1. Skip to Main Menu
  2. Skip to Content
  3. Skip to Footer
Καλως ήρθατε στο ανανεωμένο FOGGS.gr

-Σύμβαση εμπορικής συνεργασίας.

 E-mail

-Σύμβαση εμπορικής συνεργασίας. Είναι η σύμβαση με την οποία τρίτος, που αποκαλείται εμπορικός αντιπρόσωπος, αναλαμβάνει έναντι αμοιβής (προμήθειας), σε μόνιμη βάση, για ορισμένο ή αόριστο χρόνο, συνήθως σε ορισμένη εδαφική περιοχή, με την ιδιότητα του ανεξάρτητου μεσολαβητή είτε να διαπραγματεύεται, για λογαριασμό του αντιπροσωπευομένου, την πώληση ή την αγορά εμπορευμάτων, είτε να διαπραγματεύεται και να συνάπτει τις πράξεις αυτές στο όνομα και για λογαριασμό του αντιπροσωπευομένου. Καταρτίζεται εγγράφως. Το έγγραφο έχει, κατά την ορθότερη άποψη, αποδεικτικό χαρακτήρα.
-Σύμβαση αποκλειστικής διανομής. Είναι διαρκής αμφοτεροβαρής ενοχική σύμβαση ορισμένου ή αορίστου χρόνου, με την οποία, ο μεν προμηθευτής αναλαμβάνει την υποχρέωση, να πωλεί κατ' αποκλειστικότητα στο διανομέα τα προϊόντα του και να του παρέχει συνεχή υποστήριξη, εφοδιάζοντάς τον σε όλη τη διάρκεια της σύμβασης, ο δε διανομέας να αγοράζει αποκλειστικά από τον προμηθευτή τα σχετικά προϊόντα, για τα οποία οφείλει, να του καταβάλλει το συμφωνημένο τίμημα, και να τα μεταπωλεί στο δικό του όνομα, για δικό του λογαριασμό και με δικό του κίνδυνο, οργανώνοντας όμως την επιχείρησή του κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να είναι ενταγμένη στο δίκτυο διανομής του παραγωγού εμπόρου και να τηρεί τους δικούς του εμπορικούς όρους, όπως διαφήμιση, σήματα και τρόπο εξυπηρέτησης πελατών.
-Η σύμβαση αποκλειστικής διανομής λύεται με την παρέλευση του συμφωνημένου χρόνου διάρκειας της, ή με καταγγελία των συμβαλλομένων, όταν είναι αορίστου χρόνου και με την τήρηση ορισμένης προθεσμίας.
-Αποζημίωση πελατείας και αξίωση ανόρθωσης ζημίας.

Διατάξεις:

ΑΚ: 281, 361, 719, 724, 725, 914, 919
ΕισΝΑΚ: 3
ΚΠολΔ: 70, 339, 395
ΕμπΝ: 90, 91
ΠΔ: 312/1995 αρθ. 6, 88/1994 άρθ. 2, 249/1993, 219/1991 άρθ. 8, 9
Οδηγία: 86/653/ΕΟΚ
Ρούλα(Απόσπασμα)

Αριθμός 39/2004

Πολυμελές Πρωτοδικείο Βέροιας

Πρόεδρος: Αθανασίας Στάγκου
Δικαστές Α. Ντίτουρας, Ε. Χαμπεροπούλου (Εισηγήτρια)
Δικηγόροι: Ν. Μιλτσανίδης, Α. Οργαντζόγλου, Κ. Γιοβανόπουλος, Σ. Δέδες, Δ. Κωστής

… Η σύμβαση εμπορικής συνεργασίας είναι η σύμβαση με την οποία τρίτος, που αποκαλείται εμπορικός αντιπρόσωπος, αναλαμβάνει έναντι αμοιβής (προμήθειας), σε μόνιμη βάση, για ορισμένο ή αόριστο χρόνο, συνήθως σε ορισμένη εδαφική περιοχή, με την ιδιότητα του ανεξάρτητου μεσολαβητή είτε να διαπραγματεύεται, για λογαριασμό του αντιπροσωπευομένου, την πώληση ή την αγορά εμπορευμάτων, είτε να διαπραγματεύεται και να συνάπτει τις πράξεις αυτές στο όνομα και για λογαριασμό του αντιπροσωπευομένου. Έτσι βασικά χαρακτηριστικά της σύμβασης αυτής είναι: 1. Ο αμφοτεροβαρής χαρακτήρας της, 2. Η σταθερότητα της σχέσης. 3. Η διάρκεια της παροχής του εμπορικού αντιπροσώπου. 4. Η αυτοτέλεια και ανεξαρτησία της παροχής του τελευταίου (οργανώνει ελεύθερα την εμπορική του δραστηριότητα, έχει δική του επαγγελματική στέγη, μπορεί να διατηρεί δίκτυο υποαντιπροσώπων), και 5. η ενέργειά του στο όνομα και για λογαριασμό του αντιπροσωπευομένου, που αποτελεί το κύριο εννοιολογικό στοιχείο της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας, δεδομένου ότι τα υπόλοιπα χαρακτηριστικά δεν είναι πάντοτε ούτε σταθερά ούτε ασφαλή. Η σύμβαση αυτή ήδη ρυθμίζεται από το π.δ. 219/1991 «περί εμπορικών αντιπροσώπων σε συμμόρφωση προς την οδηγία 86/653/ΕΟΚ του Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων», όπως ισχύει μετά τα π.δ. 249/1993, 88/94 και 312/1995 και σύμφωνα με το άρθρο 8 παρ. 1 αυτού καταρτίζεται εγγράφως. Το έγγραφο στην περίπτωση αυτή έχει, κατά την ορθότερη άποψη, αποδεικτικό και όχι συστατικό χαρακτήρα. Οι διατάξεις του διατάγματος αυτού εφαρμόζονται στις συμβάσεις, που συνάπτονται μετά την έναρξη της ισχύος του, ενώ για τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των μερών από συμβάσεις, που είχαν συναφθεί πριν από την ισχύ του, εφαρμόζονται οι διατάξεις του από την 1.1.94 (άρθρο 11), υπό την έννοια προφανώς ότι οι συμβάσεις αυτές θα εξακολουθούν να λειτουργούν και μετά την ημερομηνία αυτή. Διαφορετικά, εφόσον έχουν λήξει, από έλλειψη ειδικών διατάξεων στον εμπορικό νόμο, εφαρμόζονται κατά πάγια νομολογία οι διατάξεις περί παραγγελίας του άρθρου 90 του ΕμπΝ, οι οποίες συμπληρώνονται κατά τα άρθρα 91 ΕμπΝ και 3 ΕισΝΑΚ από τις διατάξεις περί εντολής, μεταξύ των οποίων και οι διατάξεις των άρθρων 719 εδ. α', 724, 725 ΑΚ (ΑΠ 1612/2002 ΕλλΔνη 44.714, ΕφΑθ 874/2002 ΕλλΔνη 44.248-250, ΕφΑθ 4179/2002 ΕλλΔνη 2003.206 (ΕφΑθ 6846/2002 ΕλλΔνη 44.207), ΕφΑθ 4729/2001 ΕλλΔνη 43.179, ΕφΠειρ 1246/2001 ΔΕΕ 2001.893). Στη διεθνή εμπορική πρακτική και τη συναφή νομική βιβλιογραφία γίνεται διάκριση μεταξύ της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας αφενός και της σύμβασης αποκλειστικής διανομής αφετέρου. Η τελευταία είναι επίσης μία διαρκής αμφοτεροβαρής ενοχική σύμβαση ορισμένου ή αορίστου χρόνου, με την οποία, με την πιο συνηθισμένη εμφάνισή της στις συναλλαγές, ο μεν παραγωγός ή μεγαλέμπορος (προμηθευτής) αναλαμβάνει την υποχρέωση, να πωλεί κατ' αποκλειστικότητα στον αντισυμβαλλόμενο του διανομέα τα προϊόντα του και να του παρέχει συνεχή υποστήριξη, εφοδιάζοντάς τον σε όλη τη διάρκεια της σύμβασης, ο δε διανομέας να προμηθεύεται (αγοράζει) αποκλειστικά από τον προμηθευτή τα σχετικά προϊόντα, για τα οποία οφείλει, να του καταβάλλει το συμφωνημένο τίμημα, και να τα μεταπωλεί στο δικό του όνομα, για δικό του λογαριασμό και με δικό του κίνδυνο, οργανώνοντας όμως την επιχείρησή του κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να είναι ενταγμένη στο δίκτυο διανομής του παραγωγού εμπόρου και να τηρεί τους δικούς του εμπορικούς όρους, όπως διαφήμιση, σήματα και τρόπο εξυπηρέτησης πελατών. Η ουσία δηλαδή της σύμβασης αυτής συνίσταται στο ότι ο παραγωγός παραχωρεί στο διανομέα αποκλειστικά δικαιώματα πώλησης των εμπορευμάτων του σε ορισμένη περιοχή, με τους δικούς του όμως εμπορικούς όρους (διαφήμιση, σήματα κλπ.). Το κέρδος του διανομέα είναι ότι η προς αυτόν πώληση γίνεται με μειωμένες τιμές. Ο κίνδυνος γι' αυτόν είναι ακριβώς στη μεταπώληση, που ο ίδιος αναλαμβάνει με δική του οργάνωση. Στις βασικές υποχρεώσεις του αποκλειστικού διανομέα ανήκει επίσης η διατήρηση επαρκούς αποθέματος εμπορευμάτων, καθώς και ανάλογου προσωπικού για την καλύτερη δυνατή εξυπηρέτηση του δικτύου διανομής και διάθεσης των πωλήσεων, που αποτελεί τον απώτερο σκοπό της συνεργασίας των συμβαλλομένων και την αντιπαροχή του διανομέα για το παραχωρούμενο δικαίωμα αποκλειστικής διανομής των προϊόντων της συμφωνίας. Τα τυπολογικά χαρακτηριστικά του αποκλειστικού διανομέα (όπως και του εμπορικού αντιπροσώπου) είναι ότι οργανώνει ελεύθερα την εμπορική του δραστηριότητα, είναι ανεξάρτητος έμπορος με δική του επαγγελματική στέγη και υπερασπίζεται τα συμφέροντα του παραγωγού εμπόρου. Όμως, αντίθετα προς ό,τι ισχύει για τον εμπορικό αντιπρόσωπο, ο αποκλειστικός διανομέας α') δεν ενεργεί στο όνομα και για λογαριασμό του προμηθευτή, β') δεν παίρνει προμήθεια και γ') δεν υποχρεούται να μεταφέρει το επιτευχθέν εμπορικό αποτέλεσμα στον προμηθευτή του. Η σύμβαση εμπορικής διανομής δεν ρυθμίζεται από το νόμο, είναι ιδιόρρυθμη σύμβαση με εμπορικό χαρακτήρα (ΑΚ 361), στην οποία κατά την κρατούσα στη νομολογία άποψη εφαρμόζονται αναλογικά όσα ισχύουν στη σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας. Εφαρμόζονται δηλαδή στη σύμβαση αυτή κατ' αναλογία οι διατάξεις για την εντολή, σε συνδυασμό με τις διατάξεις του π.δ. 219/1991 (ΑΠ 849/2002 ΝοΒ 2003.47 και ΕλλΔνη 43.1613, ΑΠ 812/1991 ΕλλΔνη 32.1490, με παρατηρήσεις κάτω από αυτή Μ.Ο. Μαρίνου, ΕφΑθ 874/2002 ό.π. ΕφΑθ 119/2002 Επισκ.ΕΔ 2002.425, ΕφΠειρ 1246/2000 ΔΕΕ 2001.893, ΕφΑθ 3099/1999 ΕλλΔνη 41.146, ΕφΑθ 8316/1999 ΕπισκΕΔ Δ' (2000)1025, βλ. Ν. Φαρμακίδη, Η σύμβαση αποκλειστικής διανομής, σελ. 7-19, Μιχ.θεοδ. Μαρίνο στη Δνη 1991. 1491, παρατηρήσεις υπό την ΑΠ 812/1991). Έτσι και για το λόγο αυτόν ενδείκνυται η αναλογική εφαρμογή και στη σύμβαση αποκλειστικής διανομής των διατάξεων για την εμπορική αντιπροσωπεία του π.δ. 219/1991, ως ισχύει, ιδιαίτερα στο ζήτημα των εκατέρωθεν υποχρεώσεων, της απαγόρευσης ανταγωνισμού, της καταγγελίας της συμβάσεως και της οφειλόμενης στην περίπτωση αυτή αποζημίωσης (άρθρα 4, 6, 8, 9, 10 π.δ. 219/1991). Με βάση τις κατά τα παραπάνω εφαρμοζόμενες διατάξεις, η σύμβαση αποκλειστικής διανομής λύεται με την παρέλευση του συμφωνημένου χρόνου διάρκειας της, ή με καταγγελία των συμβαλλομένων, όταν είναι αορίστου χρόνου και με την τήρηση ορισμένης προθεσμίας (άρθρο 8 παρ. 3 και 4 του π.δ. 219/1991, όπως η παρ. 4 τροποποιήθηκε με το άρθρο 2 του π.δ. 88/1994), μπορεί δε να καταγγελθεί αυτή σε κάθε χρόνο και χωρίς την τήρηση των προθεσμιών της παρ. 4 του άρθρου 8, σε περίπτωση κατά την οποία ένα από τα μέρη παραλείψει την εκτέλεση του συνόλου ή μέρους των συμβατικών υποχρεώσεων, καθώς και σε περίπτωση εκτάκτων περιπτώσεων (άρθρο 8 παρ. 8 π.δ. 219/1991, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 6 παρ. 2 του π.δ. 312/1995). Η σύμβαση δηλαδή μπορεί να λυθεί με καταγγελία που ενεργεί για το μέλλον, χωρίς προθεσμία, όταν υπάρχει σπουδαίος λόγος, που εμπίπτει στη σφαίρα επιρροής του συμβαλλομένου, διαφορετικά εφόσον συντρέχει υπαιτιότητα του άλλου, σε περίπτωση δε άκαιρης, πρόωρης καταγγελίας ή παράβασης των υποχρεώσεων των συμβαλλομένων γεννάται υποχρέωση αποζημίωσης.
Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 9 του π.δ. 219/1991, ο εμπορικός αντιπρόσωπος δικαιούται μετά τη λύση της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας αποζημίωση εάν και εφόσον κατά τη διάρκεια αυτής έφερε νέους πελάτες στον εντολέα, ή προήγαγε σημαντικά τις υποθέσεις με τους υπάρχοντες πελάτες και ο εντολέας διατηρεί ουσιαστικά οφέλη που προκύπτουν από τις υποθέσεις με τους πελάτες αυτούς (άρθρο 9 παρ. 1 α'). Το ποσό της αποζημίωσης αυτής δεν μπορεί να υπερβαίνει ποσό ισοδύναμο με τον μέσο ετήσιο όρο των αμοιβών, που εισέπραξε ο εμπορικός αντιπρόσωπος κατά τα πέντε τελευταία έτη, αν δε η σύμβαση διήρκεσε λιγότερο από πέντε έτη, η αποζημίωση υπολογίζεται με βάση τον μέσο όρο της εν λόγω περιόδου (άρθρο 9 παρ. 1β'). Η χορήγηση αυτής της αποζημίωσης δεν στερεί από τον εμπορικό αντιπρόσωπο την αξίωση για την ανόρθωση της περαιτέρω ζημίας την οποία υπέστη, όπως ορίζεται από τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα (άρθρο 9 παρ. 1γ'). Η άνω αποζημίωση πελατείας δεν οφείλεται όταν ο εντολέας καταγγείλει τη σύμβαση λόγω υπαιτιότητας του εμπορικού αντιπροσώπου, η οποία θα δικαιολογούσε καταγγελία της σύμβασης κατά πάντα χρόνο (άρθρο 9 παρ. 3α'). Με τις άνω διατάξεις καθιερώνεται η λεγόμενη «αποζημίωση πελατείας», η οποία είναι η εύλογη εκείνη αποζημίωση την οποία δικαιούται να αξιώσει ο εμπορικός αντιπρόσωπος μετά τη λήξη της σύμβασης από τον αντιπροσωπευόμενο επιχειρηματία, εφόσον συνέβαλε στο να διευρυνθεί η πελατεία του αντιπροσωπευομένου (παραγωγού ή χονδρεμπόρου) και υπό την αρνητική προϋπόθεση ότι τη λήξη της σύμβασης δεν την προκάλεσε ο ίδιος, θεσμοθετείται δηλαδή μια ιδιότυπη μορφή αποζημίωσης σε σχέση με εκείνη του κοινού δικαίου. Η γέννηση της εν λόγω αξιώσεως δεν προϋποθέτει ότι ο αντιπροσωπευόμενος παραβίασε τις συμβατικές του υποχρεώσεις, ή ότι τέλεσε οποιαδήποτε άλλη παρανομία εν ευρεία έννοια και μάλιστα υπαίτια. Διάφορος της αποζημίωσης πελατείας είναι η αξίωση για την ανόρθωση της ζημίας για την οποία κάνει λόγο η παρ. 1γ' του άρθρου 9, η οποία δεν είναι παρά η αξίωση αποζημιώσεως του κοινού δικαίου (των άρθρων 914 επ. 297, 298, 288, 723, 724, 725 ΑΚ), την οποία έχει ενδεχομένως ο εμπορικός αντιπρόσωπος. Για τη γένεση της τελευταίας αυτής αξιώσεως του εμπορικού αντιπροσώπου απαιτείται υπαίτια παραβίαση των συμβατικών υποχρεώσεων του αντιπροσωπευομένου ή τέλεση εκ μέρους του αδικοπραξίας, η οφειλόμενη δε στην περίπτωση αυτή αποζημίωση οφείλεται επιπλέον της αποζημίωσης πελατείας και περιλαμβάνει τόσο τη θετική όσο και την αποθετική ζημία. Για να είναι ορισμένη η αγωγή με την οποία επιδιώκεται η αποθετική ζημία, πρέπει να αναφέρεται σ' αυτήν, εκτός των άλλων, ο κύκλος εργασιών του εμπορικού αντιπροσώπου και οι σχετικές προμήθειες πριν από τη λύση της σύμβασης (βλ. ΕφΑθ 8316/1999 ΕπισκΕΔΔ' (2000)1025, Νίκο Τέλη, Η αποζημίωση πελατείας του εμπορικού αντιπροσώπου, έκδ. 1997, σελ. 41, στον ίδιο, στον Αρμ ΝΑ' (1996)541). Περαιτέρω η καταγγελία μιας διαρκούς-αορίστου χρόνου- συμβάσεως είναι άκαιρη, όταν γίνεται σε χρόνο κατά τον οποίο η διατήρησή της έχει ιδιαίτερη σημασία, για τα συμφέροντα του αντισυμβαλλομένου -δέκτη της καταγγελίας, όπως επί παραδείγματι όταν γίνεται κατά την εκτέλεση αναληφθέντος έργου, ή κατά τις διαπραγματεύσεις για την ανάληψη κερδοφόρας επιχειρηματικής δραστηριότητας, ή καταχρηστικά για να σφετερισθεί ο καταγγέλλων την πελατεία, που αποκτήθηκε από τη δραστηριότητα του αντισυμβαλλομένου, και ως εξ αυτού η λύση αυτής συνεπάγεται για τον τελευταίο την πρόκληση θετικής ζημίας ή διαφυγόντος κέρδους. Κάθε άκαιρη καταγγελία δεν είναι καταχρηστική κατά την έννοια του άρθρου 281, ενώ αντίθετα κάθε καταγγελία που αντιβαίνει στη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ είναι άκαιρη, μπορεί δε να αποτελεί και αδικοπραξία (άρθρα 914, 919 ΑΚ), με αποτέλεσμα να συνεπάγεται μεν τη λύση της συμβάσεως, αλλά ο καταγγέλλων να υποχρεούται σε αποζημίωση, εκτός αν αυτός αποδείξει ότι η καταγγελία έγινε για σπουδαίο λόγο. Ως τέτοιος νοείται όχι μόνον η παράβαση των συμβατικών υποχρεώσεων, αλλά και άλλα γεγονότα, εξαιτίας των οποίων, ενόψει και των ιδιαιτέρων συνθηκών, δεν μπορεί να απαιτηθεί από τον καταγγέλλοντα, κατά τους κανόνες της καλής πίστεως και των συναλλακτικών χρηστών ηθών, η συνέχιση της διαρκούς συμβάσεως, ανεξάρτητα κατ' αρχήν από την υπαιτιότητα του αντισυμβαλλομένου (ΕφΑθ 119/2002 ΕπισκΕΔ 2002.425, ΕφΘεσ 1072/1999 ΔΕΕ 5.722, ΕφΠατρ 823/1997 ΑχΝομ 1998.224, ΕφΔωδ 209/1998 ΕπισκΕΔ 1999.822). Περαιτέρω, η καταγγελία μιας διαρκούς συμβάσεως αποτελεί διαπλαστικό δικαίωμα και ασκείται με δήλωσή του καταγγέλλοντος, μονομερή, απευθυντέα, μη ανακλητή, άτυπη και κατά κανόνα ανεπίδεκτη αιρέσεων. Έτσι, μετά την περιέλευσή της σε εκείνον προς τον οποίο απευθύνεται, επέρχεται η λύση της διαρκούς συμβάσεως και δεν μπορεί πλέον να ανατραπεί ούτε με συμφωνία των μερών, γιατί έτσι θα αναβίωνε η λυμένη σχέση, πράγμα που δεν προβλέπεται από το κείμενο δίκαιο. Συνεπώς, δεν απομένει παρά η κατάρτιση νέας συμβάσεως (ΕφΠειρ 139/1996 ΕλλΔνη 37.1151 και ιδίως 1152). Επιπλέον, για να είναι παραδεκτή η κατά το άρθρο 70 ΚΠολΔ αναγνωριστική αγωγή, απαιτείται, εκτός από την ύπαρξη εννόμου συμφέροντος, να επιδιώκεται με αυτήν η αναγνώριση εννόμου σχέσεως, ήτοι βιοτικής σχέσης, που ρυθμίζεται από το δίκαιο και συνεπάγεται ή ενέχει ως περιεχόμενό της σε σχέση με άλλο πρόσωπο ή αντικείμενο ένα τουλάχιστον δικαίωμα ή μια υποχρέωση, είτε δέσμη δικαιωμάτων και υποχρεώσεων και όχι απλών πραγματικών γεγονότων ή προϋποθέσεων δικαιώματος ή αξιώσεως (ΑΠ 1272/1995 ΕλλΔνη 38.780-781). Έτσι, έχει κριθεί ότι μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο τέτοιας αγωγής η αναγνώριση ότι καταρτίσθηκε μεταξύ των διαδίκων ορισμένη σύμβαση (ΑΠ 1034/1992 ΕΕΝ 1993.708). Τέλος, ο ορθός νομικός χαρακτηρισμός μιας συμβάσεως δίδεται από το δικαστήριο, το οποίο δεν δεσμεύεται από το χαρακτηρισμό που δίνουν οι συμβαλλόμενοι ή ο ενάγων στην αγωγή του (ΑΠ 843/2000 Δνη 42.159, ΑΠ 1800/1999 Δνη 41.1037)...
Από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων, που εξετάσθηκαν ενόρκως ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου και περιλαμβάνονται στα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά, τις ομολογίες των διαδίκων, όπως αυτές διατυπώνονται στα δικόγραφα που κατατέθηκαν στο δικαστήριο αυτό, καθώς κι από όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλούνται και νόμιμα προσκομίζουν, άλλα εκ των οποίων λαμβάνονται υπόψη προς άμεση απόδειξη και άλλα (άρθρο 339, σε συνδ. προς 395 ΚΠολΔ), για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, ... αποδείχτηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Με το από 17.3.1997 ιδιωτικό συμφωνητικό εμπορικής συνεργασίας η ενάγουσα ανέλαβε την υποχρέωση να προμηθεύεται -αγοράζει αποκλειστικά, με μειωμένες τιμές, από την εναγομένη -η οποία ήταν αποκλειστική εισαγωγέας των προϊόντων της αυτοκινητοβιομηχανίας Renault- και να μεταπωλεί στη Βέροια, βάσει του τιμοκαταλόγου της εναγομένης, αυτοκίνητα και ανταλλακτικά της προαναφερθείσας αυτοκινητοβιομηχανίας, στο όνομα και με ευθύνη δική της (ενάγουσας), οργανώνοντας την επιχείρησή της κατά τέτοιον τρόπο, ώστε να είναι ενταγμένη στο δίκτυο διανομής της εναγομένης και να τηρεί τους εμπορικούς όρους αυτής ως προς τη διαφήμιση, σήματα, τρόπο εξυπηρέτησης πελατών κλπ. Καταρτίστηκε δηλαδή μεταξύ των διαδίκων σύμβαση αποκλειστικής διανομής και όχι εμπορικής αντιπροσωπείας, όπως επικαλείται η ενάγουσα. Παρόλο όμως που αποδεικνύεται η κατάρτιση σύμβασης διάφορης από αυτήν, που επικαλείται η ενάγουσα, δεν τίθεται θέμα απόρριψης της αγωγής, καθόσον, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη της παρούσας, οι δύο αυτές συμβάσεις προσομοιάζουν στα κύρια χαρακτηριστικά τους, με συνέπεια την εφαρμογή επ' αυτών των ιδίων νομικών διατάξεων. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η πιο πάνω σύμβαση, που ήταν αορίστου χρόνου, εξελίχθηκε αρχικά ομαλά, στη συνέχεια όμως άρχισαν να εμφανίζονται προβλήματα, τα οποία συνδέονταν άμεσα με τη μη εμπρόθεσμη εξόφληση ληξιπρόθεσμων χρεών της ενάγουσας προς την αντισυμβαλλόμενή της εταιρία-εναγομένη. Συγκεκριμένα η ενάγουσα δεν εξοφλούσε εμπρόθεσμα το τίμημα των αυτοκινήτων και ανταλλακτικών, που προμηθευόταν από την εναγομένη κατά τον συμφωνηθέντα εκάστοτε χρόνο, με αποτέλεσμα σε μια προσπάθεια συνέχισης της μεταξύ τους συνεργασίας, στις 25.10.1979 να συνταχθεί ένα ιδιωτικό συμφωνητικό εκκαθαρίσεως-διακανονισμού του μεταξύ τους δοσοληπτικού λογαριασμού, με το οποίο η ενάγουσα συνομολογούσε την οφειλή της προς την εναγομένη, ύψους τότε 9.517.348 δρχ., υποσχέθηκε δε την εξόφλησή της σε δύο χρόνια. Η ενάγουσα συνέχισε κι αργότερα την αθέτηση των οικονομικών της υποχρεώσεων, με αποτέλεσμα στις 17.11.1995 οι αντίδικοι, μετά από πρόταση της ενάγουσας (βλ. σχετ. επιστολή), να συνάψουν νέα συμφωνία, κατά την οποία η ενάγουσα, έναντι οφειλής της προς την εναγομένη ύψους 577.130.573 δραχμών, που αναγνώρισε ανεπιφύλακτα, ανέλαβε την υποχρέωση με σύμφωνο εξωνήσεως πενταετούς διάρκειας, να μεταβιβάσει στην εναγομένη εμπορικό ακίνητο, που βρίσκεται στη θέση «Σιδηροδρομικός σταθμός» της κτηματικής περιοχής Βέροιας, επιπλέον δε η ενάγουσα -διά του νομίμου εκπροσώπου της Ε.Ψ.- δήλωσε ότι για την εξεύρεση του αναγκαίου κεφαλαίου κίνησης της εταιρίας, θα χρηματοδοτηθεί από πιστωτικά ιδρύματα, αποδέχθηκε δε τον όρο της εναγομένης για αποπληρωμή τοις μετρητοίς των οφειλών της από αυτοκίνητα και ανταλλακτικά, που θα προμηθευόταν από την τελευταία από τούδε και στο εξής. Αποδείχθηκε περαιτέρω ότι με το από 26.9.1996 ιδιωτικό συμφωνητικό εμπορικής και τεχνικής συνεργασίας αορίστου χρόνου κι ενόψει της προηγηθείσας κατάστασης και του κλονισμού της εμπιστοσύνης της εναγομένης στο πρόσωπο της ενάγουσας, οι διάδικοι επαναπροσδιόρισαν τη μεταξύ τους σύμβαση και συμφώνησαν με τον δεύτερο όρο αυτού (ιδιωτικού συμφωνητικού) ότι οι αντισυμβαλλόμενοι δύνανται, να καταγγείλουν τη σύμβαση, τηρώντας προειδοποιητική προθεσμία τουλάχιστον δύο ετών, όταν πρόκειται για τακτική καταγγελία της σύμβασης, χωρίς άλλη προϋπόθεση και επιπροσθέτως ότι με τη λύση της σύμβασης ουδεμία αξίωση αποζημίωσης γεννάται μεταξύ των συμβαλλομένων μερών. Στα πλαίσια της συνεχιζόμενης συνεργασίας η ενάγουσα επέδειξε εκ νέου αντισυμβατική συμπεριφορά...
Συνέπεια όλων των ανωτέρω ήταν η απώλεια της εμπιστοσύνης της εναγομένης, η οποία με την από 18.3.2000 εξώδικη καταγγελία - πρόσκλησή της προς την ενάγουσα κατήγγειλε τη μεταξύ τους σύμβαση, τάσσοντας προθεσμία επέλευσης των αποτελεσμάτων της καταγγελίας την προβλεπόμενη από τη σύμβαση διετία. Μετά την καταγγελία της συμβάσεως συνεργασίας καταρτίστηκε μεταξύ των διαδίκων, δυνάμει του υπ' αριθμ 7.915/12.4.2001 οριστικού συμβολαίου αγοραπωλησίας οριζοντίου ιδιοκτησίας προς εκτέλεση προσυμφώνου (και δη του προαναφερθέντος υπ' αριθμ. 1.266/6.12.1995) της συμβολαιογράφου Αθηνών Κ.Π. με τον όρο της εξώνησης και με αυτό ορισθέντα, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: α') οι πωλητές Ε.Ψ. και Ο.Ψ. παραχωρούν, μεταβιβάζουν και παραδίδουν στην εναγομένη, με τον όρο της εξώνησης, κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή το πλήρως περιγραφόμενο στο συμβόλαιο ακίνητο αυτών …, β') η σύμβαση αγοραπωλησίας καταρτίζεται με το σύμφωνο της εξώνησης του παραπάνω ακινήτου, τίμημα της οποίας θα αποτελέσει το ποσό των 320.000.000 δρχ. ή 939.104,92 ευρώ, το οποίο θα πρέπει να καταβληθεί ατόκως από τους πωλητές στην αγοράστρια μέσα σε πέντε χρόνια από την ημερομηνία υπογραφής του συμβολαίου... και γ') ότι η αγοράστρια - εναγομένη υπόσχεται να παραχωρήσει τη χρήση του ακινήτου στους πωλητές ή σε εταιρία, στην οποία συμμετέχει ένας ή και οι δύο από τους τελευταίους για όσο χρόνο διαρκεί το σύμφωνο εξώνησης, μη δικαιούμενη (η αγοράστρια) σε οποιαδήποτε εξωστική ενέργεια, διαρκούντος του συμφώνου εξώνησης. Είναι προφανές ότι η άνω συμφωνία δεν ήταν τίποτε περισσότερο από μια συμφωνία διακανονισμού του χρέους της ενάγουσας προς την εναγομένη και σε καμία περίπτωση δεν ενέχει αυτή το χαρακτήρα της κατάρτισης νέας σύμβασης εμπορικής συνεργασίας, ενόψει και του ότι σε κανένα σημείο αυτής δεν αναφέρεται ότι η εξόφληση του χρέους θα γίνει με παρακράτηση από την εναγομένη των προμηθειών-κέρδους της ενάγουσας από τις μεταπωλήσεις των προϊόντων της (αυτοκινήτων και ανταλλακτικών), όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η τελευταία. Επιπροσθέτως δε αποδείχθηκε ότι μετά την καταγγελία η εναγομένη όχι μόνο δεν εξεδήλωσε πρόθεση ανάκλησης αυτής ή κατάρτισης νέας σύμβασης, αλλά, αντιθέτως, από την αθρόα ανταλλαγή επιστολών και εξώδικων μεταξύ των αντιδίκων, αποδείχθηκε η εμμονή της στην καταγγελία και στην επέλευση των αποτελεσμάτων αυτής. Επομένως, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο κατ' ουσίαν το αίτημα της αγωγής περί αναγνωρίσεως της κατάρτισης νέας οκταετούς διάρκειας σύμβασης υποαντιπροσωπείας μεταξύ των αντιδίκων. Αποδείχθηκε περαιτέρω ότι η ως άνω καταγγελία είχε το χαρακτήρα της τακτικής καταγγελίας, όπως βάσιμα ισχυρίζεται η εναγομένη, που σκοπό είχε να επιφέρει τη λήξη της διαρκούς ενοχικής σχέσης αορίστου χρόνου, που συνέδεε τα αντίδικα μέρη, αναπληρώνοντας έτσι από άποψη λειτουργίας το χρονικό συμβατικό περιορισμό, που απουσίαζε, τάχθηκε δε ο πιο πάνω συμβατικός χρόνος επέλευσης των αποτελεσμάτων της, για να δοθεί η δυνατότητα στο λήπτη αυτής, να προσαρμοστεί αρμονικά στη νέα διαμορφωθείσα κατάσταση. Η αναφορά στη συγκεκριμένη περίπτωση ύπαρξης σπουδαίου λόγου, που συνοψίζεται στην έλλειψη πνεύματος συνεργασίας και συνεχούς οικονομικής ανεπάρκειας της ενάγουσας, τέθηκε ως εκ περισσού στη συγκεκριμένη καταγγελία, ως εκδήλωση της δικαιολογημένης αγανάκτησης της καταγγέλλουσας εταιρίας, εξαιτίας της μακροχρόνιας ασυνέπειας της ενάγουσας ως προς την έγκαιρη εξόφληση των χρεών της, καθόσον στην τακτική καταγγελία δεν απαιτείται ύπαρξη σπουδαίου λόγου ή πταίσματος του αποδέκτη. Κατά το διάστημα της ταχθείσας προθεσμίας επέλευσης αποτελεσμάτων της καταγγελίας, η σύμβαση μεταξύ των αντιδίκων εξακολουθούσε, να παράγει τις έννομες συνέπειες της, στα πλαίσια των οποίων και προς εκπλήρωση των δεσμεύσεών της η εναγομένη προμήθευε τα ανάλογα προϊόντα προς εκτέλεση παραγγελιών της ενάγουσας, την ενημέρωνε σχετικά με τα προγράμματα δραστηριότητας του δικτύου πωλήσεων και την επιβράβευε, ως όφειλε, σε περίπτωση επίτευξης των στόχων πωλήσεων του δικτύου. Αντιθέτως, η ενάγουσα συνέχιζε να καθυστερεί την αποπληρωμή των οφειλών της, επιπροσθέτως δε στο ίδιο διάστημα υπήρξαν σοβαρές καταγγελίες από πελάτες της για αντισυμβατική εκ μέρους της συμπεριφορά ως προς την εκπλήρωση των συμβάσεων πώλησης αυτοκινήτων, οι οποίες συνίσταντο κατά κύριο λόγο σε καθυστέρηση παράδοσης των αγορασθέντων, από τους καταγγέλλοντες, αυτοκινήτων. Από το σύνολο των ως άνω αποδεικτικών μέσων αποδείχθηκε ότι η εναγομένη κατήγγειλε τη σύμβαση αποκλειστικής διανομής για σπουδαίο λόγο και συγκεκριμένα λόγω της μη εκπλήρωσης εκ μέρους της ενάγουσας των οικονομικών της υποχρεώσεων και εξόφλησης των ληξιπρόθεσμων χρεών της, τα οποία αναγνώριζε αυτή καθ' όλο το χρονικό διάστημα της συνεργασίας των αντιδίκων, προσφέροντας μάλιστα εμπράγματες ασφάλειες επί των ακινήτων των μελών της, προκειμένου να συνεχιστεί η συνεργασία της με την εναγομένη. Ουδόλως δε αποδείχθηκε ότι η καταγγελία της σύμβασης από την εναγομένη μεθοδεύτηκε κι έγινε δολίως για να σφετερισθεί την υποδομή και την πελατεία της ενάγουσας... Επιπλέον η μη καταβολή εκ μέρους της εναγομένης των διαφόρων ποσών κάλυψης δαπανών, όπως των διαφημιστικών, δεν οφειλόταν σε κακοπροαίρετη συμπεριφορά αυτής, αλλά στο γεγονός ότι η ενάγουσα δεν εκπλήρωνε τις προϋποθέσεις χορήγησης αυτών, όπως αυτές αναφέρονταν στα προγράμματα δραστηριότητας των εν γένει υποαντιπροσώπων της εναγομένης, και συγκεκριμένα αφορούσαν την ύπαρξη αυτοκινήτων δοκιμαστικής οδήγησης (test-drive), νέα πολιτική τιμών, δυνατότητα χορήγησης δανεικού αυτοκινήτου, εξοπλισμό και τεχνογνωσία, εγγύηση εργασιών, χρυσή εγγύηση και χρηματοδότηση Firen... Επίσης, από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν αποδείχθηκε ο ισχυρισμός της ενάγουσας, ότι η εναγομένη με μεθοδευμένες κινήσεις ετών επιδίωκε την οικονομική της άλωση με απώτερο σκοπό τη δημιουργία κοινής μεταξύ των αντιδίκων εταιρίας λεόντειας μορφής...
Κατ' ακολουθία όλων των ανωτέρω αποδείχθηκε ότι η από 18.3.2000 καταγγελία της σύμβασης συνεργασίας αποτέλεσε άσκηση του διαπλαστικού δικαιώματος της εναγομένης εξαιτίας της μακρόχρονης αντισυμβατικής συμπεριφοράς της ενάγουσας, η οποία συνίστατο στη μη εμπρόθεσμη εξόφληση των ληξιπρόθεσμων οφειλών της και τη συνεχόμενη διόγκωση αυτών και η οποία είχε ως συνέπεια τον κλονισμό της σχέσης εμπιστοσύνης μεταξύ αντιπροσώπου και υποαντιπροσώπου, χωρίς ουδεμία κατάχρηση του δικαιώματος αυτού, δεδομένου ότι η καταγγελία έλαβε χώρα στα πλαίσια προστασίας των καλώς εννοούμενων οικονομικών συμφερόντων της εναγομένης, όπως βάσιμα κατ' ένσταση ισχυρίζεται με τις προτάσεις της. (…)