1. Skip to Main Menu
  2. Skip to Content
  3. Skip to Footer
Καλως ήρθατε στο ανανεωμένο FOGGS.gr

- Οδηγία 92/50/ΕΟΚ.

 E-mail

- Οδηγία 92/50/ΕΟΚ. Δημόσιες συμβάσεις παροχής υπηρεσιών. Πραγματοποίηση μελέτης περί της κτηματογραφήσεως, της πολεοδομήσεως και της πράξεως εφαρμογής για έναν οικισμό. Κριτήρια που μπορούν να γίνουν δεκτά ως «κριτήρια ποιοτικής επιλογής» ή ως «κριτήρια αναθέσεως». Πλέον συμφέρουσα από οικονομική άποψη προσφορά. Τήρηση των προβλεπομένων στη συγγραφή υποχρεώσεων ή στη διακήρυξη του διαγωνισμού κριτηρίων αναθέσεως. Μεταγενέστερος καθορισμός συντελεστών βαρύτητας και υποκριτηρίων για τα κριτήρια αναθέσεως. Αρχή της ίσης μεταχειρίσεως των επιχειρηματιών και υποχρέωση διαφάνειας.
- Το άρθρο 36, παράγραφος 2, της οδηγίας 92/50/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 18ης Ιουνίου 1992, για τον συντονισμό των διαδικασιών σύναψης δημόσιων συμβάσεων υπηρεσιών, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 97/52/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Οκτωβρίου 1997, ερμηνευόμενο υπό το πρίσμα της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως των επιχειρηματιών και της εντεύθεν απορρέουσας υποχρεώσεως διαφάνειας, απαγορεύει, στο πλαίσιο διαδικασίας διαγωνισμού, στην αναθέτουσα αρχή να καθορίζει μεταγενεστέρως συντελεστές βαρύτητας και υποκριτήρια για τα περιλαμβανόμενα στη συγγραφή υποχρεώσεων ή στη διακήρυξη του διαγωνισμού κριτήρια αναθέσεως.

Διατάξεις:

Οδηγίες: 92/50/ΕΟΚ άρθ. 3, 23, 32, 36, 97/52/ΕΚ ΒούλαΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΥΡΩΠΑΙΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ

ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (πρώτο τμήμα)
της 24ης Ιανουαρίου 2008

Στην υπόθεση C-532/06,

με αντικείμενο αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 234 ΕΚ, που υπέβαλε το Συμβούλιο της Επικρατείας (Ελλάδα) με απόφαση της 28ης Νοεμβρίου 2006, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 29 Δεκεμβρίου 2006, στο πλαίσιο της δίκης

Εμμ. Γ. Λιανάκης ΑΕ,
Σήμα Ανώνυμη Τεχνική Εταιρία Μελετών και Επιβλέψεων,
Νικόλαος Βλαχόπουλος

κατά

Δήμου Αλεξανδρούπολης,
Πλανητική ΑΕ,
Αικατερίνης Γεωργούλα,
Δημητρίου Βάσιου,
Ν. Λουκάτος και Συνεργάτες ΑΕ Μελετών,
Ερατοσθένης Μελετητική ΑΕ,
Α. Πανταζής – Παν. Κυριοπούλου και συν/τες ΟΣ «Φίλων» ΟΕ,
Νικολάου Σιδέρη,

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πρώτο τμήμα),

συγκείμενο από τους P. Jann (εισηγητή), πρόεδρο τμήματος, A. Tizzano, A. Borg Barthet, M. Ilešič και E. Levits, δικαστές, γενικός εισαγγελέας: D. Ruiz-Jarabo Colomer, γραμματέας: R. Grass έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία, λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:

– η Ν. Λουκάτος και Συνεργάτες ΑΕ Μελετών, η Ερατοσθένης Μελετητική ΑΕ, η Α. Πανταζής – Παν. Κυριοπούλου και συν/τες ΟΣ «Φίλων» ΟΕ και ο Ν. Σιδέρης, εκπροσωπούμενοι από τους Ε. Κωνσταντοπούλου και Π. Ε. Μπιτσαξή, δικηγόρους,
– η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τους Μ. Πατακιά και D. Kukovec,

κατόπιν της αποφάσεως που έλαβε, αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα, να εκδικάσει την υπόθεση χωρίς ανάπτυξη προτάσεων, εκδίδει την ακόλουθη

Απόφαση

1. Η αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία των άρθρων 23, παράγραφος 1, 32 και 36 της οδηγίας 92/50/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 18ης Ιουνίου 1992, για τον συντονισμό των διαδικασιών σύναψης δημόσιων συμβάσεων υπηρεσιών (ΕΕ L 209, σ. 1), όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 97/52/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Οκτωβρίου 1997 (ΕΕ L 328, σ. 1, στο εξής: οδηγία 92/50).
2. Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο δύο ενδίκων διαφορών μεταξύ της κοινοπραξίας γραφείων μελετών που συνέστησαν η Εμμ. Γ. Λιανάκης ΑΕ (καθολική διάδοχος της Εμμ. Λιανάκης ΕΠΕ), η Σήμα Ανώνυμη Τεχνική Εταιρία Μελετών και Επιβλέψεων και ο Ν. Βλαχόπουλος (στο εξής: κοινοπραξία Λιανάκης), αφενός, και της κοινοπραξίας που συνέστησαν η Πλανητική ΑΕ, η Α. Γεωργούλα και ο Δ. Βάσιος, (στο εξής: κοινοπραξία Πλανητική), αφετέρου, και του Δήμου Αλεξανδρούπολης και της κοινοπραξίας που συνέστησαν η Ν. Λουκάτος και Συνεργάτες ΑΕ Μελετών, η Ερατοσθένης Μελετητική ΑΕ, η Α. Πανταζής – Παν. Κυριοπούλου και συν/τες ΟΣ «Φίλων» ΟΕ και ο Ν. Σιδέρης (στο εξής: κοινοπραξία Λουκάτος), όσον αφορά την ανάθεση της εκτελέσεως συμβάσεως αφορώσας την πραγματοποίηση μελέτης περί της κτηματογραφήσεως, της πολεοδομήσεως και της πράξεως εφαρμογής για ένα μέρος του Δήμου Αλεξανδρούπολης.

Το νομικό πλαίσιο

3. Η οδηγία 92/50 συντονίζει τις διαδικασίες συνάψεως δημοσίων συμβάσεων παροχής υπηρεσιών.
4. Προς τούτο, η οδηγία αυτή καθορίζει, αφενός, τις συμβάσεις που πρέπει να υποβάλλονται σε διαδικασία διαγωνισμού και, αφετέρου, τους διαδικαστικούς κανόνες που πρέπει να ακολουθούνται, μεταξύ των οποίων είναι, ιδίως, η αρχή της ίσης μεταχειρίσεως των επιχειρηματιών, τα κριτήρια ποιοτικής επιλογής των επιχειρηματιών (καλούμενα κριτήρια ποιοτικής επιλογής) και τα κριτήρια αναθέσεως της εκτελέσεως των συμβάσεων (καλούμενα κριτήρια αναθέσεως).
5. Έτσι, το άρθρο 3, παράγραφος 2, της οδηγίας 92/50 ορίζει ότι «[ο]ι αναθέτουσες αρχές φροντίζουν ώστε να μην υπάρχουν διακρίσεις μεταξύ των διαφόρων παρεχόντων υπηρεσίες».
6. Το άρθρο 23, παράγραφος 1, της εν λόγω οδηγίας προβλέπει ότι «[ο]ι συμβάσεις ανατίθενται βάσει των κριτηρίων που καθορίζονται στο κεφάλαιο 3 [δηλαδή στα άρθρα 36 και 37], λαμβανομένου υπόψη του άρθρου 24 και αφού ελεγχθεί από τις αναθέτουσες αρχές, βάσει των κριτηρίων που αναφέρουν τα άρθρα 31 και 32, η καταλληλότητα των παρεχόντων υπηρεσίες που δεν αποκλείονται δυνάμει του άρθρου 29».
7. Κατά το άρθρο 32 της ίδιας αυτής οδηγίας:
«1. Η ικανότητα των παρεχόντων υπηρεσίες να παράσχουν τις ζητούμενες υπηρεσίες είναι δυνατόν να εκτιμηθεί ειδικότερα βάσει της τεχνογνωσίας τους, της αποτελεσματικότητας, της εμπειρίας και της αξιοπιστίας τους.
2. Η τεχνική ικανότητα των παρεχόντων υπηρεσίες μπορεί να αποδειχθεί, ανάλογα με τη φύση, την έκταση και τον σκοπό των προς παροχήν υπηρεσιών, με ένα ή περισσότερα από τα ακόλουθα στοιχεία:
α) τους τίτλους σπουδών και επαγγελματικούς τίτλους των παρεχόντων υπηρεσίες ή/και των διεθυντικών στελεχών της επιχείρησής των, ιδίως δε εκείνου ή εκείνων που θα έχουν την ευθύνη της παροχής των υπηρεσιών
β) κατάλογο των κυριότερων υπηρεσιών που έχουν παρασχεθεί κατά τα τρία τελευταία έτη, όπου εμφαίνεται η αξία, η ημερομηνία παροχής και οι αποδέκτες τους, δημόσιοι ή ιδιωτικοί φορείς: […]
γ) κατάλογο του τεχνικού προσωπικού ή των τεχνικών υπηρεσιών, είτε ανήκουν άμεσα είτε όχι στην επιχείρηση του παρέχοντος υπηρεσίες, ιδίως δε εκείνων που είναι επιφορτισμένοι με τους ποιοτικούς ελέγχους
δ) δήλωση σχετικά με τον ετήσιο μέσον όρο του εργατοϋπαλληλικού προσωπικού και αναλογία του διευθυντικού προσωπικού της επιχείρησης του παρέχοντος υπηρεσίες κατά τα τρία τελευταία έτη
ε) δήλωση σχετικά με τα μηχανήματα, τις εγκαταστάσεις και τον τεχνικό εξοπλισμό που θα διαθέσει ο παρέχων υπηρεσίες για την εκτέλεση της σύμβασης
στ) περιγραφή των μέτρων που λαμβάνει ο παρέχων υπηρεσίες για να εξασφαλίζει την ποιότητα, καθώς και περιγραφή των μέσων μελέτης και έρευνας της επιχείρησής του
[…]»
8. Το άρθρο 36 της οδηγίας 92/50 ορίζει τα εξής:
«1. Με την επιφύλαξη των εθνικών νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων που διέπουν την αμοιβή ορισμένων υπηρεσιών, τα κριτήρια βάσει των οποίων οι αναθέτουσες αρχές αναθέτουν τις συμβάσεις μπορεί να είναι:
α) όταν η σύμβαση ανατίθεται στην πλέον συμφέρουσα από οικονομική άποψη προσφορά, διάφορα μεταβλητά κριτήρια που συνδέονται με τη συγκεκριμένη σύμβαση: π.χ., η ποιότητα, τα τεχνικά πλεονεκτήματα, τα αισθητικά και λειτουργικά χαρακτηριστικά, η τεχνική υποστήριξη και εξυπηρέτηση μετά την πώληση, η ημερομηνία παράδοσης και η προθεσμία παράδοσης ή εκτέλεσης, η τιμή ή
β) απλώς η χαμηλότερη τιμή.
2. Όταν η σύμβαση πρόκειται να ανατεθεί στην πλέον συμφέρουσα από οικονομική άποψη προσφορά, η αναθέτουσα αρχή δηλώνει στη συγγραφή υποχρεώσεων ή στη διακήρυξη του διαγωνισμού τα κριτήρια βάσει των οποίων πρόκειται να αναθέσει τη σύμβαση και των οποίων προβλέπει την εφαρμογή, ει δυνατόν, σε φθίνουσα τάξη ανάλογα με τη σημασία που τους προσδίδεται.»

Η διαφορά της κύριας δίκης και το προδικαστικό ερώτημα

9. Το 2004, το Δημοτικό Συμβούλιο Αλεξανδρούπολης προκήρυξε διαγωνισμό για την ανάθεση εκπονήσεως της μελέτης περί της κτηματογραφήσεως, της πολεοδομήσεως και της πράξεως εφαρμογής για την περιοχή της Παλαγίας, τμήματος του εν λόγω δήμου με περισσότερους από 2 000 κατοίκους. Για τη μελέτη αυτή είχε προβλεφθεί προϋπολογισμός 461.737 ευρώ.
10. Η διακήρυξη διαγωνισμού προέβλεπε ως κριτήρια αναθέσεως κατά σειρά προτεραιότητας, πρώτον, την αποδεδειγμένη εμπειρία του μελετητή σε σχετικές μελέτες που έχει εκπονήσει την τελευταία τριετία, δεύτερον, τη στελέχωση και τον εξοπλισμό του γραφείου και, τρίτον, τη δυνατότητα εκπονήσεως της μελέτης στον προβλεπόμενο χρόνο, σε συνδυασμό με τις ανειλημμένες υποχρεώσεις του γραφείου και το επιστημονικό δυναμικό του.
11. Δεκατρία γραφεία μελετών ανταποκρίθηκαν στην εν λόγω διακήρυξη διαγωνισμού μεταξύ των οποίων οι κοινοπραξίες Λιανάκης και Πλανητική καθώς και η κοινοπραξία Λουκάτος.
12. Για να είναι σε θέση να αξιολογήσει τις προσφορές των διαγωνιζομένων, η Επιτροπή Αναθέσεως Μελέτης του Δήμου Αλεξανδρούπολης (στο εξής: επιτροπή αναθέσεως) καθόρισε, κατά τη διάρκεια της διαδικασίας αξιολογήσεως, τους συντελεστές βαρύτητας και τα υποκριτήρια για τα περιλαμβανόμενα στη διακήρυξη διαγωνισμού κριτήρια αναθέσεως.
13. Έτσι, καθόρισε συντελεστές βαρύτητας, αντιστοίχως, 60 %, 20 % και 20 % για τα τρία κριτήρια αναθέσεως που περιλαμβάνονται στη διακήρυξη διαγωνισμού.
14. Επιπλέον, όρισε ότι η εμπειρία (πρώτο κριτήριο αναθέσεως) έπρεπε να εκτιμάται αναλόγως της αξίας των πραγματοποιηθεισών μελετών. Έτσι, ο διαγωνιζόμενος ελάμβανε 0 βαθμούς για ποσό μέχρι 500.000 ευρώ, 6 βαθμούς για ποσό μεταξύ 500.000 και 1.000.000 ευρώ, 12 βαθμούς για ποσό μεταξύ 1.000.000 και 1.500.000 ευρώ και ούτω καθεξής, μέχρι την ανώτατη βαθμολογία των 60 βαθμών για ποσό υψηλότερο των 12.000.000 ευρώ.
15. Η στελέχωση και ο εξοπλισμός του γραφείου (δεύτερο κριτήριο αναθέσεως) αξιολογήθηκαν με γνώμονα το μέγεθος της ομάδας μελέτης. Ως εκ τούτου, ο διαγωνιζόμενος ελάμβανε 2 βαθμούς για ομάδα 1 έως 5 ατόμων, 4 βαθμούς για ομάδα 6 έως 10 ατόμων και ούτω καθεξής, μέχρι την ανώτατη βαθμολογία των 20 βαθμών για ομάδες άνω των 45 ατόμων.
16. Τέλος, η επιτροπή αναθέσεως αποφάσισε ότι η δυνατότητα εκπονήσεως μελέτης στον προβλεπόμενο χρόνο (τρίτο κριτήριο αναθέσεως) έπρεπε να εκτιμάται με γνώμονα την αξία των ανειλημμένων υποχρεώσεων. Έτσι, ο διαγωνιζόμενος ελάμβανε την ανώτατη βαθμολογία των 20 βαθμών για ποσό χαμηλότερο των 15.000 ευρώ, 18 βαθμούς για ποσό μεταξύ 15.000 και 60.000 ευρώ, 16 βαθμούς για ποσό μεταξύ 60.000 και 100.000 ευρώ και ούτω καθεξής, μέχρι την κατώτατη βαθμολογία των 0 βαθμών για ποσό υψηλότερο του 1 500.000 ευρώ.
17. Κατ’ εφαρμογήν των εν λόγω κανόνων, η επιτροπή αναθέσεως κατέταξε την κοινοπραξία Λουκάτος στην πρώτη θέση με 78 βαθμούς, την κοινοπραξία Πλανητική στη δεύτερη θέση με 72 βαθμούς και την κοινοπραξία Λιανάκης στην τρίτη θέση με 70 βαθμούς. Ως εκ τούτου, εισηγήθηκε, με το πρακτικό της 27ης Απριλίου 2005, την ανάθεση της μελέτης στην κοινοπραξία Λουκάτος.
18. Με απόφαση της 10ης Μαΐου 2005, το Δημοτικό Συμβούλιο Αλεξανδρούπολης ενέκρινε το πρακτικό της επιτροπής αναθέσεως και ανέθεσε την εκπόνηση της μελέτης στην κοινοπραξία Λουκάτος.
19. Οι κοινοπραξίες Λιανάκης και Πλανητική, κρίνοντας ότι η μελέτη δεν θα είχε ανατεθεί στην κοινοπραξία Λουκάτος αν η επιτροπή αναθέσεως δεν είχε καθορίσει μεταγενεστέρως συντελεστές βαρύτητας και υποκριτήρια για τα περιλαμβανόμενα στη διακήρυξη του διαγωνισμού κριτήρια αναθέσεως, προσέβαλαν την απόφαση που έλαβε το Δημοτικό Συμβούλιο Αλεξανδρούπολης, πρώτα ενώπιον του ιδίου του Δημοτικού Συμβουλίου και κατόπιν ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας, επικαλούμενες, μεταξύ άλλων, λόγους αντλούμενους από παράβαση του άρθρου 36, παράγραφος 2, της οδηγίας 92/50.
20. Υπό τις συνθήκες αυτές, το Συμβούλιο της Επικρατείας αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα:
«Στην περίπτωση κατά την οποία η διακήρυξη διαγωνισμού για την ανάθεση υπηρεσίας προβλέπει μόνον τη σειρά προτεραιότητας των κριτηρίων ανάθεσης, χωρίς να ορίζει τους συντελεστές βαρύτητας κάθε κριτηρίου, το άρθρο 36 της οδηγίας 92/50/ΕΟΚ, για τον συντονισμό των διαδικασιών σύναψης δημόσιων συμβάσεων υπηρεσιών, επιτρέπει τον καθορισμό των συντελεστών βαρύτητας των κριτηρίων μεταγενεστέρως από την επιτροπή του διαγωνισμού και, σε καταφατική περίπτωση, υπό ποιες προϋποθέσεις;»

Επί του προδικαστικού ερωτήματος

21. Με το προδικαστικό του ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ερωτά κατ’ ουσίαν αν το άρθρο 36, παράγραφος 2, της οδηγίας 92/50 απαγορεύει, στο πλαίσιο διαδικασίας διαγωνισμού, στην αναθέτουσα αρχή να καθορίζει μεταγενεστέρως συντελεστές βαρύτητας και υποκριτήρια για τα περιλαμβανόμενα στη συγγραφή υποχρεώσεων ή στη διακήρυξη του διαγωνισμού κριτήρια αναθέσεως.
22. Η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων ισχυρίστηκε, με τις γραπτές παρατηρήσεις της, ότι, πριν δοθεί απάντηση στο υποβληθέν ερώτημα, πρέπει να εξετασθεί αν η οδηγία 92/50 απαγορεύει, στο πλαίσιο διαδικασίας διαγωνισμού, στην αναθέτουσα αρχή να λαμβάνει υπόψη την πείρα των διαγωνιζομένων, τη στελέχωση και τον εξοπλισμό τους καθώς και τη δυνατότητά τους να εκτελέσουν τη σύμβαση στον προβλεπόμενο χρόνο όχι ως «κριτήρια ποιοτικής επιλογής», αλλά ως «κριτήρια αναθέσεως».
23. Συναφώς, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι, μολονότι τυπικά το αιτούν δικαστήριο περιόρισε το ερώτημά του στην ερμηνεία του άρθρου 36, παράγραφος 2, της οδηγίας 92/50, υπό το πρίσμα της μεταγενεστέρως τροποποιήσεως των κριτηρίων αναθέσεως, το γεγονός αυτό δεν εμποδίζει το Δικαστήριο να του παράσχει όλα τα στοιχεία ερμηνείας του κοινοτικού δικαίου που μπορεί να του είναι χρήσιμα για την εκδίκαση της υπόθεσης της οποίας έχει επιληφθεί, ασχέτως του αν το αιτούν δικαστήριο έχει κάνει σχετική μνεία κατά τη διατύπωση του ερωτήματός του (βλ. απόφαση της 26ης Απριλίου 2007, C-392/05, Αλεβίζος, Συλλογή 2007, σ. Ι-3505, σκέψη 64 και την παρατιθέμενη νομολογία).
24. Ως εκ τούτου, πρέπει κατ’ αρχάς να ελεγχθεί η νομιμότητα των κριτηρίων που έγιναν δεκτά ως «κριτήρια αναθέσεως» και, στη συνέχεια, να εξετασθεί η δυνατότητα μεταγενέστερου καθορισμού των συντελεστών βαρύτητας και των υποκριτηρίων για τα περιλαμβανόμενα στη συγγραφή υποχρεώσεων ή στη διακήρυξη του διαγωνισμού κριτήρια αναθέσεως.

Επί των κριτηρίων που μπορούν να γίνουν δεκτά ως «κριτήρια αναθέσεως» (άρθρα 23 και 36, παράγραφος 1, της οδηγίας 92/50)

25. Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι η οδηγία 92/50 προβλέπει στο άρθρο της 23, παράγραφος 1, ότι η εκτέλεση της συμβάσεως ανατίθεται βάσει των κριτηρίων των άρθρων της 36 και 37, λαμβανομένου υπόψη του άρθρου της 24 και αφού ελεγχθεί από τις αναθέτουσες αρχές, βάσει των κριτηρίων των άρθρων της 31 και 32, η καταλληλότητα των παρεχόντων υπηρεσίες που δεν αποκλείονται δυνάμει του άρθρου της 29.
26. Από τη νομολογία προκύπτει ότι, μολονότι η οδηγία 92/50 δεν αποκλείει θεωρητικώς την ταυτόχρονη πραγματοποίηση του ελέγχου της καταλληλότητας των διαγωνιζομένων και της αναθέσεως της εκτελέσεως της συμβάσεως, γεγονός παραμένει ότι οι δύο αυτές διαδικασίες είναι αυτοτελείς και διέπονται από διαφορετικούς κανόνες (βλ., επ’ αυτού, ως προς τις συμβάσεις δημοσίων έργων, απόφαση της 20ής Σεπτεμβρίου 1988, 31/87, Beentjes, Συλλογή 1988, σ. 4635, σκέψεις 15 και 16).
27. Πράγματι, ο έλεγχος της καταλληλότητας των διαγωνιζομένων γίνεται από την αναθέτουσα αρχή σύμφωνα με τα κριτήρια οικονομικής, χρηματοδοτικής και τεχνικής ικανότητας (καλούμενα κριτήρια ποιοτικής επιλογής) των άρθρων 31 και 32 της εν λόγω οδηγίας (βλ., όσον αφορά τις συμβάσεις δημοσίων έργων, απόφαση Beentjes, προπαρατεθείσα, σκέψη 17).
28. Αντιθέτως, η ανάθεση της εκτελέσεως της συμβάσεως βασίζεται στα κριτήρια που απαριθμούνται στο άρθρο 36, παράγραφος 1, της ίδιας αυτής οδηγίας, τα οποία είναι είτε η χαμηλότερη τιμή είτε η πλέον συμφέρουσα από οικονομική άποψη προσφορά (βλ., επ’ αυτού, ως προς τις συμβάσεις δημοσίων έργων, απόφαση Beentjes, προπαρατεθείσα, σκέψη 18).
29. Μολονότι είναι αληθές ότι, στην τελευταία αυτή περίπτωση, τα κριτήρια που μπορούν να γίνουν δεκτά από τις αναθέτουσες αρχές δεν απαριθμούνται περιοριστικά στο άρθρο 36, παράγραφος 1, της οδηγίας 92/50 και ότι, επομένως, η διάταξη αυτή αφήνει στις αναθέτουσες αρχές την επιλογή των κριτηρίων αναθέσεως της εκτελέσεως της συμβάσεως που προτίθενται να εφαρμόσουν, γεγονός παραμένει ότι η επιλογή αυτή δεν μπορεί να αναφέρεται παρά μόνο στα κριτήρια που αφορούν τον εντοπισμό της πλέον συμφέρουσας από οικονομική άποψη προσφοράς (βλ., επ’ αυτού, ως προς τις συμβάσεις δημοσίων έργων, αποφάσεις Beentjes, προπαρατεθείσα, σκέψη 19, της 18ης Οκτωβρίου 2001, C-19/00, SIAC Construction, Συλλογή 2001, σ. I-7725, σκέψεις 35 και 36, καθώς και, ως προς τις δημόσιες συμβάσεις παροχής υπηρεσιών, αποφάσεις της 17ης Σεπτεμβρίου 2002, C-513/99, Concordia Bus Finland, Συλλογή 2002, σ. I-7213, σκέψεις 54 και 59, και της 19ης Ιουνίου 2003, C-315/01, GAT, Συλλογή 2001, σ. I-6351, σκέψεις 63 και 64).
30. Συνεπώς, αποκλείονται ως «κριτήρια αναθέσεως» τα κριτήρια που δεν σκοπούν στον εντοπισμό της πλέον συμφέρουσας από οικονομική άποψη προσφοράς, αλλά συνδέονται κυρίως με την εκτίμηση της καταλληλότητας των διαγωνιζομένων να εκτελέσουν την εν λόγω σύμβαση.
31. Ωστόσο, στη διαφορά της κύριας δίκης, τα κριτήρια που επέλεξε η αναθέτουσα αρχή ως «κριτήρια αναθέσεως» αφορούν την εμπειρία, τα προσόντα και τα μέσα που μπορούν να διασφαλίσουν την προσήκουσα εκτέλεση της εν λόγω συμβάσεως. Πρόκειται για κριτήρια που αφορούν την καταλληλότητα των διαγωνιζομένων να εκτελέσουν τη σύμβαση αυτή και τα οποία, συνεπώς, δεν αποτελούν «κριτήρια αναθέσεως», υπό την έννοια του άρθρου 36, παράγραφος 1, της οδηγίας 92/50.
32. Συνεπώς, διαπιστώνεται ότι τα άρθρα 23, παράγραφος 1, 32 και 36, παράγραφος 1, της οδηγίας 92/50 απαγορεύουν, στο πλαίσιο διαδικασίας διαγωνισμού, στην αναθέτουσα αρχή να λαμβάνει υπόψη την πείρα των διαγωνιζομένων, τη στελέχωση και τον εξοπλισμό τους καθώς και τη δυνατότητά τους να εκτελέσουν τη σύμβαση στον προβλεπόμενο χρόνο όχι ως «κριτήρια ποιοτικής επιλογής», αλλά ως «κριτήρια αναθέσεως».

Επί του μεταγενέστερου καθορισμού των συντελεστών βαρύτητας και των υποκριτηρίων για τα περιλαμβανόμενα στη συγγραφή υποχρεώσεων ή στη διακήρυξη του διαγωνισμού κριτήρια αναθέσεως

33. Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι το άρθρο 3, παράγραφος 2, της οδηγίας 92/50 επιβάλλει στις αναθέτουσες αρχές να φροντίζουν ώστε να μην υπάρχουν διακρίσεις μεταξύ των διαφόρων παρεχόντων υπηρεσίες.
34. Η κατά τα άνω θεσπισθείσα αρχή της ίσης μεταχειρίσεως συνεπάγεται την υποχρέωση διαφάνειας (βλ., επ’ αυτού, ως προς τις συμβάσεις δημοσίων προμηθειών, απόφαση της 18ης Νοεμβρίου 1999, C-275/98, Unitron Scandinavia και 3-S, Συλλογή 1999, σ. Ι-8291, σκέψη 31, και, ως προς τις συμβάσεις δημοσίων έργων, απόφαση SIAC Construction, προπαρατεθείσα, σκέψη 41).
35. Επιπλέον, από το άρθρο 36, παράγραφος 2, της οδηγίας 92/50 προκύπτει ότι, όταν η εκτέλεση της συμβάσεως πρόκειται να ανατεθεί με βάση την πλέον συμφέρουσα από οικονομική άποψη προσφορά, η αναθέτουσα αρχή δηλώνει στη συγγραφή υποχρεώσεων ή στη διακήρυξη του διαγωνισμού τα κριτήρια αναθέσεως των οποίων προβλέπει την εφαρμογή, ει δυνατόν, σε φθίνουσα τάξη ανάλογα με τη σημασία που τους προσδίδεται.
36. Κατά τη νομολογία, η τελευταία αυτή διάταξη, ερμηνευόμενη υπό το πρίσμα της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως των επιχειρηματιών, την οποία θεσπίζει το άρθρο 3, παράγραφος 2, της οδηγίας 92/50, και της εντεύθεν απορρέουσας υποχρεώσεως διαφάνειας, επιβάλλει όπως όλα τα στοιχεία που λαμβάνει υπόψη η αναθέτουσα αρχή για τον εντοπισμό της πλέον συμφέρουσας από οικονομική άποψη προσφοράς και η σχετική σημασία τους καθίστανται γνωστά στους εν δυνάμει προσφέροντες, κατά τον χρόνο προετοιμασίας των προσφορών τους (βλ., επ’ αυτού, ως προς τις δημόσιες συμβάσεις στους τομείς του ύδατος, της ενέργειας, των μεταφορών και των τηλεπικοινωνιών, απόφαση της 25ης Απριλίου 1996, C-87/94, Επιτροπή κατά Βελγίου, Συλλογή 1996, σ. I-2043, σκέψη 88, ως προς τις συμβάσεις δημοσίων έργων, απόφαση της 12ης Δεκεμβρίου 2002, C-470/99, Universale-Bau κ.λπ., Συλλογή 2002, σ. I-11617, σκέψη 98, και, ως προς τις δημόσιες συμβάσεις παροχής υπηρεσιών, απόφαση της 24ης Νοεμβρίου 2005, C-331/04, ATI EAC e Viaggi di Maio κ.λπ., Συλλογή 2005, σ. I-10109, σκέψη 24).
37. Πράγματι, οι εν δυνάμει προσφέροντες πρέπει να είναι σε θέση να γνωρίζουν, κατά τον χρόνο της προετοιμασίας των προσφορών τους την ύπαρξη και το περιεχόμενο των στοιχείων αυτών (βλ., επ’ αυτού, ως προς τις δημόσιες συμβάσεις παροχής υπηρεσιών, προπαρατεθείσες αποφάσεις Concordia Bus Finland, σκέψη 62, και ATI EAC e Viaggi di Maio κ.λπ., σκέψη 23).
38. Συνεπώς, η αναθέτουσα αρχή δεν μπορεί να εφαρμόζει κανόνες καθορισμού των συντελεστών βαρύτητας ή υποκριτήρια για τα κριτήρια αναθέσεως που δεν έχει προηγουμένως γνωστοποιήσει στους προσφέροντες (βλ., κατ’ αναλογίαν, ως προς τις συμβάσεις δημοσίων έργων, απόφαση Universale-Bau κ.λπ., προπαρατεθείσα, σκέψη 99).
39. Η ερμηνεία αυτή ενισχύεται από τον σκοπό της οδηγίας 92/50 που έγκειται στην εξάλειψη των εμποδίων στην ελεύθερη παροχή των υπηρεσιών και, συνεπώς, στην προστασία των συμφερόντων των εγκατεστημένων σε κράτος μέλος επιχειρηματιών οι οποίοι επιθυμούν να παραδώσουν αγαθά ή να παράσχουν υπηρεσίες στις αναθέτουσες αρχές άλλου κράτους μέλους (βλ. επ’ αυτού, μεταξύ άλλων, απόφαση της 3ης Οκτωβρίου 2000, C-380/98, University of Cambridge, Συλλογή 2000, σ. I-8035, σκέψη 16).
40. Προς τούτο, οι προσφέροντες πρέπει να τυγχάνουν της ίδιας μεταχειρίσεως καθ’ όλη τη διάρκεια της διαδικασίας, πράγμα το οποίο συνεπάγεται ότι τα κριτήρια και οι προϋποθέσεις που διέπουν κάθε σύμβαση πρέπει να αποτελούν αντικείμενο επαρκούς δημοσιότητας εκ μέρους των αναθετουσών αρχών (βλ., επ’ αυτού, ως προς τις συμβάσεις δημοσίων έργων, προπαρατεθείσες αποφάσεις Beentjes, σκέψη 21, και SIAC Construction, σκέψη 34, καθώς και, ως προς τις δημόσιες συμβάσεις παροχής υπηρεσιών ATI EAC e Viaggi di Maio κ.λπ., προπαρατεθείσα, σκέψη 22).
41. Εξάλλου, αντιθέτως προς τις αμφιβολίες που εξέφρασε το αιτούν δικαστήριο, οι διαπιστώσεις αυτές δεν αντιβαίνουν στην ερμηνεία του άρθρου 36, παράγραφος 2, της οδηγίας 92/50 την οποία παρέσχε το Δικαστήριο με την προπαρατεθείσα απόφασή του ATI EAC e Viaggi di Maio κ.λπ.
42. Πράγματι, στην υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση εκείνη, τόσο τα κριτήρια αναθέσεως και οι συντελεστές βαρύτητάς τους όσο και τα υποκριτήρια των κριτηρίων αυτών αναθέσεως είχαν καθοριστεί προηγουμένως και δημοσιευθεί στη συγγραφή υποχρεώσεων. Ωστόσο, η εν λόγω αναθέτουσα αρχή καθόρισε εκ των υστέρων, λίγο πριν το άνοιγμα των φακέλων, τους συντελεστές βαρύτητας για τα υποκριτήρια.
43. Το Δικαστήριο έκρινε με την απόφαση εκείνη ότι το άρθρο 36, παράγραφος 2, της οδηγίας 92/50 δεν απαγορεύει τον τρόπο αυτόν ενεργείας, υπό τρεις πολύ συγκεκριμένες προϋποθέσεις, ήτοι ότι:
– δεν τροποποιεί τα οριζόμενα στη συγγραφή υποχρεώσεων ή στη διακήρυξη του διαγωνισμού κριτήρια αναθέσεως της συμβάσεως,
– δεν περιλαμβάνει στοιχεία τα οποία, αν ήσαν γνωστά κατά την προετοιμασία των προσφορών, θα είχαν επηρεάσει ενδεχομένως τη σχετική προετοιμασία, και
– δεν υιοθετήθηκε λαμβανομένων υπόψη στοιχείων δυναμένων να επιφέρουν αποτέλεσμα συνιστάμενο σε δυσμενή διάκριση εις βάρος ενός των προσφερόντων (βλ., επ’ αυτού, απόφαση ATI EAC e Viaggi di Maio κ.λπ., προπαρατεθείσα, σκέψη 32).
44. Αντιθέτως, στην υπόθεση της κύριας δίκης επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η επιτροπή αναθέσεως δεν ανέφερε, στη διακήρυξη διαγωνισμού, παρά μόνον τα καθαυτό κριτήρια αναθέσεως και καθόρισε εκ των υστέρων, μετά την υποβολή των προσφορών και μετά την αποσφράγιση των αιτήσεων εκδηλώσεως ενδιαφέροντος, τόσο τους συντελεστές βαρύτητας όσο και τα υποκριτήρια των κριτηρίων αναθέσεως. Τούτο προδήλως δεν συνιστά εκπλήρωση της υποχρεώσεως δημοσιότητας την οποία προβλέπει το άρθρο 36, παράγραφος 2, της οδηγίας 92/50, ερμηνευόμενης υπό το πρίσμα της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως των επιχειρηματιών και της υποχρεώσεως διαφάνειας.
45. Συνεπώς, κατόπιν των ανωτέρω, στο υποβληθέν ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 36, παράγραφος 2, της οδηγίας 92/50, ερμηνευόμενο υπό το πρίσμα της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως των επιχειρηματιών και της εντεύθεν απορρέουσας υποχρεώσεως διαφάνειας, απαγορεύει, στο πλαίσιο διαδικασίας διαγωνισμού, στην αναθέτουσα αρχή να καθορίζει μεταγενεστέρως συντελεστές βαρύτητας και υποκριτήρια για τα περιλαμβανόμενα στη συγγραφή υποχρεώσεων ή στη διακήρυξη του διαγωνισμού κριτήρια αναθέσεως.

Επί των δικαστικών εξόδων

46. Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.

Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (πρώτο τμήμα) αποφαίνεται:

Το άρθρο 36, παράγραφος 2, της οδηγίας 92/50/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 18ης Ιουνίου 1992, για τον συντονισμό των διαδικασιών σύναψης δημόσιων συμβάσεων υπηρεσιών, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 97/52/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Οκτωβρίου 1997, ερμηνευόμενο υπό το πρίσμα της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως των επιχειρηματιών και της εντεύθεν απορρέουσας υποχρεώσεως διαφάνειας, απαγορεύει, στο πλαίσιο διαδικασίας διαγωνισμού, στην αναθέτουσα αρχή να καθορίζει μεταγενεστέρως συντελεστές βαρύτητας και υποκριτήρια για τα περιλαμβανόμενα στη συγγραφή υποχρεώσεων ή στη διακήρυξη του διαγωνισμού κριτήρια αναθέσεως.