζόμενων διαδικαστικών εγγράφων προκύπτει ότι η αναιρεσίβλητη τον παραπάνω περί καταχρηστικής ασκήσεως της ένδικης αγωγής ισχυρισμό της δεν είχε προτείνει προφορικά ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, αφού δεν περιέχεται τέτοια δήλωση στα με αρ. 1189/17.5.2004 πρακτικά του άνω δικαστηρίου. Αντίθετα την ένσταση αυτή περιέλαβε στις από 17.5.2004 προτάσεις της στο πιο πάνω δικαστήριο τις οποίες κατέθεσε στο ακροατήριο αυτού κατά τη συζήτηση της υπόθεσης. Εξάλλου την εν λόγω ένσταση επανέφερε στο Εφετείο με τις υποβληθείσες σ’ αυτό από 21.2.2005 προτάσεις της στις οποίες ενσωμάτωσε κατά φωτοαντιγραφή τις πρωτόδικες προτάσεις της δηλώνοντας «......αναφερόμεθα στους ισχυρισμούς που περιέχονται στις πρωτόδικες από 17.5.2004 προτάσεις μας, εχουσών επί λέξει ούτω».
Υπό τα δεδομένα αυτά και ενόψει των όσων εκτέθηκαν στην άνω νομική σκέψη, η παραπάνω ένσταση σε κάθε περίπτωση προβλήθηκε στη δίκη επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση απαραδέκτως. Επομένως το Εφετείο που την έκαμε δεκτή υπέπεσε στη πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, της παρά το νόμο λήψης υπόψη πραγμάτων μη νομίμως προταθέντων και είναι βάσιμος ο πρώτος κατά το πρώτο μέρος του λόγος αναίρεσης ως προς τη σχετική αιτίασή του.
Από τις διατάξεις των άρθρων 321, 322, 324 και 331 ΚΠολΔ προκύπτει ότι από τελεσίδικη απόφαση, ακόμη και εσφαλμένη, παράγεται δεδικασμένο και όταν το αντικείμενο της νέας δίκης που διεξάγεται μεταξύ των ίδιων προσώπων, είναι διαφορετικό από εκείνο της δίκης που προηγήθηκε, έχει όμως ως αναγκαία προϋπόθεση την ύπαρξη του δικαιώματος που κρίθηκε στη δίκη εκείνη. Τούτο συμβαίνει όταν στη νέα δίκη πρόκειται να κριθεί η ίδια δικαιολογητική σχέση και το ίδιο νομικό ζήτημα με αυτό που κρίθηκε στην προηγούμενη δίκη ή το οποίο στη νέα δίκη αποτελεί προδικαστικό ζήτημα της φερόμενης προς διάγνωση έννομης σχέσης. Εξάλλου δεδικασμένο παράγεται και από το αιτιολογικό της απόφασης όταν σ’ αυτό περιέχεται δικαστική διάγνωση και έχει εντεύθεν προσόντα διατακτικού.
Στην προκειμένη περίπτωση από την επισκόπηση των προσκομιζομένων διαδικαστικών εγγράφων προκύπτει ότι οι αναιρεσείοντες με προγενέστερη από 1.7.1996 αγωγή τους κατά της αναιρεσίβλητης ζήτησαν για τους λόγους που επικαλέσθηκαν να αναγνωριστεί δικαστικώς ότι η αναιρεσίβλητη έπρεπε να τους εντάξει στο τακτικό δόκιμο προσωπικό και δη στον βαθμό ΤΠ6/Ε (εγκαταστάσεων άλλως στο βαθμό ΤΠ6/Δ), άλλως δε επικουρικώς να τους προσλάβει ως έκτακτους αορίστου χρόνου στις ειδικότητες εγκαταστάσεων, δικτύων ή συνεργείων εργαστηρίων από τις 30.6.1994 η τουλάχιστον από την ημερομηνία συζητήσεως της αγωγής και να τους μονιμοποιήσει εν συνεχεία μετά από πάροδο έτους βάσεις του ΓΚΠ ΟΤΕ στον βαθμό ΤΠ6/Ε άλλως στον βαθμό ΤΠ6/Δ αναδρομικά από της 30.6.1994 άλλως από την ημερομηνία συζητήσεως της αγωγής τους. Επί της εν λόγω αγωγής εκδόθηκε η 1665/1997 απόφαση του Μον. Πρωτοδικείου Αθηνών η οποία αφού στο σκεπτικό της έκρινε ότι η αναιρεσίβλητη κατά παράβαση των αναφερομένων διατάξεων του Γεν. Κανονισμού του Προσωπικού και του Κανονισμού Εργασίας Προσωπικού του ΟΤΕ, παρέλειψε να εντάξει τους αναιρεσείοντες στο δόκιμο προσωπικό και δη στο βαθμό ΤΠ6/Ε και εν συνεχεία να τους μονιμοποιήσει στο βαθμό αυτό, άλλως στο βαθμό ΤΠ6/Δ, έκαμε δεκτή την αγωγή και αναγνώρισε ότι οι αναιρεσείοντες έπρεπε να ενταχθούν στο τακτικό - δόκιμο προσωπικό στο βαθμό ΤΠ6/Ε άλλως στο βαθμό ΤΠ6/Δ από 30.6.1994.
Από την απόφαση αυτή, η οποία κατέστη τελεσίδικη, λόγω μη άσκησης κατ’ αυτής ένδικων μέσων, όπως προκύπτει από τα με αριθ. ΧΧΧ και ΧΧΧ πιστοποιητικά του Γραμματέα του Πρωτοδικείου Αθηνών, προκύπτει δεδικασμένο περί του ότι η αναιρεσίβλητη έπρεπε να εντάξει από 30.6.1994 τους αναιρεσείοντες στο δόκιμο προσωπικό και στη συνέχεια να τους μονιμοποιήσει στον αναφερόμενο βαθμό.
Στη προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, κρίνοντας επί της ένδικης αγωγής των αναιρεσειόντων που είχε το ίδιο ως η προηγούμενη αγωγή τους αίτημα και περαιτέρω τα αιτήματα, να αναγνωρισθεί ότι η αναιρεσίβλητη έπρεπε να τους προαγάγει στους βαθμούς ΤΠ5/Ε ή ΤΠ5/Δ από 1.1.1997 και ΤΠ4/Ε ή ΤΠ4/Δ από 1.1.1999 και να υποχρεωθεί να τους καταβάλει για αποδοχές τα αναφερόμενα ποσά δέχθηκε ότι δεν καλύπτονταν από το δεδικασμένο της άνω απόφασης εκτός των άλλων οι αξιώσεις των αναιρεσειόντων να μονιμοποιηθούν μετά πάροδο έτους στο βαθμό ΤΠ6/Ε ή στο βαθμό ΤΠ6/Δ αναδρομικά από 30.6.1994.
Κατ’ ακολουθίαν δε αυτού και κατά παραδοχή του μοναδικού λόγου έφεσης της αναιρεσίβλητης, προβάλλοντας ανυπαρξία δεδικασμένου από την άνω απόφαση, εξαφάνισε την αντιθέτως κρίνασα απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και απέρριψε την αγωγή ως καταχρηστικώς ασκούμενη ως προς τα άνω αιτήματά της. Έτσι όμως παραβίασε προαναφερόμενες περί του δεδικασμένου διατάξεις του ΚΠολΔ και υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 16 ΚΠολΔ. Επομένως και ο δεύτερος κατά το δεύτερο μέρος του λόγος της αίτησης αναίρεσης, κατά τη σχετική αιτίαση αυτού είναι βάσιμος.
Κατόπιν των ανωτέρω πρέπει να γίνουν δεκτοί οι πρώτος, μέρος πρώτο και δεύτερος, μέρος δεύτερο, λόγοι αναίρεσης, ως βάσιμοι, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση, σύμφωνα με το άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 5131/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη εταιρεία στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, που τα ορίζει σε χίλια (1.000) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 27 Νοεμβρίου 2007. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 18 Δεκεμβρίου 2007.