1. Skip to Main Menu
  2. Skip to Content
  3. Skip to Footer
Καλως ήρθατε στο ανανεωμένο FOGGS.gr

- Κακουργήματα 187 και 187Α ΠΚ.

 E-mail

- Κακουργήματα 187 και 187Α ΠΚ. Κατά το άρθρο 7 του Ν. 2928/2001, όπως το πρώτο εδάφιο αυτού τροποποιήθηκε με το άρθρο 42 παρ. 5 του Ν. 3251/2004, η περάτωση της κυρίας ανακρίσεως για τα κακουργήματα των άρθρων 187 και 187Α του ΠΚ, κηρύσσεται από το Συμβούλιο Εφετών. Για το σκοπό αυτόν η δικογραφία διαβιβάζεται αμέσως μετά την τελευταία ανακριτική πράξη από τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών στον Εισαγγελέα Εφετών, ο οποίος αν κρίνει ότι η ανάκριση δεν χρειάζεται συμπλήρωση, την εισάγει με πρότασή του στο Συμβούλιο Εφετών, που αποφαίνεται αμετάκλητα, ακόμη και για τα συναφή εγκλήματα, ανεξάρτητα από την βαρύτητά τους, έστω και αν για κάποιο από αυτά προβλέπεται διαφορετικός τρόπος περάτωσης της ανακρίσεως. Από την ως άνω διάταξη, σαφώς συνάγεται ότι, όταν έχει ασκηθεί ποινική δίωξη για κακούργημα του άρθρου 187 ΠΚ, η περάτωση της κυρίας ανακρίσεως γίνεται πάντοτε και δη αμετάκλητα από το Συμβούλιο Εφετών, το οποίο είναι το μόνο αρμόδιο προς τούτο, αποφαινόμενο με βούλευμά του, όχι μόνον όταν αυτό κρίνει ότι υπάρχουν αποχρώσες ενδείξεις που αφορούν την κατηγορία για το κακούργημα του άρθρου 187 ΠΚ, παραπέμποντας αμετακλήτως τον κατηγορούμενο στο αρμόδιο δικαστήριο, σύμφωνα με το άρθρο 313 ΚΠΔ, αλλά και όταν συντρέχει περίπτωση να μη γίνει κατηγορία για τέτοια πράξη, για την οποία έγινε η ανάκριση, σύμφωνα με τα άρθρα 309 παρ. 1α και 310 παρ. 1 εδ. 1 ΚΠΔ, είτε διότι δεν υπάρχουν καθόλου ενδείξεις ή αυτές που υπάρχουν δεν είναι καθόλου σοβαρές για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο, είτε διότι το γεγονός που αφορά η κατηγορία δεν συνιστά αξιόποινη η πράξη ή υπάρχουν λόγοι που αποκλείουν το άδικο ή τον καταλογισμό καθώς επίσης και όταν συντρέχει περίπτωση να παύσει οριστικώς η ποινική δίωξη για την πράξη αυτή, σύμφωνα με τα άρθρα 309 παρ. 1β και 310 παρ. 1 εδ. 2 ΚΠΔ.
- Εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων. Λόγον αναιρέσεως δεν συνιστά η τυχόν εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και γενικά ο έλεγχος της εκτίμησης των πραγματικών περιστατικών από το συμβούλιο, αφού ο ΄Αρειος Πάγος δεν προβαίνει στην έρευνα της ουσίας της υποθέσεως αλλά θεωρεί ως δεδομένα αυτά που δέχεται το συμβούλιο-, ούτε η μη ειδική μνεία των αποδεικτικών μέσων από τα οποία προέκυψαν τα δεκτά γενόμενα πραγματικά περιστατικά - συνιστά έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας - εφ΄ όσον στην τελευταία περίπτωση, αναφέρονται κατ΄είδος τα αποδεικτικά μέσα και η μνεία ότι ελήφθησαν υπόψη όλα.
- Στοιχεία έκρηξης. Για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της έκρηξης αρκεί η χρήση οποιασδήποτε επικίνδυνης ύλης που μπορεί να προκαλέσει αυτή π.χ. βενζίνη- και η οποία μπορεί να γίνει με οποιοδήποτε τρόπο. Εκρηκτικά μηχανήματα αποτελούν και οι "βόμβες μολότωφ" η έννοια της οποίας είναι κοινώς γνωστή. Επομένως όταν γίνεται χρήση, ή μάλλον όταν γίνεται δεκτόν ότι ο δράστης εκτόξευσε ή εκτόξευε "βόμβες μολότωφ" καθίσταται σαφές τί δέχεται το συμβούλιο και δεν χρειάζεται να αναφέρει και τα αποτελούντα υλικά αυτών. Κατασκευή είναι και η δημιουργία-κατασκευή "βόμβας μολότωφ".

Διατάξεις:

ΠΚ: 42, 45, 94, 98, 187, 187Α, 216, 270, 272, 299, 372
ΚΠΔ: 111, 128, 129, 130, 131, 313, 308, 309, 310, 474, 476, 485, 583
ΝΔ: 1244/1972 άρθ. 1, 9, 10
Νόμοι: 2168/1993 άρθ. 5, 8, 15, 2928/2001 άρθ. 7, 3251/2004 άρθ. 42, 3431/2006 άρθ. 62, 70, 1608/1950, 1738/1987 άρθ. 5, 663/77 άρθ. 20, 21, 1916/90 άρθ. 10, 1780/1988 άρθ. 1, 652/77 άρθ. 2, 3451/2004 άρθ. 42
Σ: 28, 97
νιόβηΑριθμός 1966/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ε΄ Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πολύκαρπο Βούλγαρη, Αντιπρόεδρο, Δημήτριο Κιτρίδη και Κωνσταντίνο Κούκλη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Καίσαρη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου.

Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 17 Νοεμβρίου 2006, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου XXX, που δεν παραστάθηκε στο συμβούλιο, περί αναιρέσεως του υπ΄ αριθμ. 2008/2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Με συγκατηγορούμενους τους: XXX.

Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτό, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 6.10.2006 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1768/2006.

Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Παναγιώτης Καίσαρης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή με αριθμό 510/ 14.11.2006, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
Ι) Κατά των XXX ασκήθηκε ποινική δίωξη για 1) έκρηξη κατ' εξακολούθηση 2) απόπειρα ανθρωποκτονίας κατά συρροή και κατ΄ εξακολούθηση, 3) παραβάσεις σχετικές με τις εκρηκτικές ύλες 4) διακεκριμένη περίπτωση του Νόμου περί όπλων 5) σύσταση και συμμορία 6) κλοπή κατ’ εξακολούθηση 7) παράνομη κατοχή κυνηγετικού όπλου 8) πλαστογραφία 9) παράνομη κατοχή ασυρμάτων....-270 περ. β, 299 παρ. 1 και 42, 272 παρ. 1, 5 παρ. 1 εδ. α Ν. 2168/93, 187 παρ. 1, 372 παρ. 1, 8 παρ. 1, 5 ν. 2168/93, 216 παρ. 1, 1 παρ. 4, 10 παρ. 1 νδ 1244/72, 98, 94 ΠΚ-.
Διενεργήθηκε κυρία ανάκριση, μετά το πέρας της οποίας το συμβούλιο Εφετών Αθηνών- κατ΄ εφαρμογή του άρθρου 7 ν. 2928/2001- όπως τροπ. με το άρθρο 42 παρ. 5 ν. 3251/2004- και 128, 129, 130 ΚΠοινΔ εξέδωσε το υπ΄ αριθμ. 2008/26-9-2006 βούλευμά του, με το οποίο παρέπεμψε στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου -για κακουργήματα- Αθηνών τους 1) XXX 2)XXX. για να δικαστούν ως υπαίτιοι τελέσεως και δη ο πρώτος για έκρηξη κατ' εξακολούθηση, παραβάσεις σχετικές με τις εκρηκτικές ύλες (=κατασκευή, προμήθεια, κατοχή μολότωφ και άλλων αντικειμένων με εκρηκτικά υλικά), διακεκριμένη περίπτωση οπλοκατοχής, συγκρότηση συμμορίας, κλοπή κατ' εξακολούθηση, παράνομη κατοχή κυνηγετικού όπλου, παράνομη κατοχή ασυρμάτου και πλαστογραφία -45, 994 παρ. 1, 98, 187 παρ. 3, 270 περ. β, 272 παρ. 1, 216 παρ. 1, 372 παρ. 1, 8 παρ. 1 , 5 και 15 παρ. 1 εδ. α ν. 2168/93, 1 παρ. 4 και 10 παρ. 1 νδ 1244/72.
Το άνω βούλευμα επιδόθηκε στον ίδιο τον XXX στις 29-9-2006 (βλ. το από 29-9-2006 αποδεικτικό επιδόσεως του γραμματέα των ΔΦΚ, όπου κρατείται, ο παραπεμπόμενος) και κατ΄ αυτού άσκησε ενώπιον του γραμματέα Εφετών Αθηνών δια πληρεξουσίου και δη δια της από 3-10-2006 εξουσιοδοτήσεώς του, στην οποία βεβαιώνεται το γνήσιο της υπογραφής του από τον Προϊστάμενο της υπηρεσίας των φυλακών κρατήσεώς του, την υπ΄ αριθμ. 113/6-10-2006 έκθεση αναίρεσης για υπέρβαση εξουσίας, έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και έλλειψη νόμιμης βάσης και ειδικότερα διότι α) αφού χώρησε απαλλαγή για το κακούργημα της παρ. 1 του άρθρου 187 ΠΚ έπρεπε να κηρύξει εαυτό αναρμόδιο, αφού το άρθρο 7 ν. 2928/2001 αφορά μόνο κακουργήματα του άρθρου 187 ΠΚ β) δεν αναφέρει τα χαρακτηριστικά στοιχεία της έκρηξης αλλά αρκείται στη χρήση της λέξεως "βόμβας μολότωφ", η οποία δεν αρκεί για την κατάφαση του άνω εγκλήματος. Επίσης δεν αναφέρει πού στηρίζει την από μέρους του (αναιρεσείοντος) -"εκτόξευση μολότωφ", τα δε δεκτά γενόμενα πραγματικά περιστατικά σε σχέση με το έγκλημα της έκρηξης δεν αρκούν για την παραπομπή του. Επίσης δεν αιτιολογεί την από μέρους του κατοχή, προμήθεια, κατασκευή και χρήση βομβών μολότωφ και δη δεν αιτιολογεί γιατί η φερόμενη φωτογραφία όντως απεικονίζει ότι οι φιάλες βρίσκονται στην κατοχή του και από τί είναι αυτές. Τέλος, γ) ενώ παραπέμπεται για παράβαση των άρθρων 9, 10 νδ 1244/72 αυτά έχουν ήδη καταργηθεί με το άρθρο 70 ν. 3431/2006. Καθίσταται επομένως σαφώς ότι σε σχέση με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως αυτός αναφέρεται σε υπέρβαση εξουσίας του προσβαλλομένου βουλεύματος και σε σχέση με την έλλειψη αιτιολογίας και έλλειψη νόμιμης βάσεως οι λόγοι αναιρέσεως αναφέρονται στα εγκλήματα της έκρηξης, της κατασκευής - προμήθειας- κατοχής - εκρηκτικών υλών και παράνομης κατοχής ασυρμάτων.
ΙΙ) Επειδή προ πάσης έρευνας περί της βασιμότητας ή μη των λόγων αναιρέσεως πρέπει να ερευνηθεί και καταφαθεί ότι αυτή έχει ασκηθεί νομότυπα, διότι σε διαφορετική περίπτωση, εάν δηλ. κριθεί ότι το προσβαλλόμενο βούλευμα δεν υπόκειται σε αναίρεση είναι και πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη κατά το άρθρο 476 παρ. 1 ΚΠοινΔ. Όντως το άνω βούλευμα εκδόθηκε κατ΄ εφαρμογή του άρθρου 7 ν. 2928/2001, όπως το πρώτο εδάφιο αυτού τροποποιήθηκε με το άρθρο 42 παρ. 5 ν. 3251/2004. Κατά το άνω άρθρο "Η περάτωση της κυρίας ανάκρισης για τα κακουργήματα των άρθρων 187 και 187 Α του Ποινικού Κώδικα κηρύσσεται από το συμβούλιο Εφετών. Για το σκοπό αυτόν η δικογραφία διαβιβάζεται αμέσως μετά την τελευταία ανακριτική πράξη από τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών στον Εισαγγελέα Εφετών, ο οποίος, αν κρίνει ότι η ανάκριση δεν χρειάζεται συμπλήρωση, την εισάγει με πρότασή του στο Συμβούλιο Εφετών, που αποφαίνεται αμετάκλητα ακόμη και για τα συναφή εγκλήματα, ανεξάρτητα από τη βαρύτητά τους, έστω και αν για κάποιο από αυτά προβλέπεται διαφορετικός τρόπος περάτωσης της ανάκρισης". Από την ως άνω διάταξη σαφέστατα συνάγεται ότι όταν έχει ασκηθεί ποινική δίωξη για κακούργημα του άρθρου 187 ΠΚ, ήτοι όπως εδώ - 187 παρ. 1 ΠΚ-, η περάτωση της κυρίας ανάκρισης γίνεται πάντοτε και δη αμετάκλητα από το συμβούλιο Εφετών. Η νομοθετική βούληση είναι σαφέστατη. Η έρευνα της ουσίας της υπόθεσης όταν η τελευταία περιλαμβάνει κακούργημα του άρθρου 187 ΠΚ γίνεται μόνο από το συμβούλιο Εφετών, το οποίο αποφαίνεται αμετάκλητα. Η κατά τα άνω έρευνα της ουσίας της υπόθεσης από το συμβούλιο Εφετών δεν συνδέεται μόνο με παραπομπή του κατηγορουμένου ή κατηγορουμένων για κακούργημα του άρθρου 187 (ή 187 Α) ΠΚ. Τούτο όχι μόνο δεν προκύπτει ούτε από το κείμενο του ρηθέντος άρθρου, από το οποίο προκύπτει σαφέστατα το αντίθετο -"Η περάτωση της κυρίας ανάκρισης"- ούτε και από το σκοπό της διάταξης αυτής, θα αποτελούσε δε σχήμα οξύμωρο το αντίθετο και δη να αποφαίνεται το συμβούλιο για την περάτωση της κυρίας ανάκρισης, ήτοι να ερευνά την ουσία της υπόθεσης - η οποία μπορεί να έχει και άλλα κακουργήματα - και όταν κρίνει ότι δεν στοιχειοθετείται κακούργημα του άρθρου 187 ή 187Α ΠΚ να κηρύσσεται αναρμόδιο. Διερωτάται κανείς τί είδους περάτωση είναι αυτή και τί είδους βούλευμα θα εκδώσει το συμβούλιο Εφετών και ποιόν υποχρεώνει αυτό, αφού εκδίδεται ανεξάρτητα ασκήσεως ενδίκου μέσου; ΄Εχει δηλ. υποχρέωση το συμβούλιο Εφετών να ερευνήσει και δη μετά από αξιολόγηση του όλου ανακριτικού υλικού μόνο εάν στοιχειοθετείται ή όχι κακούργημα του άρθρου 187 ή 187 Α ΠΚ και μόνο σε θετική περίπτωση να προχωρήσει περαιτέρω, εάν δε κρίνει ότι δεν στοιχειοθετείται κακούργημα του άρθρου 187 ή 187Α ΠΚ τότε αποφαίνεται γι΄αυτό, και μόνο γι΄αυτό και για τα άλλα να κηρυχθεί αναρμόδιο. Η τελευταία περίπτωση δεν πρέπει να συγχέεται με την συναφή μεν αλλά διαφορετική περίπτωση που εκλείπει η συνάφεια, αφού εδώ η λύση της συνάφειας λαμβάνει χώρα μετά από ουσιαστική έρευνα της όλης υπόθεσης (πρβλ. 131 ΚΠΔ και ΑΠ 37/55, Μπουρόπουλο Ερμ. ΚΠΔ τομ. Α σελ. 191).
Το ότι έτσι έχει το ζήτημα, ότι δηλ. το συμβούλιο Εφετών ερευνά πάντοτε και δη αμετάκλητα την ουσία της όλης υπόθεσης και ανεξάρτητα του είδους του βουλεύματος που εκδίδει, προκύπτει και από το ότι το συμβούλιο Εφετών εκδίδει οποιοδήποτε βούλευμα τούτο κρίνει και το οποίο αρμόζει στη συγκεκριμένη περίπτωση (βλ. και ΑΠ 291/2002,- αφού κανείς δεν μπορεί να το υποχρεώσει να εκδώσει μόνο παραπεμπτικό βούλευμα-) αλλά κυρίως από τον σκοπό της ρηθείσης διάταξης που συνίσταται στην ταχεία περάτωση των σχετικών υποθέσεων. Ειδικότερα, κατά την εισηγητική έκθεση του άρθρου 7 ν. 2928/2001 "Με τη διάταξη του άρθρου 7 ρυθμίζεται ο τρόπος περάτωσης της κυρίας ανάκρισης για τα κακουργήματα του άρθρου 187 ΠΚ και των συναφών με αυτά πράξεων. ΄Ετσι αρμόδιο για την περάτωση και την παραπομπή ή τη μη παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο είναι το συμβούλιο Εφετών, που αποφαίνεται αμετάκλητα. Πρόκειται για τη ρύθμιση που ισχύει σήμερα για τα κακουργήματα του ν. 1608/1950, σύμφωνα με την παράγραφο 7 του άρθρου 5, του ν. 1738/1987. (= εδ. γ της παρ. 1 του άρθρου 308 ΚΠΔ). Με τον τρόπο αυτόν και επιταχύνεται η διαδικασία, με την αποφυγή της έκδοσης τριών βουλευμάτων, αλλά και ανατίθεται η κρίση και η ευθύνη για την παραπομπή ή μη του κατηγορουμένου στο ακροατήριο σε ένα έμπειρον δικαστικό σχηματισμό, όπως είναι το Συμβούλιο Εφετών" (βλ. την εισηγητική αυτή έκθεση και σε ΠΧρ ΝΑ (2001) σελ. 1012). Μάλιστα το σχετικό ζήτημα συζητήθηκε και κατά την ψήφιση του άρθρου αυτού πλην όμως δεν άλλαξε (βλ. πρακτικά Βουλής 7-6-2001 σελ. 9181, 9191) πρβλ. και Μανωλεδάκη - Ασφάλεια και Ελευθερία (2002) = Ερμηνεία του ν. 2928/2001 σελ. 176-7, Συμεωνίδου - Καστανίδου ΠοινΔ 2001 σελ. 698 στο τέλος-). ΄Ετσι, και σε σχέση με τα εγκλήματα του ν. 1608/50 για τα οποία έχει ασκηθεί ποινική δίωξη, όταν το συμβούλιο Εφετών αποφαίνεται να μην γίνει κατηγορία γι΄αυτά, και παραπέμπει για άλλο έγκλημα που δεν υπάγεται σ΄αυτά, το σχετικό βούλευμα είναι αμετάκλητο (βλ. ΑΠ 291/2002, ΑΠ 686/2002, ΑΠ 1163/2004, ΑΠ 2380/2004, και δη ΑΠ 1040/2005). Το λεγόμενο ότι στην περίπτωση αυτή ο παραπεμπόμενος στερείται του ενός βαθμού δικαιοδοσίας και δη του πρώτου, στερείται βασιμότητας όχι μόνο διότι τούτο είναι σύνηθες (βλ. άρθρα 20,21 ν. 663/77 και όσα υπάγονται σ΄ αυτά υπό το άρθρο 111 ΚΠΔ Αθ. Κονταξή (2006) σελ. 909, 910) αλλά και διότι η καθιέρωση ενδίκων μέσων και δη κατά βουλευμάτων δεν στηρίζεται σε κάποια υπερνομοθετική διάταξη (=Σύνταγμα ή διεθνή σύμβαση του άρθρου 28 Συντ) - βλ. μόνο ΑΠ 209/2005 - αφού ο παραπεμπόμενος μπορεί να προβάλλει τους ισχυρισμούς του στο δικαστήριο (ακροατήριο). ΄Ετσι έχει γίνει δεκτό -και ορθά- ότι και η ρηθείσα διάταξη του εδ. γ του άρθρου 308 ΚΠΔ), ή (όπως αναφέρει η εισηγητική έκθεση του υπό κρίση άρθρου 7 ν. 2928/2001) του άρθρου 5 παρ. 7 ν. 1738/87, δεν αντίκειται σε δικαίωμα του κατηγορουμένου, που να προστατεύεται από το Σύνταγμα ή την ΕυρΣΔΑ ή τη συνθήκη ΕΟΚ κλπ (βλ. ΑΠ 636/2003, ΑΠ 174/2001, ΑΠ 1404/2003 κ.α.), όπως επίσης και αυτή αύτη η επίδικη διάταξη του άρθρου 7 ν. 2928/2001 βλ. ΑΠ 464/2003, ΑΠ 177/2005 κ.α. -Να σημειωθεί εδώ ότι και η αντίστοιχη διάταξη του άρθρου 7 ν. 2928/2001 σε σχέση με το άρθρο 187 ΠΚ, διάταξη του άρθρου 10 παρ. 6 ν. 1916/90 παρέπεμπε για την περάτωση της ανάκρισης στα άρθρα 20,21 ν. 663/77 -.
Επομένως το κρίσιμο ζήτημα είναι η ασκηθείσα ποινική δίωξη. Εάν αυτή αφορά και κακούργημα του άρθρου 187 (ή 187 Α) ΠΚ τότε η κυρία ανάκριση περατώνεται πάντοτε με αμετάκλητο βούλευμα του συμβουλίου Εφετών.
-Να σημειωθεί μάλιστα εδώ ότι ο Εισαγγελέας Εφετών έκρινε ότι συντρέχουν αποχρώσες ενδείξεις ενοχής των τριών κατηγορουμένων (μεταξύ των οποίων και ο αναιρεσείων) για κακούργημα του άρθρου 187 ΠΚ γι΄ αυτό και εισήγαγε επί της ουσίας και με την επί της ουσίας πρότασή του στο συμβούλιο Εφετών-. Ενόψει των ανωτέρω η υπό κρίση αναίρεση είναι και πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη - 476 παρ. 1 ΚΠΔ.
ΙΙΙ) Εάν ήθελε θεωρηθεί ότι η υπό κρίση αναίρεση έχει ασκηθεί νομότυπα, και τότε δεν πρέπει να γίνει δεκτός ο πρώτος λόγος αναίρεσης αφού αυτός στηρίζεται στην εσφαλμένη, όπως ελέχθη, προϋπόθεση ότι η αρμοδιότητα του συμβουλίου Εφετών συνδέεται μόνο με την παραπομπή του κατηγορουμένου για κακούργημα του άρθρου 187 (ή 187 Α) ΠΚ.
ΙV) Σε σχέση με τους άλλους λόγους αναίρεσης πρέπει να σημειωθούν τα εξής: Από τα άρθρα 474 παρ. 2, 485 παρ. 2 ΚΠοινΔ σαφώς προκύπτει ότι το μεταβιβαζόμενο αποτέλεσμα της αναίρεσης προσδιορίζεται από την έκταση και το περιεχόμενο των προβαλλομένων λόγων, στην έρευνα των οποίων περιορίζεται ο ΄Αρειος Πάγος, που είχε εξουσία να κρίνει μόνο για εκείνα τα μέρη του προσβαλλομένου βουλεύματος στα οποία αναφέρονται οι λόγοι αναίρεσης που προτείνει ο αναιρεσείων. Επομένως στην συγκεκριμένη περίπτωση, εάν εξαιρεθεί ο πρώτος λόγος αναίρεσης, οι άλλοι λόγοι περιορίζονται μόνο στα αναφερόμενα εγκλήματα (βλ. πιο πάνω). Επειδή λόγον αναιρέσεως δεν συνιστά η τυχόν εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων (βλ. ΑΠ 1560/94, ΑΠ 292/90, ΑΠ 33/89, Α.Π. 956/2003, ΑΠ 859/2001, ΑΠ 451/2000, ΑΠ 1880/2005, ΑΠ 111/2004 κ.α), και γενικά ο έλεγχος της εκτίμησης των πραγματικών περιστατικών από το συμβούλιο, αφού ο ΄Αρειος Πάγος δεν προβαίνει στην έρευνα της ουσίας της υποθέσεως αλλά θεωρεί ως δεδομένα αυτά που δέχεται το συμβούλιο-, ούτε η μη ειδική μνεία των αποδεικτικών μέσων από τα οποία προέκυψαν τα δεκτά γενόμενα πραγματικά περιστατικά - συνιστά έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας (βλ. ΑΠ 727/2000, ΑΠ 354/2001, ΑΠ 948/2001 κ.α)- εφ΄ όσον στην τελευταία περίπτωση, αναφέρονται κατ΄είδος τα αποδεικτικά μέσα και η μνεία ότι ελήφθησαν υπόψη όλα.
Επειδή για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της έκρηξης αρκεί η χρήση οποιασδήποτε επικίνδυνης ύλης που μπορεί να προκαλέσει αυτή (βλ. ΑΠ 1880/2005 ΠΧρ 2006 σελ. 518, ΑΠ 315/72 περ. ΚΒ 528) π.χ. βενζίνη- και η οποία μπορεί να γίνει με οποιοδήποτε τρόπο. Εκρηκτικά μηχανήματα αποτελούν και οι "βόμβες μολότωφ" (βλ. ΑΠ 456/2004, ΑΠ 646/2000, ΑΠ 2050/2003, ΑΠ 626/95 κ.α), η έννοια της οποίας είναι κοινώς γνωστή (βλ. και ΑΠ 1354/2003).
Επομένως όταν γίνεται χρήση, ή μάλλον όταν γίνεται δεκτόν ότι ο δράστης εκτόξευσε ή εκτόξευε "βόμβες μολότωφ" καθίσταται σαφές τί δέχεται το συμβούλιο και δεν χρειάζεται να αναφέρει και τα αποτελούντα υλικά αυτών. Κατασκευή είναι και η δημιουργία-κατασκευή "βόμβας μολότωφ". (βλ. και ΑΠ 646/2000). Ενόψει των ανωτέρω, με αυτά που δέχθηκε το συμβούλιο Εφετών Αθηνών πράγματι περιέχει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που στοιχειοθετούν τα εγκλήματα στα οποία αναφέρονται οι λόγοι αναίρεσης, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προκύπτουν αυτά και οι σκέψεις για την υπαγωγή τους στις οικείες ποινικές διατάξεις. Μάλιστα δε όχι μόνο περιέχει τη χρήση της φράσεως "βόμβες μολότωφ" αλλά και σε τι συνίστανται αυτές (βλ. φύλλο 39 αυτού). Οι άλλοι λόγοι αναφέρονται σε φερόμενη λανθασμένη εκτίμηση πραγματικών περιστατικών που δεν ελέγχεται αναιρετικά.
Τέλος σε σχέση με την παράβαση του άρθρου 10 παρ. 1 νδ 1244/72 (όπως τροπ. με το άρθρο 1 ν. 1780 (όχι 178)-/1988 και 2 ν. 652/77) πράγματι το άρθρο αυτό (όπως και το άρθρο 9) του άνω νδ 1244/72, που προβλέπει τις ποινικές κυρώσεις της κατοχής CB, καταργήθηκε με το άρθρο 70 παρ. 2 περ. θαα του ν. 3431/2006, ΦΕΚ 13Α/3-2-2006 (που ισχύει από 3-2-2006), πλην όμως η αυτή πράξη εξακολουθεί να είναι αξιόποινη (βλ. άρθρο 62 του άνω νόμου).
V). Για την ολοκλήρωση του θέματος, θα πρέπει να σημειωθεί ότι η γενομένη παραπομπή είναι σε σχέση με το δικαστήριο εσφαλμένη αφού αρμόδιο για το βαρύτερο από τα εγκλήματα για τα οποία χώρησε η παραπομπή (=έκρηξη, (270 ΠΚ) παραβάσεις σχετικές με τις εκρηκτικές ύλες (272 ΠΚ) και διακεκριμένες περιπτώσεις του άρθρου 15 ν. 2168/93) είναι η έκρηξη, η οποία όμως υπάγεται στο ΜΟΔ (πρβλ ΑΠ 113/90, ΑΠ 11/86 κ.α) ενόψει των άρθρων 97 Συντ., 111, 128, 129 ΚΠοινΔ.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Προτείνω όπως απορριφθεί ως απαράδεκτη η υπ΄ αριθ. 113/6-10-2006 αίτηση αναιρέσεως του ΧΧΧ κατά του υπ΄ αριθμ. 2008/26-9-2006 βουλεύματος του συμβουλίου Εφετών Αθηνών και να επιβληθούν τα έξοδα σε βάρος αυτού.

Αθήνα 11-11-2006

Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου
Αθανάσιος Κονταξής

Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 7 του Ν. 2928/2001, όπως το πρώτο εδάφιο αυτού τροποποιήθηκε με το άρθρο 42 παρ. 5 του Ν. 3251/2004, η περάτωση της κυρίας ανακρίσεως για τα κακουργήματα των άρθρων 187 και 187Α του ΠΚ, κηρύσσεται από το Συμβούλιο Εφετών. Για το σκοπό αυτόν η δικογραφία διαβιβάζεται αμέσως μετά την τελευταία ανακριτική πράξη από τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών στον Εισαγγελέα Εφετών, ο οποίος αν κρίνει ότι η ανάκριση δεν χρειάζεται συμπλήρωση, την εισάγει με πρότασή του στο Συμβούλιο Εφετών, που αποφαίνεται αμετάκλητα, ακόμη και για τα συναφή εγκλήματα, ανεξάρτητα από την βαρύτητά τους, έστω και αν για κάποιο από αυτά προβλέπεται διαφορετικός τρόπος περάτωσης της ανακρίσεως. Από την ως άνω διάταξη, σαφώς συνάγεται ότι, όταν έχει ασκηθεί ποινική δίωξη για κακούργημα του άρθρου 187 ΠΚ, η περάτωση της κυρίας ανακρίσεως γίνεται πάντοτε και δη αμετάκλητα από το Συμβούλιο Εφετών, το οποίο είναι το μόνο αρμόδιο προς τούτο, αποφαινόμενο με βούλευμά του, όχι μόνον όταν αυτό κρίνει ότι υπάρχουν αποχρώσες ενδείξεις που αφορούν την κατηγορία για το κακούργημα του άρθρου 187 ΠΚ, παραπέμποντας αμετακλήτως τον κατηγορούμενο στο αρμόδιο δικαστήριο, σύμφωνα με το άρθρο 313 ΚΠΔ, αλλά και όταν συντρέχει περίπτωση να μη γίνει κατηγορία για τέτοια πράξη, για την οποία έγινε η ανάκριση, σύμφωνα με τα άρθρα 309 παρ. 1α και 310 παρ. 1 εδ. 1 ΚΠΔ, είτε διότι δεν υπάρχουν καθόλου ενδείξεις ή αυτές που υπάρχουν δεν είναι καθόλου σοβαρές για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο, είτε διότι το γεγονός που αφορά η κατηγορία δεν συνιστά αξιόποινη η πράξη ή υπάρχουν λόγοι που αποκλείουν το άδικο ή τον καταλογισμό καθώς επίσης και όταν συντρέχει περίπτωση να παύσει οριστικώς η ποινική δίωξη για την πράξη αυτή, σύμφωνα με τα άρθρα 309 παρ. 1β και 310 παρ. 1 εδ. 2 ΚΠΔ.
Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση της δικογραφίας προκύπτουν τα ακόλουθα: Κατά του αναιρεσείοντος και δύο άλλων ασκήθηκε ποινική δίωξη για: 1) έκρηξη κατ' εξακολούθηση, 2) απόπειρα ανθρωποκτονίας κατά συρροή και κατ' εξακολούθηση, 3) παραβάσεις σχετικές με τις εκρηκτικές ύλες, 4) διακεκριμένη περίπτωση του νόμου περί όπλων, 5) σύσταση και συμμορία, 6) κλοπή κατ' εξακολούθηση, 8) πλαστογραφία και 9) παράνομη κατοχή ασυρμάτων (άρθρα 270 περ. β, 299 παρ. 1 και 42, 272 παρ. 1 ΠΚ, 5 παρ. 1 εδ. α Ν. 2168/1993, 187 παρ. 1, 372 παρ. 1, ΠΚ 8 παρ. 1, 5 Ν. 2168/1993, 216 παρ. 1, ΠΚ, 4, 10 ΝΔ 1244/1972, 94 και 98 ΠΚ, διεξάχθη δε και ενεργήθη κυρία ανάκριση, μετά το πέρας της οποίας, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, σύμφωνα με το άρθρο 7 Ν. 2928/2001, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 42 παρ. 3 του Ν. 3451/2004, 128, 129 και 130 ΚΠΔ, εξέδωσε το προσβαλλόμενο βούλευμα, με το οποίο παρέπεμψε στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών τον αναιρεσείοντα και τους συγκατηγορουμένους του, για να δικασθούν, ως υπαίτιοι και δη ο αναιρεσείων εκρήξεως κατ' εξακολούθηση, παραβάσεων σχετικών με τις εκρηκτικές ύλες, διακεκριμένης περιπτώσεως οπλοκατοχής, συγκρότησης συμμορίας, κλοπής κατ' εξακολούθηση, παράνομης κατοχής κυνηγετικού όπλου, παράνομης κατοχής ασυρμάτου και πλαστογραφίας (άρθρα 45, 94 παρ. 1, 98, 187 παρ. 3, 270 περ. β, 272 παρ. 1, 216 παρ. 1, 372 παρ. 1 ΠΚ, 8 παρ. 1, 5 και 15 παρ. 1 εδ. α Ν. 2168/1993, 1 παρ. 4 και 10 παρ. 1 Ν.Δ. 1244/1972).
Με βάση τα αναπτυχθέντα στη μείζονα νομική σκέψη, και όσα ο Εισαγγελέας αναφορικά με το απαράδεκτο της αιτήσεως προτείνει, στην πρόταση του οποίου και το Συμβούλιο συμπληρωματικώς αναφέρεται, το εκδοθέν και προσβαλλόμενο με την αίτηση αναιρέσεως βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών είναι αμετάκλητο. Άρα, η κατ' αυτού ασκηθείσα αίτηση αναιρέσεως, πρέπει, σύμφωνα με το άρθρο 476 παρ. 1 ΚΠΔ, να απορριφθεί, ως απαράδεκτη και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 6.10.2006 αίτηση του ΧΧΧ για αναίρεση του υπ' αριθ. 2008/2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία προσδιορίζει σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 28 Νοεμβρίου 2006 . Και,

Εκδόθηκε στην Αθήνα την 1η Δεκεμβρίου 2006.-