1. Skip to Main Menu
  2. Skip to Content
  3. Skip to Footer
Καλως ήρθατε στο ανανεωμένο FOGGS.gr

- ΤΕΒΕ.

 E-mail

- ΤΕΒΕ. Υποχρεωτική ασφάλιση. Απονομή σύνταξης. Προϋποθέσεις υπαγωγής. Διακοπή συνταξιοδότησης. Λόγοι.
- Στην υποχρεωτική ασφάλιση του ΤΕΒΕ υπάγονται, μεταξύ άλλων, όλοι οι αυτοτελώς απασχολούμενοι επαγγελματίες που διατηρούν επαγγελματική στέγη είτε στην κατοικία τους είτε σε οποιοδήποτε άλλο χώρο, και οι οποίοι δεν υπάγονται για την ασφάλισή τους αυτή σε λειτουργούντα ιδιαίτερο, κατά επαγγελματικό κλάδο, ασφαλιστικό οργανισμό κυρίας ασφαλίσεως. Στην υποχρεωτική ασφάλιση του ΤΕΒΕ υπάγονται επίσης, μεταξύ άλλων, και οι εταίροι προσωπικών εταιρειών (ομορρύθμων και ετερορρύθμων) από μόνη την ιδιότητά τους αυτή, έστω και αν η προσωπική εταιρεία τελεί, για ορισμένο χρονικό διάστημα, σε αδράνεια. Δεν αποτελεί προϋπόθεση υπαγωγής στην ασφάλιση του ΤΕΒΕ η κατά κύριο επάγγελμα άσκηση της ασφαλιστέας απασχολήσεως ούτε η διάρκειά της ούτε το ύψος των απολαυών από αυτήν.
- Κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 19 παρ. 2 του ΠΔ 116/1988, οι προβλεπόμενες από αυτήν δυσμενείς συνέπειες για τον συνταξιούχο (οριστική διακοπή συνταξιοδοτήσεως και, σωρευτικώς, αναζήτηση καταβληθεισών συντάξεων) επέρχονται, χωρίς κανένα χρονικό περιορισμό, είτε στην περίπτωση που με κάθε νόμιμο μέσο αποδεικνύεται ότι για την απονομή της συντάξεως ο δικαιούχος χρησιμοποίησε μέσα απατηλά, είτε στην περίπτωση που με προηγούμενη της πράξεως διακοπής της συντάξεως αμετάκλητη δικαστική απόφαση βεβαιώνεται η αναλήθεια δικαιολογητικών στοιχείων (σχετικών με το συνταξιοδοτικό δικαίωμα), βάσει των οποίων απονεμήθηκε η σύνταξη. Δεν αποκλείεται, όμως, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, και όταν ακόμη δεν συντρέχει μία από τις προϋποθέσεις που διαζευκτικώς τάσσει αυτή, η, κατ’ εφαρμογή των γενικών αρχών περί ανακλήσεως των διοικητικών πράξεων, ανάκληση των συνταξιοδοτικών αποφάσεων σε περίπτωση παραβάσεως νόμου και, ιδίως, σε περίπτωση αντικειμενικής ανυπαρξίας των νομίμων προϋποθέσεων για την απονομή συντάξεως. Κατά τις εν λόγω γενικές αρχές, οι παράνομες διοικητικές πράξεις, όπως είναι οι συνταξιοδοτικές αποφάσεις που εκδόθηκαν παρά την αντικειμενική ανυπαρξία των νομίμων προϋποθέσεων για την απονομή της συντάξεως, ανακαλούνται σε κάθε περίπτωση (δηλαδή και αν ακόμη δεν συνέτρεξε υπαιτιότητα του ενδιαφερομένου ως προς την έκδοσή τους) εντός ευλόγου χρόνου, ο οποίος κρίνεται εκάστοτε αναλόγως των συνθηκών της συγκεκριμένης περιπτώσεως και ο οποίος, πάντως, ελλείψει αντίθετης διατάξεως, δεν μπορεί να είναι μικρότερος των πέντε ετών από την έκδοση της ανακλητέας πράξεως, σύμφωνα με το άρθρο μόνο του αν.ν. 261/1968

Διατάξεις:

Νόμοι: 2972/2001 άρθ. 1, 2, 3, 4, 12, 2676/1999 άρθ. 47, 6364/1934 άρθ. 2, 1027/1980 άρθ. 1, 261/1968
ΠΔ: 116/1988 άρθ. 19 Νατάσα-Αριθμός 130/2008

ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ

ΤΜΗΜΑ Α΄

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 15 Ιανουαρίου 2007, με την εξής σύνθεση: Σωτ. Ρίζος, Αντιπρόεδρος, Προεδρεύων, σε αναπλήρωση του Προέδρου του Τμήματος, που είχε κώλυμα, Δ. Μαρινάκης, Σπ. Μαρκάτης, Σύμβουλοι, Ά. Καλογεροπούλου, Χρ. Σιταρά, Πάρεδροι. Γραμματέας η Α. Κολιοπούλου.

Για να δικάσει την από 26 Μαΐου 2003 αίτηση:

των: 1. ΧΧΧ χήρας ΧΧΧ, κατοίκου ΧΧΧ Αττικής (οδός ΧΧΧ αριθ. ΧΧ), 2. ΧΧΧ1, κατοίκου ΧΧΧ Αττικής (οδός ΧΧΧ αριθμός ΧΧ) και 3. ΧΧΧ2, κατοίκου ΧΧΧ (οδός ΧΧΧ αριθ. ΧΧ), οι οποίοι παρέστησαν με το δικηγόρο Ιω. Γουσέτη (Α.Μ. 2340), που τον διόρισαν με πληρεξούσιο,

κατά

του Ταμείου Επαγγελματιών και Βιοτεχνών Ελλάδος (Τ.Ε.Β.Ε.). Εμφανίσθηκε ο δικηγόρος Στ. Πετροπουλάκος (Α.Μ. 7377), ο οποίος δήλωσε ότι παρίσταται για τον Οργανισμό Ασφάλισης Ελευθέρων Επαγγελματιών (Ο.Α.Ε.Ε.), ως καθολικό διάδοχο του αναιρεσείοντος Ταμείου, και τον νομιμοποίησε με βεβαίωσή του ο Διοικητής του Ο.Α.Ε.Ε.

Με την αίτηση αυτή οι αναιρεσείοντες επιδιώκουν να αναιρεθεί η υπ’ αριθ. 3873/2002 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών. Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως του Εισηγητή, Συμβούλου, Δ. Μαρινάκη. Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε τον πληρεξούσιο των αναιρεσειόντων, ο οποίος ανέπτυξε και προφορικά τους προβαλλόμενους λόγους αναιρέσεως και ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση και τον πληρεξούσιο του Οργανισμού, ο οποίος ζήτησε την απόρριψή της. Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου και

Αφού μελέτησε τα σχετικά έγγραφα

Σκέφθηκε κατά το Νόμο

1. Επειδή, για την άσκηση της κρινόμενης αιτήσεως καταβλήθηκε το νόμιμο παράβολο (66987 και 417177 έτους 2003 ειδικά έντυπα παραβόλου).
2. Επειδή, με την αίτηση αυτή ζητείται η αναίρεση της 3873/2002 αποφάσεως του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, με την οποία έγινε δεκτή έφεση του αναιρεσιβλήτου Ταμείου Επαγγελματιών και Βιοτεχνών Ελλάδος (ΤΕΒΕ) κατά των ήδη αναιρεσειόντων, εξαφανίσθηκε η 915/2001 απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών, έγινε δεκτή η προσφυγή του ΤΕΒΕ και ακυρώθηκε η ΧΧΧ/16.11.1998 απόφαση της Τοπικής Διοικητικής Επιτροπής (ΤΔΕ) του ΤΕΒΕ. Με την απόφαση αυτή είχε γίνει δεκτή ένσταση του ΧΧΧΑ, αποβιώσαντος δικαιοπαρόχου των αναιρεσειόντων, με την οποία ακυρώθηκε η 7824/16.12.1997 απόφαση του Διευθυντή Συντάξεων του Ταμείου. Με την τελευταία αυτή απόφαση είχαν ανακληθεί οι 5076/29.6.1988, 3236/26.6.1990, 1607/1993 και 2736/1995 αποφάσεις του ίδιου Διευθυντή περί συνταξιοδοτήσεως λόγω αναπηρίας του ανωτέρω ΧΧΧΑ και είχε διαταχθεί η επιστροφή των καταβληθεισών σε αυτόν συντάξεων από 1.7.1988 μέχρι 16.12.1997.
3. Επειδή, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1, 2, 3, 4 παρ. 1 και 3, 12 παρ.1 και 2 (όπως η παράγραφος αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 47 του ν.2972/2001-ΦΕΚ Α 291) του ν.2676/1999 με τίτλο «Οργανική και λειτουργική αναδιάρθρωση των φορέων κοινωνικής ασφάλισης και άλλες διατάξεις» (ΦΕΚ Α 1), και π.δ. 154/2006 με τίτλο «Οργανισμός του ν.π.δ.δ. με την επωνυμία "Οργανισμός Ασφάλισης Ελευθέρων Επαγγελματιών (Ο.Α.Ε.Ε.)"» (ΦΕΚ Α 167), η ισχύς του οποίου άρχισε από 1.1.2007 (βλ. άρθρο 39 του π.δ.), συνάγεται ότι νομίμως, κατά την συζήτηση της επίδικης υποθέσεως, παρίσταται και συνεχίζει την δίκη ο Ο.Α.Ε.Ε., καθολικός διάδοχος του αναιρεσιβλήτου ΤΕΒΕ (ΣτΕ 244/2007, 1739/2007).
4. Επειδή, στο άρθρο 2 παρ. 1 και 2 του ν. 6364/1934 «Περί ιδρύσεως Ταμείου Ασφαλίσεως Επαγγελματιών Ελλάδος» (ΦΕΚ Α 376), όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του ν. 1027/1980 (ΦΕΚ Α 49), ορίζεται ότι: «1. Εις το Ταμείον ασφαλίζονται υποχρεωτικώς πάντες οι άνω των 18 ετών επαγγελματίαι και βιοτέχναι, οι διατηρούντες επαγγελματικήν ή βιοτεχνικήν στέγην. Ως επαγγελματική ή βιοτεχνική στέγη νοείται κατά τον παρόντα νόμον η οικία ή οιοσδήποτε χώρος, ένθα ασκείται επάγγελμα ή βιοτεχνία. 2. Εις την κατά την προηγουμένην παράγραφον υποχρεωτικήν ασφάλισιν υπάγονται και τα μέλη των κατωτέρω εταιρειών, των οποίων το αντικείμενον συνιστά επάγγελμα, δια το οποίον τα ασκούντα τούτο πρόσωπα υπάγονται εις την ασφάλισιν του ΤΕΒΕ α) των προσωπικών εταιρειών (ομορρύθμων, ετερορρύθμων) … β)…». Τέλος, στο άρθρο 3 του ίδιου ν.1027/1980 ορίζεται ότι: «Εξαιρούνται της παρά τω ΤΕΒΕ υποχρεωτικής ασφαλίσεως: α) Επαγγελματίαι, υπέρ των οποίων έχουν συσταθή και λειτουργούν ίδιοι ασφαλιστικοί οργανισμοί κυρίας ασφαλίσεως (Ταμεία Συντάξεων Αυτοκινητιστών, Υγειονομικών, Ναυτικών Πρακτόρων, Μηχανικών και Εργοληπτών Δημοσίων Έργων), εκτός εάν ούτοι ασκούν παραλλήλως και έτερον επάγγελμα εκ των υπαγομένων εις το ΤΕΒΕ, οπότε διά το επάγγελμα τούτο ασφαλίζονται υποχρεωτικώς και εις το εν λόγω Ταμείον β)…». Από τις παραπάνω διατάξεις συνάγεται ότι στην υποχρεωτική ασφάλιση του ΤΕΒΕ υπάγονται, μεταξύ άλλων, όλοι οι αυτοτελώς απασχολούμενοι επαγγελματίες που διατηρούν επαγγελματική στέγη είτε στην κατοικία τους είτε σε οποιοδήποτε άλλο χώρο, και οι οποίοι δεν υπάγονται για την ασφάλισή τους αυτή σε λειτουργούντα ιδιαίτερο, κατά επαγγελματικό κλάδο, ασφαλιστικό οργανισμό κυρίας ασφαλίσεως. Στην υποχρεωτική ασφάλιση του ΤΕΒΕ υπάγονται επίσης, μεταξύ άλλων, και οι εταίροι προσωπικών εταιρειών (ομορρύθμων και ετερορρύθμων) από μόνη την ιδιότητά τους αυτή, έστω και αν η προσωπική εταιρεία τελεί, για ορισμένο χρονικό διάστημα, σε αδράνεια. Από τις ίδιες διατάξεις συνάγεται, περαιτέρω, ότι δεν αποτελεί προϋπόθεση υπαγωγής στην ασφάλιση του ΤΕΒΕ η κατά κύριο επάγγελμα άσκηση της ασφαλιστέας απασχολήσεως ούτε η διάρκειά της ούτε το ύψος των απολαυών από αυτήν (πρβλ. ΣτΕ 689/2004, 3172/2002).
5. Επειδή, εξ άλλου, η εφαρμοστέα, εν προκειμένω, διάταξη του άρθρου 19 παρ. 2 του π.δ. 116/1988 «Ανασύνταξη, τροποποίηση και συμπλήρωση του Κανονισμού Παροχών του ΤΕΒΕ» (ΦΕΚ Α 48), η οποία περιέχει ρύθμιση παρόμοια με εκείνη του άρθρου 12 παρ. 4 του προϊσχύσαντος Κανονισμού Παροχών του ΤΕΒΕ (β.δ. από 5/28.1.1955 – ΦΕΚ Α 18), ορίζει τα εξής: «Στερούνται του δικαιώματος της σύνταξης οι δικαιούχοι, εφόσον με απατηλά μέσα ή ψευδή δικαιολογητικά που αποδεικνύονται με αμετάκλητη δικαστική απόφαση, επεδίωξαν να θεμελιώσουν ή θεμελίωσαν δικαίωμα για σύνταξη. Οι αποφάσεις με τις οποίες χορηγήθηκαν συντάξεις με απατηλά μέσα ή ψευδή δικαιολογητικά ανακαλούνται και τα ποσά συντάξεων αναζητούνται και εισπράττονται σύμφωνα με τις διατάξεις που προβλέπουν την είσπραξη καθυστερουμένων εισφορών». Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, οι προβλεπόμενες από αυτήν δυσμενείς συνέπειες για τον συνταξιούχο (οριστική διακοπή συνταξιοδοτήσεως και, σωρευτικώς, αναζήτηση καταβληθεισών συντάξεων) επέρχονται, χωρίς κανένα χρονικό περιορισμό, είτε στην περίπτωση που με κάθε νόμιμο μέσο αποδεικνύεται ότι για την απονομή της συντάξεως ο δικαιούχος χρησιμοποίησε μέσα απατηλά, είτε στην περίπτωση που με προηγούμενη της πράξεως διακοπής της συντάξεως αμετάκλητη δικαστική απόφαση βεβαιώνεται η αναλήθεια δικαιολογητικών στοιχείων (σχετικών με το συνταξιοδοτικό δικαίωμα), βάσει των οποίων απονεμήθηκε η σύνταξη (ΣτΕ 984/1998, πρβλ. ΣτΕ 168/2005). Δεν αποκλείεται, όμως, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, και όταν ακόμη δεν συντρέχει μία από τις προϋποθέσεις που διαζευκτικώς τάσσει αυτή, η, κατ’ εφαρμογήν των γενικών αρχών περί ανακλήσεως των διοικητικών πράξεων, ανάκληση των συνταξιοδοτικών αποφάσεων σε περίπτωση παραβάσεως νόμου και, ιδίως, σε περίπτωση αντικειμενικής ανυπαρξίας των νομίμων προϋποθέσεων για την απονομή συντάξεως. Κατά τις εν λόγω γενικές αρχές, οι παράνομες διοικητικές πράξεις, όπως είναι οι συνταξιοδοτικές αποφάσεις που εκδόθηκαν παρά την αντικειμενική ανυπαρξία των νομίμων προϋποθέσεων για την απονομή της συντάξεως, ανακαλούνται σε κάθε περίπτωση (δηλαδή και αν ακόμη δεν συνέτρεξε υπαιτιότητα του ενδιαφερομένου ως προς την έκδοσή τους) εντός ευλόγου χρόνου, ο οποίος κρίνεται εκάστοτε αναλόγως των συνθηκών της συγκεκριμένης περιπτώσεως και ο οποίος, πάντως, ελλείψει αντίθετης διατάξεως, δεν μπορεί να είναι μικρότερος των πέντε ετών από την έκδοση της ανακλητέας πράξεως, σύμφωνα με το άρθρο μόνο του αν.ν. 261/1968 (ΦΕΚ Α 12) (ΣτΕ 168/2005, 984/1998).
6. Επειδή, εν προκειμένω, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση έγιναν δεκτά τα εξής: Ο ΧΧΧΑ, δικαιοπάροχος κατά τα εκτεθέντα των αναιρεσειόντων, ασφαλίστηκε στο ΤΕΒΕ ως μέλος ομορρύθμου εταιρείας (ΟΕ) με δραστηριότητα στην ποτοποιία και την οινοποιία. Με την 305/12.5.1988 γνωμάτευση της Πρωτοβάθμιας Υγειονομικής Επιτροπής (ΑΥΕ) Αθηνών κρίθηκε ανίκανος άνευ διακοπής από 12.5.1988 έως 31.5.1990 με ποσοστά αναπηρίας 67% και ανατομοφυσιολογικής βλάβης 55%. Στις 15.6.1988 αποχώρησε από την ΟΕ και με την από 29.6.1988 αίτησή του ζήτησε να συνταξιοδοτηθεί λόγω ανικανότητας με χρόνο ασφάλισης από 1.1.1960 έως 27.6.1988 ή με 8.550 ημερομίσθια. Με την 5076/29.6.1988 απόφαση του Διευθυντή Συντάξεων του Ταμείου χορηγήθηκε στον ανωτέρω σύνταξη λόγω ανικανότητας από 1.7.1988 έως 31.5.1990. Ακολούθως, παρατάθηκε η συνταξιοδότηση του ανωτέρω με τις αποφάσεις του ίδιου Διευθυντή 3236/26.6.1990 από 1.6.1990 έως 31.12.1992, 1607/1993 από 1.1.1993 έως 31.3.1995 και 2736/1995 εφ’ όρου ζωής. Στη συνέχεια διαπιστώθηκε ότι ο ΧΧΧΑ ήταν μέλος και άλλης ΟΕ με την επωνυμία «ΑΦΟΙ Ευαγγέλου και Ο. Φωτόπουλος» με αντικείμενο εργασιών τις οικοδομικές επιχειρήσεις, από της συστάσεως της εταιρείας αυτής μέχρι του θανάτου του. Κατόπιν αυτών ο Διευθυντής Συντάξεων του Ταμείου με την 7824/16.12.1997 απόφασή του ανακάλεσε τόσο την αρχική απόφαση συνταξιοδοτήσεως του ανωτέρω, όσο και τις προδιαληφθείσες αποφάσεις του περί παρατάσεως της συνταξιοδοτήσεως τούτου και διέταξε την επιστροφή των καταβληθεισών σε αυτόν συντάξεων από 1.7.1988 μέχρι 16.12.1997. Ένσταση κατά της αποφάσεως αυτής έγινε δεκτή με την 12363/16.11.1998 απόφαση της ΤΔΕ του ΤΕΒΕ, με την οποία ακυρώθηκε η πιο πάνω ανακλητική απόφαση του Διευθυντή. Κατά της ανακλητικής αυτής αποφάσεως το Ταμείο άσκησε προσφυγή ενώπιον του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία απορρίφθηκε με την πρωτόδικη απόφαση, κατ’ αυτής δε το αυτό Ταμείο άσκησεν έφεση ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών. Το δικάσαν διοικητικό εφετείο, αφού δέχθηκεν εν πρώτοις ότι απαραίτητη κατά νόμον προϋπόθεση χορηγήσεως συντάξεως σε ασφαλισμένο του Ταμείου είναι η οριστική διακοπή κάθε επαγγελματικής δραστηριότητας, συμπεριλαμβανομένης και της συμμετοχής του σε ομόρρυθμη εταιρεία και ότι με μόνη τη συμμετοχή του σε τέτοια εταιρεία θεωρείται ότι τελεί σε επαγγελματική δραστηριότητα, η οποία αποκλείει την συνταξιοδότησή του, δέχθηκε περαιτέρω ότι ο δικαιοπάροχος των αναιρεσειόντων ήταν μέλος δύο ΟΕ, εκ των οποίων η μία είχε ως αντικείμενο την παρασκευή οίνων και ποτών, η δε άλλη την ανέγερση οικοδομών, ότι η τελευταία εταιρεία δεν είχε λυθεί και υπέβαλλε φορολογικές δηλώσεις, ότι στο τροποποιηθέν την 14.7.1997 καταστατικό της ο ανωτέρω φερόταν ως μέλος αυτής με ποσοστό 25% και ότι κατά τον χρόνο υποβολής της αιτήσεως περί συνταξιοδοτήσεώς του (29.6.1988) δεν είχε αποχωρήσει από την εν λόγω οικοδομική επιχείρηση. Με τα δεδομένα αυτά το διοικητικό εφετείο έκρινε ότι ο Νέστορας Ευσταθίου, ο οποίος συνταξιοδοτήθηκε, αν και δεν είχε τις νόμιμες προϋποθέσεις συνταξιοδοτήσεως, χρησιμοποίησε απατηλά μέσα προκειμένου να του χορηγηθεί η σύνταξη και κατ’ ακολουθίαν τούτων, ορθώς ανακλήθηκαν οι παραπάνω συνταξιοδοτικές αποφάσεις. Περαιτέρω, το διοικητικό εφετείο, αφού θεώρησε ότι ο ανωτέρω κατά τον χρόνο υποβολής της περί συνταξιοδοτήσεως αιτήσεώς του (29.6.1988) απέκρυψε το γεγονός ότι ήταν μέλος της εν λόγω οικοδομικής ομορρύθμου εταιρείας, συμπληρώνοντας αναληθή υπεύθυνη δήλωση, έκρινε ότι αυτός ούτε σε καλή πίστη τελούσε ούτε και εισέπραττε καλοπίστως τις καταβαλλόμενες από το Ταμείο συντάξεις και, επομένως, τα ποσά αυτών ορθώς αναζητήθηκαν από το παραπάνω Ταμείο. Με τις σκέψεις αυτές το διοικητικό εφετείο δέχθηκε την έφεση του ΤΕΒΕ, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, δέχθηκε την προσφυγή του Ταμείου και ακύρωσε την 12363/16.11.1999 απόφαση της ΤΔΕ του ΤΕΒΕ.
7. Επειδή, η κρίση της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως ότι ο ΧΧΧΑ, με μόνη τη συμμετοχή του στην ανωτέρω οικοδομική ομόρρυθμη εταιρεία, θεωρείται ότι τελούσε σε επαγγελματική δραστηριότητα, η οποία απέκλειε την συνταξιοδότησή του από το ΤΕΒΕ, είναι νόμιμη, διότι, σύμφωνα με όσα έγιναν στην πέμπτη σκέψη δεκτά, ομόρρυθμος εταίρος προσωπικής εταιρείας υπάγεται στην ασφάλιση του ΤΕΒΕ από μόνη την ιδιότητά του αυτή, έστω και αν η εταιρεία αυτή αδρανεί. Συνεπώς, ο σχετικός λόγος αναιρέσεως περί εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής του νόμου πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
8. Επειδή, η περαιτέρω κρίση της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως ότι ο ανωτέρω χρησιμοποίησε απατηλά μέσα για την συνταξιοδότησή του, ενώ εξάλλου, δεν τελούσε σε καλή πίστη, διότι κατά την υποβολή της σχετικής αιτήσεως δεν είχε ενημερώσει το Ταμείο ότι ήταν ομόρρυθμος εταίρος της προδιαληφθείσης οικοδομικής ομορρύθμου εταιρείας, είναι πλημμελής ως προς την ύπαρξη δόλου στο πρόσωπο αυτού. Τούτο διότι το διοικητικό εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τους ουσιώδεις ισχυρισμούς που είχαν προβάλει οι αναιρεσείοντες ενώπιον των δικαστηρίων της ουσίας ότι η εταιρεία αυτή αδρανούσε από το έτος 1983, λόγω παρελεύσεως της πενταετούς διαρκείας της, και ότι ο ανωτέρω δεν είχε συμμετάσχει ενεργώς στην άσκηση των δραστηριοτήτων της, για τους λόγους δε τούτους αυτός καλόπιστα πίστευε ότι δεν ήταν ομόρρυθμο μέλος της εταιρείας. Συνεπώς, για τον λόγο αυτό, ο οποίος προβάλλεται βασίμως, η προσβαλλόμενη απόφαση πρέπει κατά τούτο να αναιρεθεί, η δε υπόθεση, η οποία χρειάζεται διευκρίνιση κατά το πραγματικό, πρέπει να παραπεμφθεί κατά το αναιρούμενο μέρος στο Διοικητικό Εφετείο Αθηνών για νέα κρίση.

Διά ταύτα

Δέχεται την κρινόμενη αίτηση.

Αναιρεί την 3873/2002 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στο σκεπτικό.

Παραπέμπει την υπόθεση στο Διοικητικό Εφετείο Αθηνών, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στο σκεπτικό.

Διατάσσει την απόδοση του παραβόλου. Και,

Επιβάλλει σε βάρος του Οργανισμού Ασφαλίσεως Ελευθέρων Επαγγελματιών (ΟΑΕΕ), συμμέτρως, την δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων, η οποία ανέρχεται στο ποσό των εννιακοσίων είκοσι (920) ευρώ.

Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 22 Ιανουαρίου 2007

Ο Προεδρεύων Αντιπρόεδρος Η Γραμματέας

Σωτ. Ρίζος Α. Κολιοπούλου και

η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση της 14ης Ιανουαρίου 2008.

Ο Πρόεδρος του Α' Τμήματος Η Γραμματέας του Α' Τμήματος

Γ. Ανεμογιάννης Ε. Κουμεντέρη