1. Skip to Main Menu
  2. Skip to Content
  3. Skip to Footer
Καλως ήρθατε στο ανανεωμένο FOGGS.gr

- Δικαστική διανομή ακινήτου.

 E-mail

- Δικαστική διανομή ακινήτου. Αυτούσια διανομή με σύσταση κάθετης ιδιοκτησίας.
- Από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 799 και 800 ΑΚ 480 παρ. 1, 3 και 480 Α ΚΠολΔικ προκύπτει ότι επί αγωγής διανομής κοινού ακινήτου το δικαστήριο αποφασίζει την αυτούσια διανομή αν είναι δυνατή η διαίρεση του διανεμητέου σε μέρη ανάλογα προς τις μερίδες των κοινωνών δίχως να μειώνεται η αξία του. Αν ορισμένοι κοινωνοί ζήτησαν να λάβουν κοινά μερίδια η μερίδα αυτή λογίζεται ως ενιαία. Στο μέρος που περιέρχεται σ' αυτούς με την αυτούσια διανομή συνιστάται κοινωνία κατά λόγο των μερίδων τους. Προϋπόθεση δε της απονομής κοινής μερίδας σε κάποιους από τους κοινωνούς είναι, εκτός από το σχετικό αίτημα αυτών, το εφικτό της αυτούσιας διανομής του κοινού ακινήτου. Περαιτέρω και υπό την αυτήν προϋπόθεση του εφικτού της αυτούσιας διανομής του κοινού πράγματος, κάθε συγκύριος οικοπέδου στο οποίο υπάρχει οικοδομή ή χωριστές οικοδομές έχει το δικαίωμα να ζητήσει την αυτούσια διανομή του οικοπέδου με σύσταση χωριστής ιδιοκτησίας κατ' ορόφους ή σε μέρη ορόφων κατά τους όρους του Ν. 3741/1999 «περί της ιδιοκτησίας κατ' ορόφους», ή με σύσταση χωριστής ιδιοκτησίας σε διακεκριμένα μέρη του ενιαίου οικοπέδου στα οποία έχουν ανεγερθεί οι χωριστές οικοδομές κατά τους όρους του ΝΔ 1024/1971 «περί διηρημένης ιδιοκτησίας επί οικοδομημάτων ανεγειρομένων επί του ενιαίου οικοπέδου», με την επιφύλαξη των πολεοδομικών διατάξεων. Το δικαστήριο αποφασίζει τη διανομή με τον τρόπο αυτό όχι μόνο υπό την προεκτεθείσα προϋπόθεση ότι είναι εφικτή, αλλά και αν αυτή δεν αντιβαίνει στο συμφέρον των λοιπών συγκυρίων. Αν πρόκειται για οικόπεδο στο οποίο δεν υπάρχει οικοδομή (ακάλυπτο) είναι όμως οικοδομήσιμο και η αυτουσία διαίρεσή του είναι ανέφικτη ή ασύμφορη, το δικαστήριο μπορεί να αποφασίσει την αυτούσια διανομή του με σύσταση χωριστής ιδιοκτησίας σε διακεκριμένα μέρη του ενιαίου οικοπέδου στα οποία θα είναι δυνατή η ανέγερση χωριστών οικοδομημάτων με την επιφύλαξη και πάλι των πολεοδομικών διατάξεων. Στην περίπτωση αυτή που το διανεμητέο ακίνητο είναι οικόπεδο ακάλυπτο και οικοδομήσιμο δεν προβλέπεται η δυνατότητα αυτούσιας διανομής του με σύσταση χωριστής ιδιοκτησίας κατ' ορόφους ή μέρη ορόφων επί οικοδομής που θα ανεγερθεί σ' αυτό, δεδομένου ότι η διάταξη του άρθρου 480 Α παρ. 2 ΚΠολΔ προβλέπει ρητώς την προαναφερθείσα περίπτωση της διανομής του ακαλύπτου οικοπέδου με σύσταση χωριστής ιδιοκτησίας σε διακεκριμένα μέρη του ενιαίου οικοπέδου στα οποία θα είναι δυνατή η ανέγερση χωριστών οικοδομημάτων και δεν αναφέρεται και στη περίπτωση της διανομής με σύσταση οριζόντιας ιδιοκτησίας επί μέλλουσας να ανεγερθεί στο διανεμητέο οικόπεδο οικοδομής, ούτε είναι δυνατή η σύμφωνα με την παρ. 2 εδ. τελευταίο του άρθρου 480 Α' ΚΠολΔ ανάλογη εφαρμογή της παρ. 1 αυτού, η οποία προβλέπει την διανομή οικοπέδου στο οποίο υπάρχει οικοδομή με σύσταση οριζόντιας ιδιοκτησίας, διότι στην περίπτωση αυτή δεν υφίσταται αληθινό νομοθετικό κενό που θα μπορούσε να καλυφθεί με την ανάλογη εφαρμογή παρομοίων νομοθετικών ρυθμίσεων.
- Κατά την διάταξη του άρθρου 480 παρ. 3 ΚΠολΔικ, αν ορισμένοι κοινωνοί ζήτησαν να λάβουν κοινή μερίδα, η μερίδα αυτή λογίζεται ως ενιαία, στο δε μέρος που περιέρχεται σ' αυτούς με την αυτούσια διανομή συνιστάται κοινωνία κατά τον λόγο των μερίδων τους.

Διατάξεις:

ΑΚ: 799, 800
ΚΠολΔ: 480, 480Α, Αριθμός 972/2005

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Γκιάφη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Κωνσταντίνο Μουλαγιάννη, Αλέξανδρο Κασιώλα, Χαράλαμπο Αντωνιάδη και Βασίλειο Νικόπουλο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Μαρτίου 2005, με την παρουσία και της γραμματέως Γραμματικής Κονταξή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: ΧΧΧ (δικηγόρου), κατοίκου Αθηνών, που παραστάθηκε αυτοπροσώπως και διόρισε στο ακροατήριο πληρεξούσιο δικηγόρο του τον Πέτρο Κωνσταντίνου.

Των αναιρεσίβλητων: 1) ΧΧΧ και 2)ΧΧΧ, κατοίκων Κηφισιάς Αττικής, που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Μιχαήλ Παπαθανασίου.

Στο σημείο αυτό ζήτησε και έλαβε το λόγο ο αναιρεσείων, ο οποίος ζήτησε την αναβολή της συζητήσεως της υποθέσεως επειδή εκκρεμεί σοβαρή ποινική υπόθεση η οποία έχει άμεση σχέση με την παρούσα υπόθεση.
Ο πληρεξούσιος δικηγόρος των αναιρεσίβλητων ζήτησε και έλαβε τον λόγο και δήλωσε ότι δεν συναινεί στο παραπάνω αίτημα.
Το Δικαστήριο επιφυλάχθηκε να αποφασίσει, στη συνέχεια δε, με την παραπάνω σύνθεση του, απέρριψε το αίτημα της αναβολής και προχώρησε στη συζήτηση της υποθέσεως, κατά την οποία οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31-8-2001 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 219/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 7878/2003 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί ο αναιρεσείων με την από 27-12-2003 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Βασίλειος Νικόπουλος ανέγνωσε την από 2-3-2005 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως. Ο αναιρεσείων (δικηγόρος) με τον πληρεξούσιό του ζήτησαν την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσίβλητων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

ΕΠΕΙΔΗ, από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 799 και 800 ΑΚ 480 παρ. 1, 3 και 480 Α ΚΠολΔικ προκύπτει ότι επί αγωγής διανομής κοινού ακινήτου το δικαστήριο αποφασίζει την αυτούσια διανομή αν είναι δυνατή η διαίρεση του διανεμητέου σε μέρη ανάλογα προς τις μερίδες των κοινωνών δίχως να μειώνεται η αξία του. Αν ορισμένοι κοινωνοί ζήτησαν να λάβουν κοινά μερίδια η μερίδα αυτή λογίζεται ως ενιαία. Στο μέρος που περιέρχεται σ' αυτούς με την αυτούσια διανομή συνιστάται κοινωνία κατά λόγο των μερίδων τους. Προϋπόθεση δε της απονομής κοινής μερίδας σε κάποιους από τους κοινωνούς είναι, εκτός από το σχετικό αίτημα αυτών, το εφικτό της αυτούσιας διανομής του κοινού ακινήτου. Περαιτέρω και υπό την αυτήν προϋπόθεση του εφικτού της αυτούσιας διανομής του κοινού πράγματος, κάθε συγκύριος οικοπέδου στο οποίο υπάρχει οικοδομή ή χωριστές οικοδομές έχει το δικαίωμα να ζητήσει την αυτούσια διανομή του οικοπέδου με σύσταση χωριστής ιδιοκτησίας κατ' ορόφους ή σε μέρη ορόφων κατά τους όρους του Ν. 3741/1999 «περί της ιδιοκτησίας κατ' ορόφους», ή με σύσταση χωριστής ιδιοκτησίας σε διακεκριμένα μέρη του ενιαίου οικοπέδου στα οποία έχουν ανεγερθεί οι χωριστές οικοδομές κατά τους όρους του Ν.Δ. 1024/1971 «περί διηρημένης ιδιοκτησίας επί οικοδομημάτων ανεγειρομένων επί του ενιαίου οικοπέδου», με την επιφύλαξη των πολεοδομικών διατάξεων. Το δικαστήριο αποφασίζει τη διανομή με τον τρόπο αυτό όχι μόνο υπό την προεκτεθείσα προϋπόθεση ότι είναι εφικτή, αλλά και αν αυτή δεν αντιβαίνει στο συμφέρον των λοιπών συγκυρίων. Αν πρόκειται για οικόπεδο στο οποίο δεν υπάρχει οικοδομή (ακάλυπτο) είναι όμως οικοδομήσιμο και η αυτουσία διαίρεσή του είναι ανέφικτη ή ασύμφορη, το δικαστήριο μπορεί να αποφασίσει την αυτούσια διανομή του με σύσταση χωριστής ιδιοκτησίας σε διακεκριμένα μέρη του ενιαίου οικοπέδου στα οποία θα είναι δυνατή η ανέγερση χωριστών οικοδομημάτων με την επιφύλαξη και πάλι των πολεοδομικών διατάξεων. Στην περίπτωση αυτή που το διανεμητέο ακίνητο είναι οικόπεδο ακάλυπτο και οικοδομήσιμο δεν προβλέπεται η δυνατότητα αυτούσιας διανομής του με σύσταση χωριστής ιδιοκτησίας κατ' ορόφους ή μέρη ορόφων επί οικοδομής που θα ανεγερθεί σ' αυτό, δεδομένου ότι η διάταξη του άρθρου 480 Α παρ. 2 ΚΠολΔ προβλέπει ρητώς την προαναφερθείσα περίπτωση της διανομής του ακαλύπτου οικοπέδου με σύσταση χωριστής ιδιοκτησίας σε διακεκριμένα μέρη του ενιαίου οικοπέδου στα οποία θα είναι δυνατή η ανέγερση χωριστών οικοδομημάτων και δεν αναφέρεται και στη περίπτωση της διανομής με σύσταση οριζόντιας ιδιοκτησίας επί μέλλουσας να ανεγερθεί στο διανεμητέο οικόπεδο οικοδομής, ούτε είναι δυνατή η σύμφωνα με την παρ. 2 εδ. τελευταίο του άρθρου 480 Α' ΚΠολΔ ανάλογη εφαρμογή της παρ. 1 αυτού, η οποία προβλέπει την διανομή οικοπέδου στο οποίο υπάρχει οικοδομή με σύσταση οριζόντιας ιδιοκτησίας, διότι στην περίπτωση αυτή δεν υφίσταται αληθινό νομοθετικό κενό που θα μπορούσε να καλυφθεί με την ανάλογη εφαρμογή παρομοίων νομοθετικών ρυθμίσεων.
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε τα ακόλουθα κρίσιμα πραγματικά γεγονότα: Το διανεμητέο ακίνητο είναι ένα οικόπεδο που βρίσκεται στον Άλιμο Αττικής, έχει έκταση σύμφωνα με τον τίτλο κτήσεως δηλαδή το υπ' αριθμ. 32920/93 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών ΧΧΧ, νομίμως αναπληρωθέντος, 281,25 τ.μ., υπάρχει δε σ' αυτό κατά τον τίτλο παλαιά ισόγειος πλινθόκτιστη οικία κατεδαφιστέα και ακατοίκητη. Μέρος αυτού είναι ρυμοτομημένο και μετά την ρυμοτόμηση του έχει πλέον έκταση 193 τ.μ. και η επ' αυτού πλινθόκτιστη οικία έχει ήδη κατεδαφισθεί και εμφανίζεται στο συνοδεύον το ως άνω συμβόλαιο σχεδιάγραμμα με τα αλφαβητικά στοιχεία ΑΔΖΗΑ που συνορεύει ΒΔ επί πλευράς Α.Η. του σχεδιαγράμματος μήκους 22 μ. με την οδό Κ., ΝΔ επί πλευράς ΖΔ μήκους 19,40 μέτρων με ιδιοκτησία Β. και Β. επί πλευράς Η2' μήκους 9, 65 μέτρων με ιδιοκτησία Ν. Τ. Η αγοραία αξία του ως άνω επικοίνου οικοπέδου ανέρχεται στο ποσό των 114.512 ευρώ. Του ανωτέρω οικοπέδου είναι συγκύριοι οι διάδικοι και συγκεκριμένα οι δύο ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι κατά ποσοστό Ό εξ αδιαιρέτου ο καθένας και ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσείων κατά το υπόλοιπο ποσοστό των 2/4 εξ αδιαιρέτου. Το επιτρεπόμενο ποσοστό κάλυψης του ανωτέρω οικοπέδου, που έχει πρόσοψη 9,40 μέτρα, είναι 40%, ο δε συντελεστής δόμησης είναι 1,40 και συνεπώς η κάλυψη του οικοπέδου είναι 77,2 τ.μ. και η δόμησή του 970,2 τ.μ., από τα οποία εκμεταλλεύσιμο εμβαδόν είναι 248,58 τ.μ., δεδομένου ότι συντελεστής που αναλογεί στους εκμεταλλεύσιμους εσωτερικούς χώρους από το σύνολο της δόμησης είναι 0,92 μέτρα. Το οικόπεδο αυτό είναι κατά παρέκκλιση άρτιο και οικοδομήσιμο, λόγω της ρυμοτομίας του μεγαλύτερου οικοπέδου από το οποίο προήλθε. Για την αρτιότητα κάθε οικοπέδου της περιοχής απαιτείται σύμφωνα με τις ισχύουσες πολεοδομικές διατάξεις αυτό να έχει επιφάνεια 400 τ.μ. Η αναλογία σε τετραγωνικά μέτρα κάθε συγκυρίου επί του διανεμητέου είναι για κάθε ενάγοντα 48,25 τ.μ. και για τον εναγόμενο 96,5 τ.μ. με βάση τη μερίδα τους σ' αυτό. Ότι με τα δεδομένα αυτά η αυτούσια διανομή του διανεμητέου σε μέρη ανάλογα προς τις μερίδες των διαδίκων είναι προδήλως αδύνατη. Αλλά και ασύμφορη γιατί συνεπάγεται τη δημιουργία μη αρτίων και μη οικοδομήσιμων οικοπέδων και σημαντική μείωση της αξίας του. Περαιτέρω αυτούσια διανομή του επικοίνου ακινήτου με τη σύσταση χωριστής κάθετης ιδιοκτησίας σε διακεκριμένα μέρη του ενιαίου οικοπέδου αντιβαίνει στο συμφέρον των εναγόντων συγκυρίων, που καθένας τους έχει ποσοστό Ό εξ αδιαιρέτου, δηλαδή 48.25 τ.μ. με κάλυψη 19,30 τ.μ. και δόμηση 67,55 τ.μ., οι οποίοι δεν επιθυμούν κοινή μερίδα και δεν είναι δυνατόν από το νόμο να υποχρεωθούν σε κοινή μερίδα. Αντιβαίνει δε στο συμφέρον τους, διότι το κτίσμα που θα ανεγερθεί και θα διαμοιραστεί η όλη του επιφάνεια του σε τέσσερις ορόφους, αφαιρουμένου του χώρου κλιμακοστασίου, θα αποδώσει ανά όροφο εκμεταλλεύσιμη επιφάνεια περί τα 12 τ.μ., πράγμα προφανώς ασύμφορο από πλευράς δαπάνης ανεγέρσεως της οικοδομής σε σχέση με την αγοραία αξία αυτής, αλλά και πολεοδομικά μη επιτρεπομένου να ανεγερθεί κτίσμα τέτοιας επιφάνειας κατά ορόφους. Ενώ το αίτημα του εναγομένου για αυτούσια διανομή του ακάλυπτου αυτού οικοπέδου με σύσταση οριζόντιας ιδιοκτησίας επ' αυτού είναι μη νόμιμο και συνεπώς πρέπει να απορριφθεί, διότι η εφαρμογή του άρθρου 480 Α παρ. 2 και 2 ΚΠολΔικ που προβλέπει τέτοια διανομή, προϋποθέτει ότι υπάρχει οικόπεδο στο οποίο υπάρχει ήδη οικοδομή ή χωριστές οικοδομές, πράγμα που δεν συμβαίνει στην προκείμενη περίπτωση, αφού το διανεμητέο οικόπεδο είναι ακάλυπτο. Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκρινε ότι ορθά διατάχθηκε με την εκκαλούμενη απόφαση η δια πλειστηριασμού πώληση του διανεμητέου ακινήτου και η διανομή του πλειστηριάσματος στους διαδίκους κοινωνούς αναλόγως της μερίδας τους μετ' απόρριψη της αιτηθείσας από τον εναγόμενο αυτούσιας διανομής με σύσταση κάθετης ιδιοκτησίας στο διανεμητέο ακάλυπτο οικόπεδο. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, ορθά τις προδιαληφθείσες διατάξεις των άρθρων 798, 800 1002 και 1117 ΑΚ 480, 480 Α ΚΠολΔ ερμήνευσε και εφάρμοσε και ακόμη δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, καθόσον διέλαβε σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες στο θέμα του ανεφίκτου της αυτούσιας διανομής του ρηθέντος επίκοινου οικοπέδου, οι δε περί του αντιθέτου από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πρώτος, μέρη πρώτο έως τρίτο, τέταρτο, τμήμα πρώτο, και πέμπτο έως και έβδομο λόγοι αναιρέσεως είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.
ΕΠΕΙΔΗ, κατά την διάταξη του άρθρου 480 παρ. 3 ΚΠολΔικ, αν ορισμένοι κοινωνοί ζήτησαν να λάβουν κοινή μερίδα, η μερίδα αυτή λογίζεται ως ενιαία, στο δε μέρος που περιέρχεται σ' αυτούς με την αυτούσια διανομή συνιστάται κοινωνία κατά τον λόγο των μερίδων τους. Εξ άλλου κατά το άρθρο 559 αρ. 8 εδ. β' ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την τελευταία αυτή διάταξη προκύπτει ότι ο από το άρθρο αυτό λόγος αναίρεσης ιδρύεται σε περίπτωση που δεν λήφθηκε υπόψη «πράγμα», ήτοι πραγματικός ισχυρισμός που τείνει στη θεμελίωση αγωγής, ενστάσεως, ή άλλης αυτοτελούς αιτήσεως παροχής δικαστικής προστασίας, μάλιστα δε δεν λήφθηκε υπόψη πραγματικός ισχυρισμός (που συνιστά πράγμα) του αναιρεσείοντος και όχι του αντιδίκου του διότι αλλιώς λείπει από εκείνον το έννομο συμφέρον της οικείας προβολής. Στην προκειμένη περίπτωση ο εναγόμενος - αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση με τους πρώτο, μέρη τέταρτο, τμήμα δεύτερο, όγδοο, ένατο, δέκατο λόγους αναιρέσεως την από το ως άνω άρθρο 559 αρ. 8 εδ. β' ΚΠολΔ πλημμέλεια της μη λήψης υπόψη πραγμάτων, που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, και συγκεκριμένα της περιεχομένης στην αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων δήλωσης για αυτούσια διανομή του διανεμητέου ακινήτου με την εκ μέρους των ίδιων λήψη κοινής μερίδας δια συστάσεως κοινωνίας στο μέρος που θα περιέλθει σ' αυτούς, την οποία δήλωση αποδέχθηκε ο εναγόμενος - αναιρεσείων, προτείνοντας και αυτός την αυτούσια διανομή με σύσταση κάθετης ιδιοκτησίας στο επίκοινο οικόπεδο τόσο πρωτοδίκως όσο και στο Εφετείο με τις ενώπιον αυτού κατατεθείσες προτάσεις του. Οι λόγοι αυτοί της αναίρεσης κατά το πρώτο σκέλος του, που αφορά την ως άνω δήλωση του εναγόντων - αναιρεσιβλήτων, παρεκτός του ότι είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι διότι, όπως προκύπτει από την αγωγή, τέτοια δήλωση δεν περιέλαβαν σ' αυτήν οι ενάγοντες, είναι απορριπτέοι προεχόντως ως απαράδεκτοι, διότι ο αναιρεσείων στερείται εννόμου συμφέροντος για να επικαλεστεί ως μη ληφθέντες υπόψη ισχυρισμούς των αντιδίκων του, κατά δε το δεύτερο σκέλος του, που αφορά τον ισχυρισμό του ιδίου του αναιρεσείοντος, που προτάθηκε νόμιμα στο Εφετείο, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι, διότι από τις παραπάνω παραδοχές του Εφετείου προκύπτει ότι ο ισχυρισμός αυτός ελήφθη υπόψη και απορρίφθηκε από το Εφετείο ως κατ' ουσίαν αβάσιμος. Απορριπτέος επίσης κρίνεται αλλά ως απαράδεκτος ο από το ίδιο άρθρο 559 αριθμός 8 εδ. β' του ίδιου κώδικα προβαλλόμενος δεύτερος, μέρος έκτο, τμήμα δωδέκατο, λόγος αναιρέσεως, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό του εναγομένου - αναιρεσείοντος για διενέργεια πραγματογνωμοσύνης προς διαπίστωση της αξίας του διανεμητέου πράγματος, καθόσον δεν πρόκειται για «πράγμα» κατά την ανωτέρω έννοια της διατάξεως αυτής.
ΕΠΕΙΔΗ, με τον δεύτερο, μέρη πρώτο έως πέμπτο και μέρος έκτο, λοιπές, πλην της δωδεκάτης, περιπτώσεις του, καθ' όλο το μακροσκελές περιεχόμενο αυτού καθ' όλην την έκταση αυτού πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλειες από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι δηλαδή στερείται νόμιμης βάσης γιατί δεν έχει αιτιολογίες ή έχει τέτοιες αντιφατικές ή ανεπαρκείς επί του ουσιώδους ζητήματος του εφικτού και συμφέροντος της αυτούσιας διανομής του διανεμητέου ακινήτου, λαμβανομένης υπόψη της θέσεως, των ορίων, της προσόψεως και αξίας αυτού, την οποίαν το Εφετείο έκρινε ανέφικτη και ασύμφορη, ενώ κατά τον αναιρεσείοντα αυτή είναι και εφικτή και συμφέρουσα, με αποτέλεσμα να σφάλλει το δικαστήριο στην κρίση του αυτή, όπως επιχειρεί, δια σειράς μάλιστα επιχειρημάτων, να αποδείξει ο αναιρεσείων, και έτσι παραβιάσθηκαν εκ πλαγίου οι διατάξεις των άρθρων 798, 799, 800 επ. 953, 954, 1002, 1117 ΑΚ. 1 και 14 Ν. 3741/1999 «περί της ιδιοκτησίας κατ' ορόφους» και 1 και 2 Ν.Δ. 1024/74 «περί διηρημένης ιδιοκτησίας επί οικοδομημάτων ανεγειρομένων επί του ενιαίου οικοπέδου», και 480 Α παρ. 1 και 2 ΚΠολΔικ. Οι λόγοι αυτοί της αναίρεσης είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, διότι υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθμός 19 ΚΠολΔ πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση πραγματικών γεγονότων από το Εφετείο (κατά τον θεσπιζόμενο με το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ κανόνα) σχετικά με το ουσιώδες ζήτημα αν είναι εφικτή και συμφέρουσα ή όχι η αυτούσια διανομή του κοινού οικοπέδου, την οποίαν αυτό, έκρινε ανέφικτη με βάση τα πραγματικά περιστατικά που κατ' εκείνο από τις αποδείξεις προέκυψαν. Για την ίδια αιτία απορριπτέοι ως απαράδεκτοι είναι και οι τρίτος, τέταρτος, πέμπτος, έκτος, έβδομος, όγδοος, ένατος και δέκατος λόγοι αναιρέσεως, οι οποίοι περιέχουν συλλήβδην την αιτίαση από το άρθρο 559 αριθμός 1 ΚΠολΔικ ότι δηλαδή παραβιάσθηκαν οι ίδιες ως άνω αναφερθείσες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, ενώ υπό την επίκληση του ως άνω άρθρου (559 αριθμός 1) πλήττεται και πάλι η ανέλεγκτη περί πραγματικών γεγονότων εκτίμηση του Εφετείου, σχετικά πάντοτε με το ουσιώδες ζήτημα του εφικτού ή μη της αυτούσιας διανομής.
ΕΠΕΙΔΗ, με τον ενδέκατο λόγο αναιρέσεως η προσβαλλόμενη πλήττεται κατά το πρώτο μέρος για πλημμέλεια από τον αριθμό 8 περ. β' άρθρου 559 ΚΠολΔικ, διότι ειδικότερα δεν έλαβε υπόψη της τους ισχυρισμούς του εναγομένου - αναιρεσείοντος για μεγαλύτερη αξία του διανεμητέου, πραγματική (αγοραία) και όχι αντικειμενική κατά το δεύτερο μέρος για πλημμέλεια από τον αριθμό 10 του ίδιου ως άνω άρθρου 559 ΚΠολΔ διότι δέχθηκε ως αληθινά πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στη δίκη χωρίς απόδειξη, και ειδικώτερα τους ισχυρισμούς για την αξία του διανεμητέου ακινήτου, κατά το τρίτο μέρος για πλημμέλεια από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 του ίδιου κώδικα, διότι παραμόρφωσε α) τους από τους αναιρεσίβλητους προταθέντες ισχυρισμούς σχετικά με την αξία του διανεμητέου και β) το περιεχόμενο των φορολογικών πινάκων, που προσκόμισαν με επίκληση προς απόδειξη της αξίας του διανεμητέου ακινήτου οι αναιρεσίβλητοι, και κατά το τέταρτο μέρος για έλλειψη νόμιμης βάσης κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 του ίδιου κώδικα, διότι δεν διέλαβε πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες στο θέμα της αξίας του διανεμητέου, καθόσον δέχθηκε αξία διαφορετική από αυτήν που πρότεινε ο αναιρεσείων (εναγόμενος). Οι ίδιες αιτιάσεις επαναλαμβάνονται και με το δωδέκατο λόγο της αναίρεσης ήτοι α) από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ για έλλειψη νόμιμης βάσης διότι δεν έχει αιτιολογία η προσβαλλόμενη απόφαση, ή η υπάρχουσα είναι ανεπαρκής και αντιφατική, β) από τον αριθμό 1 του ίδιου άρθρου, διότι παραβίασε τις ίδιες προαναφερθείσες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου και γ) από τον αριθμό 20 του ίδιου άρθρου γιατί παραμόρφωσε το περιεχόμενο των ανωτέρω εγγράφων. Οι λόγοι αυτοί της αναίρεσης είναι απορριπτέοι, ο μεν ενδέκατος κατά το πρώτο μέρος του, από τον αριθμό 8 περ. β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ως αβάσιμος, διότι όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση οι ισχυρισμοί του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος σχετικά με την αξία του διανεμητέου ακινήτου ελήφθησαν υπόψη και απορρίφθηκαν, κατά το δεύτερο μέρος, από τον αριθμό 10 περ. α' του ιδίου άρθρου, ως αβάσιμος, διότι στην προσβαλλόμενη απόφαση αναφέρονται αποδείξεις από τις οποίες το Εφετείο έκρινε επί του θέματος της αξίας του διανεμητέου ακινήτου, κατά το τρίτο μέρος, από τον αριθμό 20 του ίδιου ως άνω άρθρου, περίπτωση πρώτη, ως απαράδεκτος, διότι ο λόγος αυτός ιδρύεται μόνο για παραμόρφωση περιεχομένου αποδεικτικών εγγράφων και όχι για παραμόρφωση προταθέντων ισχυρισμών που προβάλλονται με την αγωγή ή τις προτάσεις, όπως στην προκειμένη περίπτωση, και περίπτωση δεύτερη, ως αόριστος, διότι δεν αναφέρονται σ' αυτόν με σαφήνεια τα φερόμενα ως παραμορφωθέντα έγγραφα, το περιεχόμενο αυτών, το περιεχόμενο που το Εφετείο προσέδωσε σ' αυτά από διαγνωστικό σφάλμα και όχι από εκτίμηση αυτών, και κατά το τέταρτο μέρος, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρωτίστως ως απαράδεκτος, διότι υπό την επίκληση του άρθρου αυτού πλήττεται και πάλι η ανέλεγκτη περί πραγματικών γεγονότων εκτίμηση του Εφετείου, σχετικά με την αξία του διανεμητέου ακινήτου, η οποία κατά τον αναιρεσείοντα είναι πολύ μεγαλύτερη από αυτή που, κατ' αυτόν, εσφαλμένα δέχθηκε το Εφετείο, παραπλανηθέν από το ότι οι ενάγοντες δεν αναφέρουν στην αγωγή τους περιστατικά, όπως την μεγαλύτερη πρόσοψη ΔΑ του διανεμητέου ακινήτου και την ρυμοτόμησή του, τούτο δε πέραν του ότι ως προς τα στοιχεία αυτά είναι και αβάσιμος ο λόγος κατά το μέρος αυτό διότι το Εφετείο εκτίμησε, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, και τα στοιχεία αυτά, αφού αναφέρεται ρητής σ' αυτά, αλλά δέχθηκε ως αποδειχθείσα αξία του διανεμητέου μικρότερη από αυτήν που ο εναγόμενος - αναιρεσείων πρόβαλε. Ο δε δωδέκατος λόγος, που αφορά τις ίδιες αιτιάσεις κατά της προσβαλλομένης, ως αόριστος, διότι δεν αναφέρει κατά τρόπο σαφή και ορισμένο για μεν την από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αιτίαση τις παραδοχές του Εφετείου, τις ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, το ουσιώδες ζήτημα στο οποίο αυτές αναφέρονταν, για δε την από τον αριθμό 1 του ίδιου άρθρου πλημμέλεια, ποιο είναι το συγκεκριμένο σφάλμα του Εφετείου, με το οποίο φέρονται ότι παραβιάσθηκαν οι ως είρηται διατάξεις και τέλος για την από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ αιτίαση, ως αόριστος επίσης, διότι εμφανίζει τα ίδια κενά με τον ως άνω αντίστοιχο ενδέκατο λόγο τρίτο μέρος, περίπτωση δεύτερη.
ΕΠΕΙΔΗ, με τον δέκατο τρίτο λόγο αναίρεσης, μέρος πρώτο, προβάλλεται η από το άρθρο 559 αριθμός 1 ΚΠολΔικ αιτίαση κατά της προσβαλλόμενης απόφασης για παραβίαση της διατάξεως του άρθρου 281 ΑΚ από το Εφετείο, το οποίο απέρριψε ως μη νόμιμη την από την διάταξη αυτή σχετική ένσταση του αναιρεσείοντος (εναγομένου). Ειδικότερα το Εφετείο έκρινε ότι τα περιστατικά τα οποία ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσείων επικαλέσθηκε προς υποστήριξη της ανωτέρω ενστάσεως, ήτοι ότι οι ενάγοντες (τότε εφεσίβλητοι) δεν εξήντλησαν όλα τα περιθώρια προς εξώδικη διανομή του επιδίκου και δεν έχουν οικονομική ή άλλη ανάγκη προς δικαστική διανομή αυτού και μάλιστα δια πλειστηριασμού ενώ είναι δυνατή η αυτούσια διανομή του και εν πάση περιπτώσει συμφέρει και στις δύο πλευρές να δοθεί τούτο προς αντιπαροχή, ενώ αλλιώς δημιουργείται σ' αυτούς δεινή οικονομική κατάσταση, δεν συνιστούν κατάχρηση δικαιώματος κατά την έννοια της ως άνω διατάξεως. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, ορθώς την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ ερμήνευσε και εφάρμοσε εν προκειμένω, καθ' όσον τα ως άνω πραγματικά περιστατικά που επικαλέστηκε ο αναιρεσείων δεν δύνανται αυτά και μόνο να καταστήσουν καταχρηστική την άσκηση του επιδίκου δικαιώματος προς διανομή του κοινού ακινήτου εν τη εννοία της διατάξεως αυτής και πρέπει ο λόγος αυτός της αναίρεσης να απορριφθεί ως αβάσιμος. Τέλος ο ίδιος λόγος αναίρεσης, κατά το δεύτερο μέρος αυτού από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, με το οποίο πλήττεται η αναιρεσιβαλλομένη για παραβίαση των διατάξεων των άρθρων 730, 789, 790 ΑΚ, είναι απορριπτέος ως αόριστος, διότι δεν αναφέρονται σ' αυτόν οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, το σφάλμα του Εφετείου με το οποίο παραβιάσθηκαν αυτές οι διατάξεις και η επίδραση αυτού στο διατακτικό της απόφασης.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 27 Δεκεμβρίου 2003 αίτηση αναιρέσεως του ΧΧΧ κατά της υπ' αριθ. 7878/2003 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε χίλια εκατόν εβδομήντα (1170) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Απριλίου 2005.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 24 Μαϊου 2005.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ