1. Skip to Main Menu
  2. Skip to Content
  3. Skip to Footer
Καλως ήρθατε στο ανανεωμένο FOGGS.gr

- Έφεση.

 E-mail

- Έφεση. Οριστικές αποφάσεις, εν όλω και εν μέρει. Αντικειμενική και υποκειμενική σώρευση αγωγών. Κοινοποίηση αντιγράφου αγωγής για διαφυγόντα κέρδη από αυτοκινητικό ατύχημα σε Δ.Ο.Υ.
- Επί αντικειμενικής σωρεύσεως στο ίδιο δικόγραφο περισσοτέρων αγωγών και αιτήσεων δεν επιτρέπεται έφεση, προτού περατωθεί οριστικώς η δίκη ως προς όλες τις αγωγές και αιτήματα, που ενώθηκαν στο ίδιο δικόγραφο. Επί υποκειμενικής, όμως, σωρεύσεως αγωγών (απλή ομοδικία), αν η αγωγή κριθεί οριστικά έναντι ορισμένων ομοδίκων, όχι όμως έναντι των υπολοίπων, ως προς τους πρώτους η απόφαση, κατά την οριστική της διάταξη, θεωρείται εκκλητή, τόσο από τους ίδιους όσο και από τον αντίδικό τους.
- Οριστική απόφαση, είναι εκείνη που περατώνει τη δίκη, με την παραδοχή ή την απόρριψη της αγωγής, που απεκδύει το δικαστή της περαιτέρω εξουσίας του σχετικά με το αγωγικό αίτημα. Η απόφαση, που κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση, λόγω έλλειψης πιστοποιητικού δήλωσης φόρου κληρονομιάς ή επίδοσης αντιγράφου της αγωγής στον αρμόδιο Οικονομικό Έφορο, ή η απόφαση, που αναστέλλει τη συζήτηση μέχρι την προσκόμιση των πιστοποιητικών αυτών, δεν είναι οριστική. Σε έφεση υπόκεινται μόνο οι «εν όλω» οριστικές αποφάσεις. Οι εν μέρει οριστικές δεν υπόκεινται σε έφεση ούτε ως προς τις οριστικές τους διατάξεις. Εν μέρει οριστική είναι, μεταξύ των άλλων, και η απόφαση με την οποία περατώνεται η δίκη σε ορισμένο κεφάλαιο μόνο αυτής, ενώ για τα υπόλοιπα εξακολουθεί να είναι εκκρεμής και ακόμη εκείνη, που δέχεται την αγωγή ως προς ορισμένα κονδύλια, ενώ ως προς άλλα αναστέλλει την πρόοδο της δίκης.
- Επί αγωγής, αναγνωριστικής ή καταψηφιστικής, που στρέφεται κατά της ασφαλιστικής εταιρίας, του Επικουρικού Κεφαλαίου, του κυρίου, κατόχου, οδηγού ή προστήσαντος στην οδήγηση του ζημιογόνου αυτοκινήτου, ως υπόχρεων μεταξύ άλλων και για διαφυγόντα κέρδη, λόγω του αυτοκινητικού ατυχήματος, σε τραυματισθέντα, εάν κατά τη συζήτηση ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, και σε κάθε περίπτωση ως τη συζήτηση της εφέσεως στη δευτεροβάθμια δίκη, δεν προσκομισθεί βεβαίωση περί προηγούμενης κοινοποίησης αντιγράφου της εκκρεμούς αγωγής στην αρμόδια ΔΟΥ του ενάγοντος, κηρύσσεται απαράδεκτη, κατ' αυτεπάγγελτη έρευνα.

Διατάξεις:

ΚΠολΔ: 218, 308, 309, 321, 495, 511, 513, 516, 517, 518, 532, 539, 591
Νόμοι: 2741/1999 αρθρ. 10, 489/1976 άρθρ. 10

Ρούλα(Απόσπασμα)

Αριθμός 1265/2007

Εφετείο Αθηνών

(...) Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 513 ΚΠολΔ έφεση επιτρέπεται μόνο κατά των αποφάσεων που εκδίδονται στον πρώτο βαθμό α)..., β) των οριστικών αποφάσεων, που περατώνουν όλη τη δίκη για την αγωγή ή την ανταγωγή. Αν η απόφαση είναι κατά ένα μέρος οριστική, δεν επιτρέπεται έφεση ούτε κατά των οριστικών διατάξεων πριν εκδοθεί οριστική απόφαση στη δίκη. Εξάλλου, αν λείπει κάποια από τις προϋποθέσεις του παραδεκτού της έφεσης, στις οποίες περιλαμβάνεται το εκκλητό της εκκαλουμένης απόφασης (βλ. Β. Βαθρακοκοίλη, ΚΠολΔ τομ. Γσελ. 363), τότε το Δικαστήριο απορρίπτει την έφεση αυτή, ως απαράδεκτη και αυτεπαγγέλτως σύμφωνα με το άρθρο 532 ΚΠολΔ (ΑΠ 7/2003 ΕλΔ 44,482, ΑΠ 1027/1991 ΕλΔ 33,815, ΕφΑθ 2727/1999 ΝοΒ 48,52, ΕφΠειρ 615/1997 ΕλΔ 40,383, ΕφΑθ 1582/1988 ΕλΔ 1991,993). Σκοπός της ως άνω απαγορεύσεως είναι η αποφυγή κατατμήσεως της διαφοράς μεταξύ των δικαστηρίων πρώτου και δεύτερου βαθμού, καθώς και η εξοικονόμηση δαπανών και χρόνου για τον τερματισμό της δίκης (27. Σαμουήλ «Η έφεση» έκδ. 5η παρ. 223, ΑΠ 406/1980 ΝοΒ 28,1761). Ειδικότερα, επί αντικειμενικής σωρεύσεως στο ίδιο δικόγραφο περισσοτέρων αγωγών και αιτήσεων (ΚΠολΔ 218 παρ. 1) δεν επιτρέπεται έφεση, προτού περατωθεί οριστικώς η δίκη ως προς όλες τις αγωγές και αιτήματα, που ενώθηκαν στο ίδιο δικόγραφο (Κεραμεύς «Ένδικα μέσα» (2004) σελ. 62, ΑΠ 406/1980 ΝοΒ 28,1761, ΑΠ 1036/1981 ΕΕΝ 1982,695). Επί υποκειμενικής, όμως, σωρεύσεως αγωγών (απλή ομοδικία), αν η αγωγή κριθεί οριστικά έναντι ορισμένων ομοδίκων, όχι όμως έναντι των υπολοίπων, ως προς τους πρώτους η απόφαση, κατά την οριστική της διάταξη, θεωρείται εκκλητή, τόσο από τους ίδιους όσο και από τον αντίδικό τους (ΑΠ 896/2002 ΕλΔ 2003,1279, Α Κρητικός Αποζημίωση από τροχαία αυτ/κά ατυχήματα (1998) αρ. 2698, Κεραμεύς «Ένδικα μέσα» (2004) σελ. 63). Περαιτέρω, από τον συνδυασμό της ως άνω διάταξης (513) προς τις διατάξεις των άρθρων 308, 309, 321, 539 ΚΠολΔ συνάγεται ότι οριστική απόφαση, είναι εκείνη που περατώνει τη δίκη, με την παραδοχή ή την απόρριψη της αγωγής, που απεκδύει τον δικαστή της περαιτέρω εξουσίας του σχετικά με το αγωγικό αίτημα. Το αποτέλεσμα αυτό διατυπώνεται με σχετική διάταξη στο διατακτικό, το οποίο αποτελεί την ουσία της απόφασης και περιέχει τη θέληση και διαταγή του δικαστηρίου, ή και στο σκεπτικό, αλλά ρητώς και σαφώς (ΑΠ 203/1979 Δ 10,334). Η απόφαση, που κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση, λόγω έλλειψης πιστοποιητικού δήλωσης φόρου κληρονομιάς ή επίδοσης αντιγράφου της αγωγής στον αρμόδιο Οικονομικό Έφορο, ή η απόφαση, που αναστέλλει τη συζήτηση μέχρι την προσκόμιση των πιστοποιητικών αυτών, δεν είναι οριστική, αφού έτσι το δικαστήριο δεν αποφαίνεται επ' αυτής με την παραδοχή ή την απόρριψη των προβαλλόμενων με αυτήν αξιώσεων του ενάγοντος και δεν απεκδύεται από κάθε σχετική με την υπόθεση αυτή εξουσία του. Κατά συνέπεια η απόφαση αυτή δεν υπόκειται αυτοτελώς σε έφεση (Ευκλείδη, ΠολΔ παρ. 128 σημ. 1, Μπέη, ΠολΔ άρθρο 513 αριθ. III, 2, Η Έφεση έκδ. Ε', 202, 203, 205, 206, 224 περ. γ, ΑΠ 1154/1977 ΝοΒ 26,1024, ΕφΑθ 297/1993 ΑρχΝ 1994,75, ΕφΑθ 1582/1988 ΕλΔ 1991,993, ΕφΑθ 1804/1980 ΝοΒ 28,857, 3059/1971 Δ 3,9 και σχόλια στη σελίδα 47). Εξάλλου, σε έφεση υπόκεινται μόνο οι «εν όλω» οριστικές αποφάσεις. Οι εν μέρει οριστικές δεν υπόκεινται σε έφεση ούτε ως προς τις οριστικές τους διατάξεις (ΑΠ 7/2003 ΕλΔ 44,482, Σ. Σαμουήλ, όπ.π. αριθ. 207). Εν μέρει οριστική είναι, μεταξύ των άλλων, και η απόφαση με την οποία περατώνεται η δίκη σε ορισμένο κεφάλαιο μόνο αυτής, ενώ για τα υπόλοιπα εξακολουθεί να είναι εκκρεμής και ακόμη εκείνη, που δέχεται την αγωγή ως προς ορισμένα κονδύλια, ενώ ως προς άλλα αναστέλλει την πρόοδο της δίκης (Αθ. Κρητικού, Η Αποζημίωση από τροχαία αυτοκινητικά ατυχήματα (1998) αρ. 2698, Β. Βαθρακοκοίλη ΚΠολΔ υπό άρθρο 513 αρ. 47 και 48). Περαιτέρω, κατά την παρ. 5 του άρθρου 10 του Ν 489/1976, η οποία προστέθηκε με το άρθρο 10 παρ. 5 περ. η' του Ν 2741/1999, «η συζήτηση της κύριας αγωγής κατά ασφαλιστικής εταιρίας, ή άλλου υπόχρεου για απώλεια εισοδήματος, λόγω ατυχήματος, που προκλήθηκε από αυτοκίνητο, κηρύσσεται απαράδεκτη, αν δεν προσαχθεί βεβαίωση περί προηγούμενης κοινοποίησης αντιγράφου της αγωγής στην αρμόδια Δημόσια Οικονομική Υπηρεσία του ενάγοντος». Κατά την έννοια της ως άνω παραγράφου, η οποία έχει φορολογικό χαρακτήρα, και κατά το εδ. 1 περ. VI του άρθρου 10 παρ. 5 του ως άνω νόμου 2741/1999, που ορίζει ότι η διάταξη της υπό στοιχ. η' περιπτώσεως καταλαμβάνει και τις εκκρεμείς δίκες, για τις οποίες δεν έχει εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση, σαφώς συνάγεται ότι επί αγωγής, αναγνωριστικής ή καταψηφιστικής, που στρέφεται κατά της ασφαλιστικής εταιρίας, του Επικουρικού Κεφαλαίου, του κυρίου, κατόχου, οδηγού ή προστήσαντος στην οδήγηση του ζημιογόνου αυτοκινήτου, ως υπόχρεων μεταξύ άλλων και για διαφυγόντα κέρδη, λόγω του αυτοκινητικού ατυχήματος, σε τραυματισθέντα, εάν κατά τη συζήτηση ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, και σε κάθε περίπτωση ως τη συζήτηση της εφέσεως στη δευτεροβάθμια δίκη, δεν προσκομισθεί η παραπάνω βεβαίωση περί προηγούμενης κοινοποίησης αντιγράφου της εκκρεμούς αγωγής στην αρμόδια ΔΟΥ του ενάγοντος, κηρύσσεται απαράδεκτη, κατ' αυτεπάγγελτη έρευνα, η συζήτηση, υπό μεν του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, της αγωγής, υπό δε τού δευτεροβαθμίου της εφέσεως, καθόσον το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, μέχρι να κάνει δεκτό κάποιο λόγο εφέσεως και να εξαφανίσει την πρωτόδικη απόφαση, δεν δικάζει την αγωγή, αλλά λειτουργικά την έφεση και τις αιτιάσεις αυτής κατά της εκκαλουμένης αποφάσεως οπότε, αφού δεν είναι δικαστήριο, που δικάζει την ανωτέρω αγωγή αποζημιώσεως, εάν δεν προσκομισθεί και κατά την συζήτηση ενώπιον αυτού η ανωτέρω περί κοινοποιήσεως της αγωγής στην αρμόδια ΔΟΥ βεβαίωση, θα κηρύξει απαράδεκτη τη συζήτηση της εφέσεως (Βλ. ΕφΑθ 6323/2002 ΕλΔ 2003,816). Περαιτέρω, η απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, η οποία κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της αγωγής, καθόσον αφορά το κονδύλιο περί διαφυγόντων εισοδημάτων και αποφαίνεται οριστικώς επί των λοιπών κονδυλίων, δεν είναι οριστική και δεν υπόκειται σε έφεση ούτε ως προς τις οριστικές διατάξεις της (ΚΠολΔ 513 παρ. 1 εδ. τελ.) (Βλ. Α. Κρητικός, Αποζημίωση από τροχαία αυτ/κά ατυχήματα Συμπλήρωμα 2002, αρ. 2666α, ΑΠ 1036/1981 ΕΕΝ 1982,628, ΕφΑθ 2681/1979 ΝοΒ 1978,1324).
Στην προκειμένη περίπτωση η εκκαλουμένη 3817/2005 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, όσον αφορά την από 23.9.2003 κύρια αγωγή της 1ης εκκαλούσας ΧΧΧ έκρινε ότι, εφόσον μεταξύ των κονδυλίων περιλαμβάνεται και κονδύλιο για απώλεια εισοδημάτων της, έπρεπε σύμφωνα με το άρθρο 10 του Ν 2741/1999, να επιδοθεί αντίγραφο της κρινόμενης αγωγής στην αρμόδια ΔΟΥ και κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση της αγωγής, ως προς το μέρος αυτό, αναστέλλοντας ουσιαστικά την πρόοδο της δίκης επί του κονδυλίου αυτού της ως άνω αγωγής μέχρι την επίδοση αντιγράφου αυτής στην αρμόδια ΔΟΥ και προσκομιδής στο δικαστήριο της οικείας εκθέσεως επιδόσεως, δέχθηκε δε την ως άνω αγωγή εν μέρει κατά τα λοιπά. Η ως άνω όμως εκκαλουμένη απόφαση, ανεξαρτήτως του ότι στο διατακτικό της δεν περιλαμβάνει διάταξη «αναστέλλει την πρόοδο της αγωγής ως προς το κονδύλιο των διαφυγόντων κερδών μέχρι την επίδοση αντιγράφου αυτής στην αρμόδια ΔΟΥ και την προσκομιδή στο Δικαστήριο αυτό της σχετικής έκθεσης επίδοσης», με βάση το σαφές και αναμφίβολο σκεπτικό της, όσον αφορά την κύρια αγωγή της ΧΧΧ, τυγχάνει, ενόψει των προεκτεθέντων, εν μέρει οριστική, (ως προς τις διατάξεις, που υποχρέωσε, τους εναγομένους, να καταβάλουν στην 1η ενάγουσα ΧΧΧ τα άλλα ποσά), αφού το Δικαστήριο, που την εξέδωσε, ως προς τη διάταξή της, με την οποία κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση της αγωγής, ως προς το προαναφερθέν κεφάλαιο, δεν απεκδύθηκε κάθε περαιτέρω εξουσίας, αλλά αντιθέτως επιφύλαξε σε αυτό το δικαίωμα επανεξετάσεως της υποθέσεως κατά το συγκεκριμένο κεφάλαιο μετά την προσκομιδή της ως άνω εκθέσεως επιδόσεως, οπότε και θα εκφέρει την τελειωτική του κρίση, με την οποία θα τερματίζει τη δίκη και θα τέμνει τελειωτικά την ως άνω διαφορά ως προς την ανωτέρω ενάγουσα. Επομένως, η εκκαλουμένη είναι εν μέρει οριστική και εν μέρει μη οριστική και, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στη μείζονα σκέψη, δεν υπόκειται σε έφεση, ούτε κατά τις οριστικές διατάξεις της, που αφορούν την αγωγή της ΧΧΧ, πριν να εκδοθεί οριστική απόφαση στην (όλη) δίκη. Κατά συνέπεια η υπό κρίση έφεση της ενάγουσας ΧΧΧ είναι απαράδεκτη, συνακολούθως δε είναι απαράδεκτες και οι εφέσεις των εναγομένων ΧΧΧ και της ασφαλιστικής εταιρίας «ΧΧΧ ΑΕΕΓΑ», στρεφόμενες κατά των ίδιων διατάξεων της εκκαλουμένης, και πρέπει για τον λόγο αυτό, να απορριφθούν οι ανωτέρω εφέσεις και αυτεπαγγέλτως, κατ' άρθρο 532 ΚΠολΔ (βλ. σχ. ΑΠ 24/2001 ΑγοΝ 2001,914, ΑΠ 1036/1981 ΕΕΝ 1987,695).
Περαιτέρω, η σωρευόμενη στο ίδιο, από 23.9.2003, δικόγραφο αγωγή του ενάγοντος και ήδη εκκαλούντος-εφεσίβλητου ΧΧΧ, περί αποζημιώσεως για αποθετική του ζημία, ύψους 7.250 ευρώ, έχει κριθεί οριστικά από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη 3817/2005 απόφαση του απέρριψε την αγωγή του αυτή, ως μη νόμιμη. Συνεπώς, ως προς αυτόν, η ως άνω απόφαση είναι εκκλητή, σύμφωνα με τα ανωτέρω αναφερόμενα, αφού πρόκειται περί απλής ομοδικίας και η εκκαλουμένη έχει με διάταξη της οριστικά αποφανθεί ως προς τον ομόδικο αυτόν, η δε κατ' αυτής ένδικη έφεση του έχει ασκηθεί εμπροθέσμως και κατά τις νόμιμες διατυπώσεις (ΚΠολΔ 495 επ., 511, 513 αρ. 1, β', 516 αρ. 1, 517, 518, 591 αρ. 1). Επομένως, είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί, κατά την ίδια ως άνω διαδικασία, το παραδεκτό και βάσιμο του λόγου της (ΚΠολΔ 647 παρ. 2,532,533 παρ. 1), που αναφέρεται σε εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο, όπως προαναφέρθηκε, με την προσβαλλόμενη απόφαση του απέρριψε την ως άνω αγωγή του, ως μη νόμιμη. (...)