1. Skip to Main Menu
  2. Skip to Content
  3. Skip to Footer
Καλως ήρθατε στο ανανεωμένο FOGGS.gr

- Δεδικασμένο στην πολιτική δίκη.

 E-mail

- Δεδικασμένο στην πολιτική δίκη. Ποινικές αποφάσεις. Αποδεικτικά μέσα.
- Οι αποφάσεις των ποινικών δικαστηρίων, καταδικαστικές ή αθωωτικές αμετάκλητες, μετά την έναρξη ισχύος του ΚΠολΔ δεν αποτελούν δεδικασμένο για την πολιτική δίκη.

Διατάξεις:

ΚΠολΔ: 176, 183, 559 αριθ. 11γ, 559 αριθ. 12, 559 αριθ. 16
ΕισΝΚΠολΔ: 74







AθηνάΑριθμός 987/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α'1 Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές : Δημήτριο Λοβέρδο, Αντιπρόεδρο, Βασίλειο Ρήγα, Δημήτριο Δαλιάνη, Ιωάννη-Σπυρίδωνα Τέντε και Δημήτριο Πατινίδη -Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 15 Οκτωβρίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Σουζάνας Κουφιάδου, για να δικάσει μεταξύ :

Του αναιρεσείοντος : Χ1, τον οποίο εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος του Αλκιβιάδης Γρηγοριάδης.

Της αναιρεσιβλήτου : Της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Ι. ΜΑΖΑΡΑΚΗΣ και ΥΙΟΙ Α.Ε" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, την οποία εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος της Πάνος Ρουσιάς, χωρίς να καταθέσει προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21.6.1999 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 3261/2002 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 8444/2003 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητά ο αναιρεσείων με την από 10 Ιανουαρίου 2005 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Πατινίδης ανέγνωσε την από 18.19.2006 έκθεσή του Αρεοπαγίτη Γεωργίου Καλαμίδα, ήδη προαχθέντος στο βαθμό του αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως του, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

I. Ο από το άρθρο 559 αρ. 11γ του ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, ιδρυόμενος αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αν προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Δεν αποτελεί αποδεικτικό μέσο κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 11 ΚΠολΔ, η απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και επομένως η μη λήψη της αποφάσεως αυτής από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν δημιουργεί το λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 11 γ ΚΠολΔ. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, βεβαιώνει ότι έλαβε υπόψη "τα προσκομιζόμενα και επικαλούμενα από τους διαδίκους έγγραφα. Από τη βεβαίωση αυτή, σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης αποφάσεως, προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του και το με επίκληση προσαχθέν από τον αναιρεσείοντα ΧΧΧ έγγραφο - πιστοποιητικό της Γραμματείας του δικαστηρίου τούτου, σύμφωνα με το οποίο η 2916/2002 αθωωτική για τον αναιρεσείοντα απόφαση του Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών είχε καταστεί αμετάκλητη και ο αντίθετος από το άρθρο 559 αρ. 11 γ του ΚΠολΔ πρώτος λόγος αναιρέσεως και κατά το πρώτο μέρος του, είναι αβάσιμος. Ο ίδιος (πρώτος) λόγος αναιρέσεως και κατά το δεύτερο μέρος του από το άρθρο 559 αρ. 11 ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του την 3261/2002 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, εκδοθείσα σε πρώτο βαθμό επί της προκειμένης υποθέσεως, παρότι αυτή δεν είχε καταστεί τελεσίδικη, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, αφού η απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου δεν αποτελεί αποδεικτικό μέσο κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 11 ΚΠολΔ.
II. Ο λόγος αναιρέσεως του άρθρου 559 αρ. 12 του ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, προσέδωσε σε αποδεικτικό μέσο αυξημένη αποδεικτική δύναμη που δεν την είχε κατά νόμο ή δεν του προσέδωσε τέτοια δύναμη, μολονότι την είχε κατά νόμο. Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως προβάλλει ότι η προσβαλλομένη απόφαση υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 12 του ΚΠολΔ διότι προσέδωσε στην 3261/2002 παραπάνω αναφερθείσα απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών αυξημένη αποδεικτική δύναμη δεχθείσα ότι είναι τελεσίδικη, την οποία αποδεικτική δύναμη δεν είχε κατά νόμο και δεν προσέδωσε στην πιο πάνω 2916/2002 απόφαση του Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών την πρέπουσα ισχύ και αποδεικτική δύναμη. Ο λόγος αυτός αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, αφού, σε σχέση μεν με την πιο πάνω πολιτική απόφαση, η προσβαλλόμενη απόφαση, είτε δέχθηκε, είτε δεν δέχθηκε την τελεσιδικία της αποφάσεως αυτής, η τελεσιδικία αυτή δεν ασκεί επιρροή στην απαγγελία της προσωπικής κρατήσεως, αφού πρόκειται για την πρωτόδικη της προσβαλλομένης απόφασης, σε σχέση δε με την πιο πάνω ποινική απόφαση, διότι η απόφαση αυτή δεν ασκεί έννομη επίδραση στην προκειμένη δίκη απαγγελίας προσωπικής κράτησης.
III. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 16α του ΚΠολΔ., αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε ότι υπάρχει ή δεν υπάρχει δεδικασμένο. Οι αποφάσεις των ποινικών δικαστηρίων, καταδικαστικές ή αθωωτικές αμετάκλητες, μετά την έναρξη ισχύος του Κ. Πολ. Δικ. (16-9-1968, κατ' άρθρο 74 Εισαγ. Ν. Κ. Πολ. Δ.), δεν αποτελούν δεδικασμένο για την πολιτική δίκη. Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων, με τον τρίτο (τελευταίο) λόγο αναιρέσεως προβάλλει ότι το Εφετείο, που δέχθηκε ότι τέλεσε αδικοπραξία σε βάρος της ενάγουσας - αναιρεσιβλήτου, ενώ με την προηγηθείσα 2916/2002 απόφαση του Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών είχε κριθεί αμετάκλητα ότι δεν τέλεσε τις αποδοθείσες σ' αυτόν αξιόποινες πράξεις (της απάτης και της πλαστογραφίας μετά χρήσεως), τα περιστατικά των οποίων ταυτίζονται με τα θεμελιούντα την ιστορική βάση της αγωγής, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη, υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 16 του Κ. Πολ. Δ. Εφόσον, κατά τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη, η άνω ποινική απόφαση δεν αποτελεί δεδικασμένο για την παρούσα πολιτική δίκη, ο λόγος αυτός της αναιρέσεως είναι αβάσιμος. Αυτά, ανεξαρτήτως του ότι ο λόγος αυτός της αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αόριστος, εφόσον δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο σχετικός περί δεδικασμένου ισχυρισμός, που δεν αφορά τη δημόσια τάξη, προτάθηκε (προβλήθηκε) στο Εφετείο. Ακολούθως τούτων η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί και καταδικασθεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του, να πληρώσει την αναιρεσίβλητη που παραστάθηκε χωρίς να καταθέσει προτάσεις, τα δικαστικά έξοδα της δίκης (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 10-1-2005 αίτηση του Χ1 για αναίρεση της 8444/2003 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια διακόσια (1200) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 29 Ιανουαρίου 2008.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 9 Μαΐου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ