1. Skip to Main Menu
  2. Skip to Content
  3. Skip to Footer
Καλως ήρθατε στο ανανεωμένο FOGGS.gr

- Ασφάλιση αυτοκινήτων.

 E-mail

- Ασφάλιση αυτοκινήτων. Ασφαλιστική σύμβαση. Ο έγγραφος τύπος δεν είναι συστατικός, αλλά αποδεικτικός. Οδήγηση υπό την επίδραση οινοπνεύματος.
- Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 189, 192 ΕμπΝ και αρθ. 2 παρ. 1 της Κ4/585/1978 Α.Υ.Ε, που εκδόθηκε βάσει του άρθρου 6 παρ. 7 του Ν. 489/1976, προκύπτει, ότι η ασφαλιστική σύμβαση, που καλύπτει την αστική ευθύνη των ενεχομένων κατά νόμο για ατύχημα προσώπων, καταρτίζεται εγγράφως. Το έγγραφο δεν έχει συστατικό χαρακτήρα, αλλά είναι αποδεικτικό. Αν δεν συνταγεί έγγραφο, η σύμβαση μεταξύ των μερών αποδεικνύεται με όρκο ή ομολογία. Για τη συντέλεση της συμβάσεως ασφαλίσεως απαιτείται πρόταση και αποδοχή της (άρθρ. 185 επ. ΑΚ.) που να καλύπτει τα ουσιώδη στοιχεία της (και άρθ. 3 παρ.1 της Κ4/585/1978 Α.Υ.Ε.). Η ολοκλήρωση της συμβάσεως ασφαλίσεως επέρχεται συνήθως με την υπογραφή των συμβαλλομένων μερών. Εξάλλου ορίζεται μεν από το προοίμιο της Κ4/585/1978 Α.Υ.Ε., ότι η ασφάλιση αυτοκινήτου διέπεται από τους γενικούς όρους, που ορίζονται από την άνω Υπουργική Απόφαση. Όμως για να επέλθει τούτο πρέπει οι όροι αυτοί να αποτελέσουν περιεχόμενο της συμβάσεως ασφαλίσεως ή τουλάχιστον να γίνει παραπομπή σ' αυτούς, αφού αρκεί προς τούτο η αναφορά μόνο του αριθμού της άνω Α.Υ.Ε και του Φ.Ε.Κ. (αριθ. 795 τ. ΑΕ και ΕΠΕ), στο οποίο αυτή έχει δημοσιευθεί. Μεταξύ των όρων αυτών περιλαμβάνεται και η ρύθμιση του άρθρου 25 αριθ. 8 της Κ4/585/1978, σύμφωνα με την οποία αποκλείονται από την ασφάλιση ζημίες προξενούμενες «καθ' ον χρόνο ο οδηγός του αυτοκινήτου οχήματος ετέλει υπό την επίδρασιν οινοπνεύματος ή τοξικών ουσιών, κατά την έννοιαν και τις προϋποθέσεις του άρθρου 42 του Κ.Ο.Κ.». Με την 13382/Φ.705.11/4δ/25-11-1977 κοινή απόφαση των Υπουργών Συγκοινωνιών και Δημοσίας τάξεως, η οποία εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άνω άρθ. 42 Κ.Ο.Κ., ορίζονται οι διατυπώσεις για τη διαπίστωση της μέθης. Το περιεχόμενο των γενικών όρων, των διαλαμβανομένων στην Κ4/585/1978 Α.Υ.Ε., είναι δεσμευτικό για τα συμβαλλόμενα μέρη, εφόσον αυτά τους αποδέχθηκαν, έστω και αν λείπει τυπικά η υπογραφή του αντισυμβαλλόμενου στο ασφαλιστήριο. Πράξεις συνιστώσες αποδοχή των γενικών όρων του ασφαλιστηρίου, το οποίο είτε τους περιλαμβάνει αναλυτικά είτε παραπέμπει στο Φ.Ε.Κ., στο οποίο έχουν καταχωρηθεί, μπορούν ν' αποτελέσουν η παραλαβή του ασφαλιστηρίου συμβολαίου από τον ασφαλισμένο, η παραλαβή του ειδικού σήματος και της βεβαιώσεως ασφάλισης του αυτοκινήτου, που επικολλώνται συνήθως στο «παρ-μπρίζ» του αυτοκινήτου, η καταβολή των ασφαλίστρων και η δήλωση του ατυχήματος στον ασφαλιστή. Εφόσον δημιουργείται κατά τον ανωτέρω τρόπο δέσμευση του ασφαλισμένου από τους παραπάνω γενικούς όρους, και ειδικότερα τον διαλαμβανόμενο στο άρθρο 25 αριθ. 8, τότε δύναται ο ασφαλιστής, εφόσον κατά νόμο δεν μπορεί να αντιτάξει τέτοιο αποκλεισμό της ευθύνης του κατά του παθόντος τρίτου, γιατί η Κ4/585/1978 Α.Υ.Ε. κατά το σκέλος τούτο είναι εκτός νομοθετικής εξουσιοδοτήσεως του Ν. 489/1976, ν' αξιώσει από τον ασφαλισμένο του να του καταβάλει κάθε ποσό, το οποίο θα καταβάλει στον τρίτο λόγω αποζημιώσεως από το ατύχημα.
- Από τις εφαρμοζόμενες και στην ειδική διαδικασία του άρθρου 681Α ΚΠολΔ διατάξεις των άρθρων 670 εδ. α' και 671 εδ. β' του ίδιου κώδικα, που ορίζουν, ότι «οι διάδικοι έως το τέλος της συζήτησης στο ακροατήριο προσάγουν όλα τα αποδεικτικά τους μέσα» και ότι «το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου», προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας δικάζοντας κατά την ανωτέρω διαδικασία μπορεί να λάβει υπόψη του οποιαδήποτε αποδεικτικά μέσα και όταν δεν πληρούν τους όρους του νόμου, τα οποία εκτιμά ελεύθερα, γιατί δεν είναι υποχρεωμένο ν' ακολουθήσει ορισμένους κανόνες ως προς την αποδεικτική τους ισχύ. Απ' αυτά συνάγεται ότι η διάταξη του άρθ. 559 αριθ.12 ΚΠολΔ κατά την οποία αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων και συνεπεία της παραβιάσεως αυτής προσδίδει σε ένα από αυτά μεγαλύτερη ή μικρότερη αποδεικτική δύναμη από εκείνη, που ορίζει ο νόμος, και όχι όταν εκτιμά αυτό ελεύθερα κατ' άρθ. 340 ΚΠολΔ και του αποδίδει μεγαλύτερη ή μικρότερη βαρύτητα από εκείνη που του αποδίδει ο αναιρεσείων, δεν συμβιβάζεται προς το πνεύμα της διαγραφόμενης από τη διάταξη του άρθ. 681 Α' του ΚΠολΔ διαδικασίας γι' αυτό και ο προβλεπόμενος από τη διάταξη αυτή λόγος αναιρέσεως απορρίπτεται ως απαράδεκτος.
- Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 11 παρ. 1 του Ν. 489/1976, 25 περ. 8 της Κ4/585/1978 ΑΥΕ, που εκδόθηκε με βάση το άρθρο 647 του Ν. 489/1976, 189 ΕμπΝ και 361 ΑΚ προκύπτει, ότι ο ασφαλιστής δεν μπορεί κατά το νόμο να αντιτάξει στον παθόντα τρίτο ότι το ατύχημα συνέβη σε χρόνο που ο οδηγός του τελούσε υπό την επίδραση οινοπνεύματος. Όμως επιτρέπεται να συμφωνηθεί μεταξύ του ασφαλιστή και του αντισυμβαλλόμενου ότι στην περίπτωση αυτή ο ασφαλιστής δικαιούται να στραφεί κατά του αντισυμβαλλομένου και του ασφαλισμένου του και ν' αξιώσει απ' αυτούς να του καταβάλουν κάθε ποσό που θα υποχρεωθεί να καταβάλει στον παθόντα τρίτο. Για να είναι ορισμένη τέτοια αγωγή του ασφαλιστή κατά των άνω προσώπων πρέπει ν' αναφέρονται σ' αυτή επαρκώς η συναφθείσα σύμβαση ασφαλίσεως αστικής ευθύνης των άνω προσώπων σχετικώς με συγκεκριμένο αυτοκίνητο, όπως και ότι ο σχετικός περί απαλλαγής του ασφαλιστή όρος (άρθ. 25 περ. 8 της Κ4/585/1978 ΑΥΕ) κατέστη περιεχόμενο της συμβάσεως ασφαλίσεως, και ο τρόπος κατά τον οποίο συνέβη τούτο.

Διατάξεις:

ΑΚ: 361,
ΚΠολΔ: 340, 670, 671, 681Α
ΕμπΝ: 189
ΚΟΚ: 42
ΥΑ: Κ4/585/1978 άρθ. 25
Αριθμός 1650/2001

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ΄ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αντώνιο Παπαθεοδώρου, Αντιπρόεδρο, Παύλο Μεϊδάνη, Κωνσταντίνο Βαλμαντώνη, Αθανάσιο Κρητικό και Νικόλαο Κασσαβέτη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 19 Οκτωβρίου 2001, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. XXX και 2. XXX, κατοίκων Κατερίνης, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δ. Κρεμεζή με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δικ.

Της αναιρεσίβλητης: Ασφαλιστικής Εταιρίας Γενικών Ασφαλειών με την επωνυμία «ΑΛΛΙΑΝΣ ΑΕΓΑ», που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν παραστάθηκε.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις με αριθμούς κατάθεσης 11043/21-3-1997, 29538/19-8-1997, 32429/15-9-1997 κύριες αγωγές και 29289/12-8-1997 και 41141/13-11-1997 παρεμπίπτουσες αγωγές, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 23854/1998 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 7/2000 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 28-8-2000 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνον οι αναιρεσείοντες, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αθανάσιος Κρητικός ανάγνωσε την από 2-10-2001 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Κατά το άρθ. 576 παρ. 2 του ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως, αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία του κλητευθέντος. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την 13463/24-1-2001 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών ΧΧΧ, ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως με την στο τέλος αυτής πράξη ορισμού δικασίμου της αναφερόμενης στην αρχή της παρούσας συνεδρίασης και κλήση προς συζήτηση της αιτήσεως επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα με επιμέλεια των αναιρεσειόντων στην αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία «ΑΛΛΙΑΝΣ ΑΕΓΑ» ανώνυμη ασφαλιστική εταιρία γενικών ασφαλειών. Συνεπώς εφόσον η ανωτέρω αναιρεσίβλητη δεν εμφανίσθηκε κατά την προκειμένη συνεδρίαση, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία της.
ΙΙ. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 189, 192 ΕμπΝ και αρθ. 2 παρ.1 της Κ4/585/1978 Α.Υ.Ε, που εκδόθηκε βάσει του άρθρου 6 παρ. 7 του Ν. 489/1976, προκύπτει, ότι η ασφαλιστική σύμβαση, που καλύπτει την αστική ευθύνη των ενεχομένων κατά νόμο για ατύχημα προσώπων, καταρτίζεται εγγράφως. Το έγγραφο δεν έχει συστατικό χαρακτήρα, αλλά είναι αποδεικτικό. Αν δεν συνταγεί έγγραφο, η σύμβαση μεταξύ των μερών αποδεικνύεται με όρκο ή ομολογία. Για τη συντέλεση της συμβάσεως ασφαλίσεως απαιτείται πρόταση και αποδοχή της (άρθρ. 185 επ. ΑΚ.) που να καλύπτει τα ουσιώδη στοιχεία της (και άρθ. 3 παρ.1 της Κ4/585/1978 Α.Υ.Ε.). Η ολοκλήρωση της συμβάσεως ασφαλίσεως επέρχεται συνήθως με την υπογραφή των συμβαλλομένων μερών. Εξάλλου ορίζεται μεν από το προοίμιο της Κ4/585/1978 Α.Υ.Ε., ότι η ασφάλιση αυτοκινήτου διέπεται από τους γενικούς όρους, που ορίζονται από την άνω Υπουργική Απόφαση. Όμως για να επέλθει τούτο πρέπει οι όροι αυτοί να αποτελέσουν περιεχόμενο της συμβάσεως ασφαλίσεως ή τουλάχιστον να γίνει παραπομπή σ' αυτούς, αφού αρκεί προς τούτο η αναφορά μόνο του αριθμού της άνω Α.Υ.Ε και του Φ.Ε.Κ. (αριθ. 795 τ. ΑΕ και ΕΠΕ), στο οποίο αυτή έχει δημοσιευθεί. Μεταξύ των όρων αυτών περιλαμβάνεται και η ρύθμιση του άρθρου 25 αριθ. 8 της Κ4/585/1978, σύμφωνα με την οποία αποκλείονται από την ασφάλιση ζημίες προξενούμενες «καθ' ον χρόνο ο οδηγός του αυτοκινήτου οχήματος ετέλει υπό την επίδρασιν οινοπνεύματος ή τοξικών ουσιών, κατά την έννοιαν και τις προϋποθέσεις του άρθρου 42 του Κ.Ο.Κ.». Με την 13382/Φ.705.11/4δ/25-11-1977 κοινή απόφαση των Υπουργών Συγκοινωνιών και Δημοσίας τάξεως, η οποία εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άνω άρθ. 42 Κ.Ο.Κ., ορίζονται οι διατυπώσεις για τη διαπίστωση της μέθης. Το περιεχόμενο των γενικών όρων, των διαλαμβανομένων στην Κ4/585/1978 Α.Υ.Ε., είναι δεσμευτικό για τα συμβαλλόμενα μέρη, εφόσον αυτά τους αποδέχθηκαν, έστω και αν λείπει τυπικά η υπογραφή του αντισυμβαλλόμενου στο ασφαλιστήριο. Πράξεις συνιστώσες αποδοχή των γενικών όρων του ασφαλιστηρίου, το οποίο είτε τους περιλαμβάνει αναλυτικά είτε παραπέμπει στο Φ.Ε.Κ., στο οποίο έχουν καταχωρηθεί, μπορούν ν' αποτελέσουν η παραλαβή του ασφαλιστηρίου συμβολαίου από τον ασφαλισμένο, η παραλαβή του ειδικού σήματος και της βεβαιώσεως ασφάλισης του αυτοκινήτου, που επικολλώνται συνήθως στο «παρ-μπρίζ» του αυτοκινήτου, η καταβολή των ασφαλίστρων και η δήλωση του ατυχήματος στον ασφαλιστή. Εφόσον δημιουργείται κατά τον ανωτέρω τρόπο δέσμευση του ασφαλισμένου από τους παραπάνω γενικούς όρους, και ειδικότερα τον διαλαμβανόμενο στο άρθρο 25 αριθ. 8, τότε δύναται ο ασφαλιστής, εφόσον κατά νόμο δεν μπορεί να αντιτάξει τέτοιο αποκλεισμό της ευθύνης του κατά του παθόντος τρίτου, γιατί η Κ4/585/1978 Α.Υ.Ε. κατά το σκέλος τούτο είναι εκτός νομοθετικής εξουσιοδοτήσεως του Ν. 489/1976, ν' αξιώσει από τον ασφαλισμένο του να του καταβάλει κάθε ποσό, το οποίο θα καταβάλει στον τρίτο λόγω αποζημιώσεως από το ατύχημα. Εξάλλου, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως ιδρύεται, όταν από το αιτιολογικό της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως δεν προκύπτουν σαφώς και επαρκώς τα πραγματικά εκείνα περιστατικά, που είναι κατά νόμο αναγκαία για την εφαρμογή στη συγκεκριμένη περίπτωση του εφαρμοσθέντα κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όπως όταν η απόφαση έχει ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες σχετικά με τα πραγματικά περιστατικά, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με συνέπεια να μη μπορεί να ελεγχθεί αναιρετικά, αν ορθώς ή όχι εφαρμόσθηκε ο κανόνας του ουσιαστικού δικαίου.
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε τα ακόλουθα: η δεύτερη αναιρεσείουσα και ιδιοκτήτρια του ΚΝΑ-ΧΧΧ ΙΧΕ αυτοκινήτου, το οποίο οδηγούσε ο πρώτος αναιρεσείων, ο οποίος ήταν γιός της και είχε προστηθεί στην οδήγηση αυτού από την μητέρα του, υπέγραψε την 030931/96 αίτηση-πρόταση ασφάλισης και παρέλαβε α)το 060668/96 ασφαλιστήριο συμβόλαιο της αναιρεσίβλητης, το οποίο ορίζει σαφώς στην πρώτη σελίδα και στο άρθρο 1, ότι το παρόν ασφαλιστήριο διέπεται από τους ενιαίους όρους συμβολαίου αυτοκινήτων, που περιλαμβάνονται στο ΦΕΚ αριθμ. 795 της 8-4-1978, στο οποίο δημοσιεύθηκε η Κ4/585/5-4-1978 απόφαση του υπουργού Εμπορίου. β) Παρέλαβε το «ειδικό σήμα» και την ειδική «βεβαίωση ασφάλισης» του άρθρου 24 της παραπάνω υπουργικής απόφασης, γ) κατέβαλε τα ασφάλιστρα με την Α060668/96 απόδειξη και δ) προέβη στη δήλωση του ανωτέρω ατυχήματος στην αναιρεσίβλητη. Επομένως αποδέχθηκε την ασφαλιστική σύμβαση και τη λειτουργία αυτής με τους παραπάνω γενικούς όρους, που έλαβε γνώση. Μεταξύ αυτών διαλαμβανόταν και ο όρος του άρθρου 25 παρ.8 της Κ4/ 585/78 ανωτέρω υπουργικής απόφασης, κατά τον οποίο η ασφάλιση δεν καλύπτει ζημίες προξενούμενες από οδηγό, που τελεί υπό την επίδραση οινοπνεύματος κατά την οδήγηση. Συνεπώς, καταρτίστηκε η ανωτέρω σύμβαση ασφάλισης και με την ανωτέρω αποδοχή της πρότασης από την ιδιοκτήτρια του ανωτέρω αυτοκινήτου, αναπληρώνεται και η υπογραφή του ασφαλιστηρίου από την ασφαλισμένη. Τέτοια εξαίρεση από την ασφαλιστική κάλυψη υφίσταται και στη συγκεκριμένη περίπτωση αφού, ο πρώτος αναιρεσείων που ήταν οδηγός του ζημιογόνου αυτοκινήτου, τελούσε κατά το χρόνο του ατυχήματος υπό την επίδραση οινοπνεύματος και δεν ήταν ικανός για την οδήγηση αυτοκινήτου, αφού στο αίμα του το ανωτέρω ποσοστό 0.97ο/οο, ήτοι πάνω από 0.80ο/οο απαλλάσσει την ασφαλιστική εταιρία έναντι της ασφαλισμένης της και δικαιούται να στραφεί κατ' αυτού και της ιδιοκτήτριας του ζημιογόνου αυτοκινήτου και να απαιτήσει κάθε ποσό που θα καταβάλει ή κατέβαλε στους ζημιωθέντες σύμφωνα με τα ανωτέρω στη νομική σκέψη εκτεθέντα, με το νόμιμο τόκο από την έκδοση της απόφασης. Ακολούθως, το Εφετείο με βάση τις παραδοχές αυτές δέχθηκε ως ουσιαστικά βάσιμη την έφεση της αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρίας, εξαφάνισε την εκκληθείσα πρωτόδικη απόφαση στο μέτρο που αυτή απέρριψε τις παρεμπίπτουσες αγωγές της αναιρεσίβλητης και ακολούθως υποχρέωσε τους αναιρεσείοντες να καταβάλουν στην αναιρεσίβλητη κάθε ποσό, που αυτή υποχρεώθηκε να καταβάλει στους ενάγοντες της βασικής αγωγής. ΄Ετσι που έκρινε το Εφετείο ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε τις παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, ενώ διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς, πλήρεις και χωρίς αντίφαση αιτιολογίες στα κρίσιμα σημεία της ένδικης υποθέσεως, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ειδικότερα δεν ήταν απαραίτητο ν' αναφέρεται στην απόφαση αυτούσια η αποκλείουσα την ευθύνη του ασφαλιστή ρύθμιση του άρθρου 25 περ. 8 της Κ4/585/1978 Α.Υ.Ε, αφού αρκούσε η παραπομπή από το ασφαλιστήριο συμβόλαιο, το οποίο παρέλαβαν οι αναιρεσείοντες και είχαν κάθε δυνατότητα να λάβουν γνώση του περιεχομένου του, στην περιέχουσα την μνημονευθείσα εξαίρεση άνω Α.Υ.Ε. που είναι δημοσιευμένη στο ΦΕΚ αρ. 795. Συνεπώς όσα αντίθετα αναφέρουν οι αναιρεσείοντες με τον εκ του άρθρου 559 αρ.1 και 19 ΚΠολΔ απορρέοντα πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, και δη ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν αναφέρει ποίο ήταν το περιεχόμενο της αιτήσεως-προτάσεως για τη σύναψη της συμβάσεως ασφαλίσεως του ζημιογόνου αυτοκινήτου, ότι το ασφαλιστήριο συμβόλαιο δεν φέρει την υπογραφή της ασφαλισμένης ιδιοκτήτριας του ζημιογόνου αυτοκινήτου και ότι δεν συμφωνήθηκε ειδικώς μεταξύ των διαδίκων, ότι η ελλείπουσα υπογραφή της ασφαλισμένης στο ασφαλιστήριο συμβόλαιο θα αναπληρώνεται από την υπογραφή της ιδίας στην αίτηση-πρόταση προς σύναψη της συμβάσεως-ασφαλίσεως είναι αβάσιμα και γι' αυτό ο ανωτέρω λόγος πρέπει να απορριφθεί.
ΙΙΙ. Οι αναιρεσείοντες, με τον δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως επικαλούμενοι το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη «πράγματα» ασκούντα ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης χωρίς να έχουν προταθεί αυτά από την αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρία, ήτοι ότι η δεύτερη αναιρεσείουσα αποδέχθηκε την ασφαλιστική σύμβαση με τους αναφερόμενους στην Κ4/585/1978 Α.Υ.Ε. γενικούς όρους, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και η αποκλείουσα την ευθύνη του ασφαλιστή ρύθμιση που περιέχεται στο άρθρο 25 περ. 8 της άνω ΑΥΕ, χωρίς τούτο να προταθεί από την αναιρεσίβλητη και ότι έλαβε γνώση αυτής χωρίς να εξηγεί τον τρόπο κατά τον οποίο συνέβη τούτο. Όμως ο σχετικός λόγος είναι αβάσιμος, γιατί, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο των επισκοπηθεισών (άρθρ.561 παρ. 2 ΚΠολΔ) ενδίκων παρεμπιπτουσών αγωγών, η αναιρεσίβλητη προέβαλε στις αγωγές αυτές ότι στο εκδοθέν απ' αυτήν 060668/96 ασφαλιστήριο συμβόλαιο του ζημιογόνου αυτοκινήτου, που παραδόθηκε στην ασφαλισμένη και κυρία τούτου δεύτερη αναιρεσείουσα, αναφέρεται η περιέχουσα απαλλαγή του ασφαλιστή περίπτωση του άρθρου 25 αριθ. 8 της Κ4/585/1978 Α.Υ.Ε., όπως και η ίδια η τελευταία αυτή απόφαση με αναφορά του ΦΕΚ (αριθ. 795/1978 τ. ΑΕ και ΕΠΕ) στο οποίο αυτή είναι δημοσιευμένη. Εντεύθεν οι αναιρεσείοντες και εξ αυτών ιδίως η ιδιοκτήτρια του ζημιογόνου αυτοκινήτου δεύτερη αναιρεσείουσα έλαβε γνώση της άνω Α.Υ.Ε, το ακριβές περιεχόμενο της οποίας ηδύνατο περαιτέρω να πληροφορηθεί από το αναφερόμενο Φ.Ε.Κ.
ΙV. Από τις εφαρμοζόμενες και στην ειδική διαδικασία του άρθρου 681Α ΚΠολΔ διατάξεις των άρθρων 670 εδ. α' και 671 εδ. β' του ίδιου κώδικα, που ορίζουν, ότι «οι διάδικοι έως το τέλος της συζήτησης στο ακροατήριο προσάγουν όλα τα αποδεικτικά τους μέσα» και ότι «το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου», προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας δικάζοντας κατά την ανωτέρω διαδικασία μπορεί να λάβει υπόψη του οποιαδήποτε αποδεικτικά μέσα και όταν δεν πληρούν τους όρους του νόμου, τα οποία εκτιμά ελεύθερα, γιατί δεν είναι υποχρεωμένο ν' ακολουθήσει ορισμένους κανόνες ως προς την αποδεικτική τους ισχύ. Απ' αυτά συνάγεται ότι η διάταξη του άρθ. 559 αριθ. 12 ΚΠολΔ κατά την οποία αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων και συνεπεία της παραβιάσεως αυτής προσδίδει σε ένα από αυτά μεγαλύτερη ή μικρότερη αποδεικτική δύναμη από εκείνη, που ορίζει ο νόμος, και όχι όταν εκτιμά αυτό ελεύθερα κατ' άρθ. 340 ΚΠολΔ και του αποδίδει μεγαλύτερη ή μικρότερη βαρύτητα από εκείνη που του αποδίδει ο αναιρεσείων, δεν συμβιβάζεται προς το πνεύμα της διαγραφόμενης από τη διάταξη του άρθ. 681 Α' του ΚΠολΔ διαδικασίας γι' αυτό και ο προβλεπόμενος από τη διάταξη αυτή λόγος αναιρέσεως απορρίπτεται ως απαράδεκτος. Συνεπώς ο υπό του άρθρου 559 αριθ. 12 ΚΠολΔ προβλεπόμενος τρίτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προσάπτεται στην προβληθείσα και κατά τη διαδικασία του άρθρου 681 Α' του ΚΠολΔ εκδοθείσα απόφαση η πλημμέλεια της παραβιάσεως των ορισμών του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος.
V. Ο θεσπιζόμενος υπό του άρθρου 559 αρ. 20 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, για παραμόρφωση εγγράφου, συνίσταται στο διαγνωστικό λάθος της αποδόσεως από το δικαστήριο σε αποδεικτικό, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 ΚΠολΔ, έγγραφο περιεχομένου καταδήλως διαφορετικού από το αληθινό εξαιτίας του οποίου καταλήγει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα. Δεν περιλαμβάνει όμως και την περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο , από την εκτίμηση και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου, έστω και εσφαλμένως, καταλήγει σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο, που θεωρεί ως ορθό ο αναιρεσείων, γιατί τότε πρόκειται για αιτίαση, η οποία είναι σχετική με την εκτίμηση πραγμάτων, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο. Πρέπει δε την παραπάνω επιζήμια για τον αναιρεσείοντα κρίση του να σχημάτισε αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από το έγγραφο, το φερόμενο ως παραμορφωμένο, προϋπόθεση η οποία δεν συντρέχει, όταν τούτο εκτιμήθηκε μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, γιατί στην περίπτωση αυτή δεν είναι δυνατή η εξακρίβωση της ιδιαίτερης αποδεικτικής σημασίας του. Στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσείοντες με τον τέταρτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως προβάλλουν την αιτίαση, ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο της προτάσεως ασφαλίσεως για την οποία δέχθηκε, ότι υπήρχε το κείμενο της Κ4/585/1978 ΑΥΕ, μολονότι δεν υπήρχε, με αποτέλεσμα να οδηγηθεί σε εσφαλμένη κρίση, ότι δηλαδή η υπογραφή της δεύτερης των αναιρεσειόντων αναπληρώνει την έλλειψη υπογραφής της στο ασφαλιστήριο συμβόλαιο. Συνεπώς ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος, γιατί, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το δικαστήριο εκτίμησε το περιεχόμενο της προτάσεως ασφαλίσεως με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, που αναφέρει, στηρίζοντας την κρίση του για δέσμευση των αναιρεσειόντων, στο ασφαλιστήριο συμβόλαιο που παραπέμπει στην άνω Κ4/585/1978 ΑΥΕ και στις αναφερόμενες πράξεις που μνημονεύει.
VI. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 11 παρ. 1 του Ν. 489/1976, 25 περ. 8 της Κ4/585/1978 ΑΥΕ, που εκδόθηκε με βάση το άρθρο 647 του Ν. 489/1976, 189 ΕμπΝ και 361 ΑΚ προκύπτει, ότι ο ασφαλιστής δεν μπορεί κατά το νόμο να αντιτάξει στον παθόντα τρίτο ότι το ατύχημα συνέβη σε χρόνο που ο οδηγός του τελούσε υπό την επίδραση οινοπνεύματος. Όμως επιτρέπεται να συμφωνηθεί μεταξύ του ασφαλιστή και του αντισυμβαλλόμενου ότι στην περίπτωση αυτή ο ασφαλιστής δικαιούται να στραφεί κατά του αντισυμβαλλομένου και του ασφαλισμένου του και ν' αξιώσει απ' αυτούς να του καταβάλουν κάθε ποσό που θα υποχρεωθεί να καταβάλει στον παθόντα τρίτο. Για να είναι ορισμένη τέτοια αγωγή του ασφαλιστή κατά των άνω προσώπων πρέπει ν' αναφέρονται σ' αυτή επαρκώς η συναφθείσα σύμβαση ασφαλίσεως αστικής ευθύνης των άνω προσώπων σχετικώς με συγκεκριμένο αυτοκίνητο, όπως και ότι ο σχετικός περί απαλλαγής του ασφαλιστή όρος (άρθ. 25 περ. 8 της Κ4/585/1978 ΑΥΕ) κατέστη περιεχόμενο της συμβάσεως ασφαλίσεως, και ο τρόπος κατά τον οποίο συνέβη τούτο.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τις επισκοπούμενες παραδεκτώς (άρθ.561 ΚΠολΔ) δύο ένδικες παρεμπίπτουσες αγωγές της αναιρεσίβλητης, αναφέρεται σ' αυτές, ότι η σύμβαση ασφαλίσεως μεταξύ των μερών, για την οποία εκδόθηκε το 060668/1996 ασφαλιστήριο συμβόλαιο, διέπεται από την Κ4/585/1978 ΑΥΕ, η οποία κατέστη συμβατικό περιεχόμενο στο σύνολό της (και επομένως και η επίμαχη περίπτωση του άρθ. 25 αριθ. 8 αυτής) του ασφαλιστηρίου, γιατί το αυτό παραπέμπει στην άνω ΑΥΕ ως και στο ΦΕΚ (795/1978 τ. ΑΕ και ΕΠΕ). Τούτο δε θεωρείται κατά νόμο αρκετό για το ορισμένο και την πληρότητα της αγωγής, αφού δεν είναι αναγκαίο ν' αναφέρεται ρητώς ο ειδικός όρος του ασφαλιστηρίου, που παραπέμπει στην άνω ΑΥΕ, ενώ το Εφετείο για τη δέσμευση της αναιρεσίβλητης από την ΑΥΕ αναφέρει, μεταξύ άλλων, την παραλαβή του ασφαλιστηρίου συμβολαίου και του ειδικού σήματος-βεβαιώσεως, έστω και αν η δεύτερη αναιρεσείουσα δεν υπέγραψε το ασφαλιστήριο. Τέλος δεν χρειάζεται αναφορά του τρόπου κατά τον οποίο οι αναιρεσείοντες έλαβαν γνώση του περιεχομένου της Κ4/585/1978 ΑΥΕ, αφού αρκεί η γενική δυνατότητα να λάβουν γνώση μέσω του οικείου ΦΕΚ (αρ. 797 τ. Α.Ε και ΕΠΕ), στο οποίο είναι δημοσιευμένη η άνω ΑΥΕ. Συνεπώς ο εκ του άρθρου 559 αρ.1 και 14 του ΚΠολΔ απορρέων αντίθετος πέμπτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
VII.- Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω η αίτηση αναιρέσεως πρέπει ν' απορριφθεί.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 28-8-2000 αίτηση των Δημ. Λ. και Ε. συζ. Ν. Λ. για αναίρεση της 7/2000 αποφάσεως του Εφετείου Θεσ/νίκης.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα, στις 31 Οκτωβρίου 2001.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο στην Αθήνα, στις 22 Νοεμβρίου 2001.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ