1. Skip to Main Menu
  2. Skip to Content
  3. Skip to Footer
Καλως ήρθατε στο ανανεωμένο FOGGS.gr

- Τραπεζικό απόρρητο.

 E-mail

- Τραπεζικό απόρρητο. Αίτημα επίδειξης εγγράφων που αφορούν σε τραπεζικές καταθέσεις.
- Έννοια και περιεχόμενο τραπεζικού απορρήτου. Γενικό και ειδικό τραπεζικό απόρρητο περί των τραπεζικών καταθέσεων.
- Το απόρρητο αποτελεί στοιχείο της προσωπικότητας, προστατεύεται αστικώς από τη διάταξη του άρθρου 57 ΑΚ αλλά και ποινικώς από τη διάταξη του άρθρου 371 ΠΚ.
- Επίδειξη εγγράφων. Εξαίρεση ως προς την υποχρέωση επίδειξης υπάρχει όταν συντρέχει σπουδαίος λόγος που δικαιολογεί την μη επίδειξη αυτών, όπως, ενδεικτικά, στις περιπτώσεις που επιτρέπεται άρνηση μαρτυρίας.
- Σπουδαίο λόγο μη επίδειξης εγγράφων αποτελεί και η άρνηση τράπεζας να δώσει πληροφορίες που σχετίζονται με το τραπεζικό απόρρητο σχετικά με συναλλαγές πελατών της, ήτοι πληροφορίες για δάνεια, πιστώσεις και για την εν γένει κίνηση του λογαριασμού των πελατών της.

Διατάξεις:

ΑΚ: 57
ΚΠολΔ: 450-452
ΠΚ: 371
Νόμοι: 1858/1989 άρθ. 10, 1868/1989 άρθ. 27
ΝΔ: 1059/1971 άρθ. 1, 2, 3 Βούλα(Απόσπασμα)

Αριθμός 230/2007

Μονομελές Πρωτοδικείο Ρόδου

Πρόεδρος: Β. Παπανικόλας
Εισηγητής: Π. Καραγκουνίδης
Δικηγόροι: Ε. Κουτσούκος – Σ. Στεφανίδης, Λ. Στεφανίδη

…Ως τραπεζικό απόρρητο νοείται η υποχρέωση που έχει η τράπεζα απέναντι στον πελάτη της να σιωπά για τις προσωπικές και οικονομικές υποθέσεις του, που γίνονται γνωστές σ’ αυτήν από την άσκηση της επιχειρηματικής δραστηριότητας της. Αντικείμενο του τραπεζικού απορρήτου, δηλαδή, αποτελούν όλα εκείνα τα πραγματικά περιστατικά που πληροφορείται η τράπεζα από τη σχέση της με τον πελάτη κατά το προσυμβατικό, συμβατικό ακόμη και μετασυμβατικό στάδιο, μέχρι του οποίου εκτείνεται και η αντίστοιχη υποχρέωση της.
Επειδή, εξάλλου, το απόρρητο γενικά αποτελεί στοιχείο της προσωπικότητας, προστατεύεται αστικώς από τη διάταξη του άρθρου 57 ΑΚ αλλά και ποινικώς από τη διάταξη του άρθρου 371 ΠΚ (βλ. Σ. Ψυχομάνη, Τραπεζικό Δίκαιο, έκδ. ε’, 2001, σελ. 195 επ., Μ. Μαργαρίτη, Ποινικός Κώδικας, 2003, σελ. 1028). Περαιτέρω, πέραν του γενικού τραπεζικού απορρήτου, που αφορά σε όλες τις τραπεζικές συναλλαγές και συνίσταται, όπως προεκτέθηκε στην αυτοτελή παρεπόμενη υποχρέωση της τράπεζας έναντι του πελάτη της να τηρεί εχεμύθεια ως προς τις συναλλαγές του, οι διατάξεις του Ν.Δ. 1059/1971 (όπως ισχύει μετά τις τροποποιήσεις του με τα άρθρα 27 παρ. 1 Ν. 1868/1989 και 10 παρ. 1 Ν. 1858/1989) καθιερώνουν ειδικότερα το απόρρητο των εν γένει καταθέσεων σε ελληνικές Τράπεζες (άρθρα 1, 2 και 3 του Ν.Δ. 1059/1971), απειλώντας με ποινικές κυρώσεις κάθε πρόσωπο που λαμβάνει γνώση των τραπεζικών καταθέσεων στα πλαίσια ασκήσεως των καθηκόντων του και παρέχει με οποιονδήποτε τρόπο οποιαδήποτε γι’ αυτές πληροφορία, διατηρούμενου του αξιοποίνου χαρακτήρα της πράξεως ούτε κι όταν υπάρχει συναίνεση ή έγκριση του καταθέτη (αρ. 2 § 1).
Τέλος, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 450-452 ΚΠολΔ που ρυθμίζουν την επίδειξη εγγράφων όταν αυτή ζητείται κατά τη διάρκεια εκκρεμούς δίκης και ειδικότερα από τη διάταξη του άρθρου 450 § 2 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι καθένας μπορεί να ζητήσει από τρίτο ή τον αντίδικό του την επίδειξη κάθε εγγράφου, που ο τελευταίος κατέχει και μπορεί να χρησιμεύσει προς απόδειξη των ισχυρισμών του, έστω και ως τεκμήριο (βλ. ΕφΑθ 1145/75 Αρμ 26.292). Εξαίρεση ως προς την ανωτέρω υποχρέωση υπάρχει όταν συντρέχει σπουδαίος λόγος που δικαιολογεί την μη επίδειξη αυτών, όπως, ενδεικτικά, στις περιπτώσεις που επιτρέπεται άρνηση μαρτυρίας (βλ. ΕφΑθ 11203/1986 ΕλλΔνη 1988.141).
Περαιτέρω, σπουδαίο λόγο μη επίδειξης εγγράφων, σύμφωνα με τα ανωτέρω, αποτελεί και η άρνηση τράπεζας να δώσει πληροφορίες που σχετίζονται με το ως άνω περιγραφέν τραπεζικό απόρρητο σχετικά με συναλλαγές πελατών της, ήτοι πληροφορίες για δάνεια, πιστώσεις και για την εν γένει κίνηση του λογαριασμού των πελατών της (βλ. Β. Βαθρακοκοίλη, ΚΠολΔ, τ. β’ σελ. 942). Έτσι, σε περίπτωση ύπαρξης τραπεζικού απορρήτου και επίκλησης αυτού από την τράπεζα, η ύπαρξη εννόμου συμφέροντος του ενάγοντος προς επίδειξη των αιτουμένων εγγράφων κάμπτεται, καθώς υπάρχει νόμιμος λόγος άρνησης επίδειξης αυτών (βλ. ΕφΑθ 7277/2003 ΕλλΔνη 2004 1447, Κεραμέας - Κονδύλης - Νικάς ΕρμΚΠολΔ στο άρθρο 450 αρ. 4, 5).
Στην προκειμένη περίπτωση η ενάγουσα, με την υπό κρίση αγωγή της, εκθέτει ότι η εναγομένη τράπεζα έχει ασκήσει κατά αυτής, ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου, την υπ’ αρ. εκθ. κατ. 161/2005 αγωγή αποζημίωσης, με ην οποία της ζητά να της καταβάλει νομιμοτόκως το συνολικό ποσό των 1.341.923,97 € για αδικοπραξία που φέρεται, κατά το περιεχόμενο της αγωγής, να τέλεσε εναντίον της κατά την άσκηση των καθηκόντων της ενάγουσας ως προϊσταμένης χορηγήσεων της εναγομένης τράπεζας. Ότι για τους ως άνω λόγους η εναγομένη τράπεζα έχει υποβάλει στις 30.11.2004 εναντίον της και μήνυση για υπεξαίρεση και πλαστογραφία. Ότι για την απόκρουση, τόσο της αγωγής όσο και της μήνυσης, επιβάλλεται να υποχρεωθεί η τράπεζα να της χορηγήσει επικυρωμένα αντίγραφα, άλλως να προβεί σε επίδειξη των κατωτέρω εγγράφων που βρίσκονται στην κατοχή της και πιο συγκεκριμένα: α) των, αναφερομένων αναλυτικά στην αγωγή ανά ημερομηνία και ποσό, ενταλμάτων που έγιναν από το λογαριασμό παγίων του πελάτη της εναγομένης τράπεζας Θ.Β., αντιγράφου της καρτέλας δοσοληψιών του ανωτέρω πελάτη με την τράπεζα, καθώς και αντιγράφων των γραπτών αναλυτικών γνωστοποιήσεων που εστάλησαν από την τράπεζα στον ανωτέρω πελάτη κατά το αναγραφόμενο στην αγωγή χρονικό διάστημα, β) των δανειακών συμβάσεων μεταξύ της εναγομένης τράπεζας και των πελατών της τελευταίας Γ.Τ. και -Τ., καθώς και της καρτέλας δοσοληψιών των ανωτέρω πελατών και γ) των ενταλμάτων αναλήψεων σε ευρώ που έγιναν από την πελάτισσα της τραπέζης, εταιρείας με την επωνυμία «Π. Α.Ε.» για τα ποσά και τις ημερομηνίες που αναφέρει στην αγωγή, της καρτέλας δοσοληψιών της ανωτέρω εταιρείας, των εγγράφων γνωστοποιήσεων της εναγομένης τράπεζας προς την ως άνω εταιρεία που έγιναν κατά το χρονικό διάστημα από Φεβρουάριο έως Οκτώβριο του 2004, καθώς και των δανειακών συμβάσεων, αρχικών και αυξητικών που έχουν συνάψει τα ως άνω μέρη.
Με αυτό το ιστορικό ζητεί την χορήγηση από την εναγομένη, άλλως την επίδειξη από την τελευταία, όλων των παραπάνω εγγράφων κατά την εκδίκαση της εκκρεμούσας εναντίον της αγωγής, με απειλή προσωπικής κράτησης κατά του νομίμου εκπροσώπου της εναγομένης διάρκειας έξι (6) μηνών και χρηματικής ποινής χιλίων (1000) ευρώ. Τέλος, να καταδικαστεί η εναγομένη στη δικαστική της δαπάνη.
Με αυτό το περιεχόμενο και αίτημα η αγωγή είναι μη νόμιμη και θα πρέπει να απορριφθεί, καθώς, σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στη μείζονα πρόταση της παρούσας και κατά παραδοχή και του αντιστοίχου ισχυρισμού της εναγομένης, συνιστάται εν προκειμένω σπουδαίος λόγος που δικαιολογεί τη μη επίδειξη από την τελευταία των ανωτέρω εγγράφων, καθότι άπαντα τα αιτούμενα από την ενάγουσα προς επίδειξη έγγραφα, ως αφορώντα την εν γένει κίνηση λογαριασμών τρίτων πελατών της εναγομένης τράπεζας καλύπτονται σαφώς τόσο από το γενικό τραπεζικό απόρρητο, όσο και από το ειδικό περί καταθέσεων τραπεζικό απόρρητο, η παράβαση των οποίων επισύρει τις ποινικές κυρώσεις που προαναφέρθηκαν.
Έτσι εφόσον κρίνεται ότι συντρέχει, σπουδαίος λόγος για την μη επίδειξη αυτών ενόψει της διαφύλαξης του τραπεζικού απορρήτου τρίτων προσώπων, η ύπαρξη εννόμου συμφέροντος της ενάγουσας προς επίδειξη των ανωτέρω εγγράφων κάμπτεται, καθώς υπάρχει νόμιμος λόγος άρνησης επίδειξης. Τέλος τα δικαστικά έξοδα της εναγομένης θα πρέπει να επιβληθούν σε βάρος της ενάγουσας η οποία χάνει τη δίκη (αρ. 176 ΚΠολΔ). (…)