1. Skip to Main Menu
  2. Skip to Content
  3. Skip to Footer
Καλως ήρθατε στο ανανεωμένο FOGGS.gr

- Μέμψη άστοργης δωρεάς.

 E-mail

- Μέμψη άστοργης δωρεάς. Διαδοχικές δωρεές. Ανατροπή της τελευταίας δωρεάς κατά το ποσοστό της νόμιμης μοίρας και αν αυτή δεν επαρκεί, ανατρέπεται και η αμέσως προηγούμενη δωρεά, κατά το ποσοστό της νόμιμης μοίρας που απομένει. Δωρεά και μεταβίβαση της ψιλής κυριότητας και επιφύλαξη υπέρ του κληρονομουμένου της επικαρπίας. Κρίσιμος χρόνος, στον οποίο υπολογίζεται η αξία της ψιλής κυριότητας.
- Αν η δωρεά που πρόκειται να ανατραπεί συνίσταται στη μεταβίβαση της ψιλής κυριότητας ακινήτου, στο οποίο την επικαρπία κράτησε ο κληρονομούμενος εφ’όρου ζωής του, για τον υπολογισμό της νόμιμης μοίρας του μεριδούχου θα ληφθεί υπόψη η πραγματική αξία της ψιλής κυριότητας κατά το χρόνο της δωρεάς, δηλαδή του όλου ακινήτου με το βάρος όμως τότε της επικαρπίας, ανεξαρτήτως του ότι η τελευταία από το θάνατο του δωρητή κληρονομουμένου αποσβέστηκε κατά το άρθρο 1167 ΑΚ επ’ωφελεία του δωρεοδόχου ψιλού κυρίου. Δεν ενδιαφέρει για τον υπολογισμό της νόμιμης μοίρας η αξία του ακινήτου κατά το χρόνο του θανάτου του δωρητού είτε κατά ψιλή κυριότητα όπως δωρήθηκε είτε κατά επικαρπία, η οποία αποτελεί ωφέλεια μεταγενέστερη του χρόνου της παροχής (Βλ. Εφθεσ 246/1982 Αρμ 36,895). Για τον καθορισμό εξάλλου της αξίας της επικαρπίας ή της ψιλής κυριότητας σε ακίνητο, εφαρμόζονται, σύμφωνα με το άρθρο 3 παρ. 4 του ΑΝ 1521/1950 "περί φόρου μεταβιβάσεως ακινήτου", όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 42 παρ. 1 του Ν 12/1975, αναλόγως οι διατάξεις του ΝΔ 118/1973 "περί Κωδικός Φορολογίας κληρονομιών, δωρεών, προικών και κερδών εκ λαχείων", άρθρα 15 και 16. Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές, η αξία της ψιλής κυριότητας εξευρίσκεται με αφαίρεση από την αξία της πλήρους κυριότητας της αξίας της επικαρπίας (άρθρο 16 παρ. 5). Επί ισόβιας ή αορίστου χρόνου επικαρπίας λαμβάνεται ποσοστό της αξίας της πλήρους κυριότητας, ανάλογα με την ηλικία του επικαρπωτή, οριζόμενο (άρθρο 15 παρ. 4) στα 2/10 αν ο επικαρπωτής υπερέβη το 70° έτος της ηλικίας του (βλ. Γεωργιάδη - Σταθόπουλο, ΑΚ, στο άρθρο 1142 σημ. 36).

Διατάξεις:

ΑΚ: 1167, 1718, 1719, 1825, 1831, 1835, 1836
Νόμοι: 12/1975 αρθ. 42
ΑΝ: 1521/1950 αρθ. 15, 16
ΝΔ: 118/1973 (ΦΑΝΙΑ)(Aπόσπασμα)

Αριθμός 4590/2007

Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών

Πρόεδρος: Ε. Θεοδωρακοπούλου
Εισηγήτρια: Μ. Χανιαδάκη-Φλώρου
Δικηγόροι: Κ. Σακελλαριάδης, Α. Κωνσταντινίδου

...Κατά τις διατάξεις των άρθρων 1718 και 1719 παρ. 4 ΑΚ, ανίκανοι να συντάσσουν διαθήκη είναι όσοι κατά το χρόνο της σύνταξης της διαθήκης δεν έχουν συνείδηση των πράξεων τους ή δεν έχουν τη χρήση του λογικού λόγω πνευματικής ασθένειας. Κατά την αληθή έννοια των διατάξεων αυτών δημιουργείται ανικανότητα σύνταξης διαθήκης, που συνεπάγεται την ακυρότητά της, σε δύο διαφορετικές μεταξύ τους περιπτώσεις, δηλαδή ασυνειδησίας των πράξεων ή στέρησης της χρήσης του λογικού λόγω πνευματικής νόσου. Έλλειψη συνείδησης των πράξεων υπάρχει όταν ο διαθέτης κατά το χρόνο σύνταξης της διαθήκης, από αίτιο νοσηρό ή μη, λ.χ. μέθη, αδυνατεί να διαγνώσει την ουσία και το περιεχόμενο της, ένεκα της ειδικής κατάστασης που βρίσκεται. Στέρηση της χρήσεως του λογικού λόγω πνευματικής ασθένειας, δηλαδή διανοητικής διαταραχής οφειλομένης σε νόσο, υπάρχει όταν εξαιτίας της ασθένειας αυτής ο διαθέτης κατά τον ίδιο χρόνο (της σύνταξης της διαθήκης) δεν μπορεί να ενεργήσει ελεύθερο προσδιορισμό της βούλησης με λογικούς υπολογισμούς (ΑΠ 522/1995 ΕλλΔνη 37,338, ΑΠ 18/1995 ΝοΒ 44,615, ΑΠ 409/1986 ΕλλΔνη 28,440, ΑΠ 710/1985 ΝοΒ 34,555, ΕφΑΘ 826/1999 ΕλλΔνη 42,1391, ΕφΠατρ 466/1984 ΝοΒ 32,1049, Μπαλής, Κληρ. Δ., παρ. 26, σελ. 44, Γεωργιάδης, σε Γεωργιάδη- Σταθόπουλου Αστ. Κωδ., IX, υπ’αρθρ. 1719-1720, αριθ. 29, σελ. 108). Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 174, 178, 179 και 180 ΑΚ, προκύπτει ότι για το χαρακτηρισμό της δικαιοπραξίας ως αισχροκερδούς και κατά συνέπεια ως άκυρης, λόγω αντίθεσης της προς τα χρηστά ήθη, απαιτείται η συνδρομή των ακόλουθων προϋποθέσεων: 1) φανερή δυσαναλογία παροχών, 2) κουφότητα, απειρία ή ανάγκη του αντισυμβαλλομένου και 3) εκμετάλλευση αυτής από τον αντισυμβαλλόμενο. Αν λείπει η μία από τις ανωτέρω προϋποθέσεις, η δικαιοπραξία δεν είναι άκυρη κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 179 ΑΚ (ΑΠ 1520/1992 ΕλλΔνη 35,389, ΑΠ 307/1995 ΕλλΔνη 35,1295, ΑΠ 1091/1980 ΝοΒ 29,496). Εξάλλου, κατά το άρθρο 1825 ΑΚ, οι κατιόντες και οι γονείς του κληρονομουμένου, καθώς και ο σύζυγος που επιζεί, οι οποίοι θα είχαν κληθεί ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι, έχουν δικαίωμα νόμιμης μοίρας στην κληρονομιά. Η νόμιμη μοίρα είναι το μισό της εξ αδιαθέτου μερίδας. Ο μεριδούχος κατά το ποσοστό αυτό μετέχει ως κληρονόμος. Ο υπολογισμός της νόμιμης μοίρας σύμφωνα με το άρθρο 1831 ΑΚ, γίνεται με βάση την κατάσταση και την αξία της κληρονομιάς κατά το χρόνο του θανάτου του κληρονομουμένου, αφού αφαιρεθούν τα χρέη και οι δαπάνες της κηδείας του και της απογραφής της κληρονομιάς. Στην κληρονομιά προσθέτονται με την αξία που είχαν κατά το χρόνο της παροχής και οι δωρεές που ο κληρονομούμενος έκανε στα τελευταία δέκα χρόνια πριν από το θάνατό του, εκτός αν τις επέβαλαν λόγοι ευπρέπειας ή ιδιαίτερο ηθικό καθήκον. Εάν η νόμιμη μοίρα που θα υπολογιστεί κατά τον τρόπο αυτό δεν καλύπτεται στην αξία της από τα στοιχεία της κληρονομιάς, τα οποία βρέθηκε να έχει ο κληρονομούμενος κατά το χρόνο του θανάτου του, τότε κάθε δωρεά, η οποία συστάθηκε με τις ανωτέρω προϋποθέσεις εν ζωή του κληρονομουμένου, μπορεί κατά τα άρθρα 1835-1836 ΑΚ με αγωγή του μεριδούχου κατά του δωρεοδόχου, να ανατραπεί κατά το ποσοστό της νόμιμης μοίρας που λείπει, δηλαδή κατά το μέρος κατά το οποίο η κληρονομιά που υπάρχει κατά το χρόνο του θανάτου του κληρονομουμένου, δεν επαρκεί να καλύψει την αξία της. Αν έγιναν διαδοχικές δωρεές, η προηγούμενη είναι δυνατόν να προσβληθεί εφόσον δεν επαρκεί η ανατροπή της μεταγενέστερης. Σε ανατροπή υπόκειται και η δωρεά, η οποία καλύπτεται κάτω από εικονική πώληση, η οποία σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 138 παρ. 2 ΑΚ είναι έγκυρη αν τα μέρη την ήθελαν και συντρέχουν και οι όροι που απαιτούνται για τη σύσταση της (ΕφΑθ 3058/1985 ΕλλΔνη 26,729, ΑΠ 610/1964 ΝοΒ 13,305, ΠΠρΛαρ 660/1990 ΝΟΜΟΣ). Όπως προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 1831 παρ. 2 ΑΚ, αν ο κληρονομούμενος δεν άφησε περιουσία, ενώ υφίστανται δωρεές οι οποίες υπόκεινται σε ανατροπή, η νόμιμη μοίρα θα υπολογιστεί προφανώς στη συνολική αξία των δωρεών αυτών, κατά τους χρόνους της συστάσεως των, το δε δικαίωμα ανατροπής σύμφωνα με το άρθρο 1835 ΑΚ, θα ασκηθεί στο τελευταίο δωρηθέν και σε περίπτωση ανεπάρκειας, στο αμέσως προηγούμενο δωρηθέν, κατά το λόγο της αξίας της νόμιμης μοίρας προς την αξία των αντικειμένων της δωρεάς κατά το χρόνο του θανάτου του κληρονομουμένου. Κατά το ποσοστό, δε, της νόμιμης μοίρας ανατρέπεται η τελευταία δωρεά και σε περίπτωση ανεπάρκειας, κατά το ποσοστό της νόμιμης μοίρας που απομένει, ανατρέπεται η αμέσως προηγούμενη δωρεά (Εφθεσ 246/1982 Αρμ 36,895, ΑΠ 555/1964 ΝοΒ 13,178). Αν η δωρεά που πρόκειται να ανατραπεί συνίσταται στη μεταβίβαση της ψιλής κυριότητας ακινήτου, στο οποίο την επικαρπία κράτησε ο κληρονομούμενος εφ’όρου ζωής του, για τον υπολογισμό της νόμιμης μοίρας του μεριδούχου θα ληφθεί υπόψη η πραγματική αξία της ψιλής κυριότητας κατά το χρόνο της δωρεάς, δηλαδή του όλου ακινήτου με το βάρος όμως τότε της επικαρπίας, ανεξαρτήτως του ότι η τελευταία από το θάνατο του δωρητή κληρονομουμένου αποσβέστηκε κατά το άρθρο 1167 ΑΚ επ’ωφελεία του δωρεοδόχου ψιλού κυρίου. Δεν ενδιαφέρει για τον υπολογισμό της νόμιμης μοίρας η αξία του ακινήτου κατά το χρόνο του θανάτου του δωρητού είτε κατά ψιλή κυριότητα όπως δωρήθηκε είτε κατά επικαρπία, η οποία αποτελεί ωφέλεια μεταγενέστερη του χρόνου της παροχής (Βλ. Εφθεσ 246/1982 Αρμ 36,895). Για τον καθορισμό εξάλλου της αξίας της επικαρπίας ή της ψιλής κυριότητας σε ακίνητο, εφαρμόζονται, σύμφωνα με το άρθρο 3 παρ. 4 του ΑΝ 1521/1950 "περί φόρου μεταβιβάσεως ακινήτου", όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 42 παρ. 1 του Ν 12/1975, αναλόγως οι διατάξεις του ΝΔ 118/1973 "περί Κωδικός Φορολογίας κληρονομιών, δωρεών, προικών και κερδών εκ λαχείων", άρθρα 15 και 16. Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές, η αξία της ψιλής κυριότητας εξευρίσκεται με αφαίρεση από την αξία της πλήρους κυριότητας της αξίας της επικαρπίας (άρθρο 16 παρ. 5). Επί ισόβιας ή αορίστου χρόνου επικαρπίας λαμβάνεται ποσοστό της αξίας της πλήρους κυριότητας, ανάλογα με την ηλικία του επικαρπωτή, οριζόμενο (άρθρο 15 παρ. 4) στα 2/10 αν ο επικαρπωτής υπερέβη το 70° έτος της ηλικίας του (βλ. Γεωργιάδη - Σταθόπουλο, ΑΚ, στο άρθρο 1142 σημ. 36). [...]
Την 16.2.1999 απεβίωσε, στη Ν.Σ. Αττικής, ο A.K. του Κ., ο οποίος είχε γεννηθεί στην Κ., το έτος 1905 και κατέλιπε μοναδικούς πλησιέστερους συγγενείς του και συνακόλουθα μοναδικούς εξ αδιαθέτου κληρονόμους του, τον ενάγοντα και την πρώτη εναγομένη, τέκνα του από νόμιμο γάμο του, με την προαποβιώσασα αυτού, Ε.Κ., θυγατέρα Γ.Τ., κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου, έκαστος εξ αυτών. Οι ανωτέρω είναι και νόμιμοι μεριδούχοι του αποβιώσαντος, καθένας στο μισό της εξ αδιαθέτου μερίδας τους, ήτοι κατά το 1/4 εξ αδιαιρέτου ο καθένας τους (άρθρο 1825 ΑΚ). Ο ενάγων το έτος 1956 απεχώρησε από την πατρική κατοικία για σπουδές στην Α., όπου και διαμένει μέχρι σήμερα. Το έτος 1974 ο αποβιώσας, δυνάμει του υπ’αριθμ. 21.634/20.5.1974 συμβολαίου αγοραπωλησίας του συμβολαιογράφου Αθηνών Τ.Π., προέβη στην αγορά ενός διαμερίσματος κειμένου στη Β. (οδός θ. και Β. αριθ. ...), αξίας κατά τον τίτλο κτήσεως 3.722.150 δρχ., στην αγορά του οποίου συνέβαλε και ο ενάγων με το ποσό των 150.000 δρχ. Ο κληρονομούμενος, με την από 15.8.1981 επιστολή του, είχε υποσχεθεί την μεταβίβαση του προαναφερομένου διαμερίσματος προς τον ενάγοντα, είχε δε περιλάβει και σχετική διάταξη στην από 25.9.1974 ιδιόγραφη διαθήκη του, που κατατέθηκε στο συμβολαιογράφο Αθηνών Χ.Κ., με αριθμό πράξεως 2.841/1974 και δημοσιεύθηκε μετά υπ’αριθμ. 2.841/ 25.6.1999 πρακτικά συνεδρίασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, αιτήσει του άνω συμβολαιογράφου. Περαιτέρω, δυνάμει του υπ’αριθμ. 14.490/17.7.1996 συμβολαίου της συμφ/φου Αθηνών Χ.Τ.-Τ., που μεταγράφηκε στα βιβλία μεταγραφών του Δήμου Κ. (τ. και α/α ), μεταβίβασε στην πρώτη εναγομένη λόγω γονικής παροχής το άνω ακίνητο, η οποία στη συνέχεια μεταβίβασε αυτό στη δεύτερη εναγομένη, θυγατέρα της, κατά ψιλή κυριότητα, με το υπ’αριθμ. 14.695/19.11.1996 συμβόλαιο της ιδίας ως άνω συμ/φου, που μεταγράφηκε στα βιβλία του Υποθηκοφυλακείου Κ. (τ….και α/α ), λόγω γονικής παροχής. Ωστόσο, ο κληρονομούμενος με την από 6.12.1996 ιδιόγραφη διαθήκη του, η οποία έχει δημοσιευθεί στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών στις 18.6.1999 και έχει κηρυχθεί κυρία με την υπ’αριθμ. 2.727/18.6.1999 απόφαση του ιδίου ως άνω δικαστηρίου, εγκατέστησε μοναδικούς κληρονόμους του σε όλη την κληρονομιά του τις εναγόμενες, ήτοι την κόρη του Α.Κ., σύζυγο Σ.Ζ. και την εγγονή του Ε.Ζ., τον δε ενάγοντα υιό του και νόμιμο μεριδούχο του τον παρέλειψε εντελώς. Με τη διαθήκη του αυτή ο διαθέτης όρισε τα εξής: "Η διαθήκη μου. Εγώ ο Α.Κ. του Κ. και της Ζ., έχοντας σώας τας φρένας και με πλήρη συνείδηση των πραττομένων, επιθυμώ σήμερα με την παρούσα διαθήκη μου να ορίσω κάθε τι σχετικό με την κληρονομιά μου. Ορίζω και ονομάζω κληρονόμους μου την κόρη μου Α.Κ., σύζυγον Σ.Ζ. και την εγγονή μου Ε.Ζ., θυγατέρα 11. και ήδη σύζυγον Α.Γ., σε αυτές αφήνω όλη την κινητή περιουσία μου (που αποτελείται από την οικοσκευή μου και τα προσωπικά μου είδη) και τις ευχαριστώ για όλες τις φροντίδες που μου προσέφεραν μέχρι το τέλος της ζωής μου, την αγάπη και την αφοσίωση τους. Τα χρήματα που μου απέφερε η πώλησις του ακινήτου μου προς την Α. και Ε., έχουν ήδη διατεθεί κατά καιρούς και τώρα σε θεράποντες ιατρούς μου προς ανακούφιση της υγείας μου και σε ιατροφαρμακευτική περίθαλψη. Άλλο περιουσιακό στοιχείο δεν διατηρώ. Στον γιο μου Λ.Κ. κατά τη διάρκεια των σπουδών του στο Πολυτεχνείο της Β., είχα διαθέσει όλα τα απαιτούμενα χρήματα προς κάλυψιν όλων των εξόδων της φοίτησης του και διαμονής εις την Β. Επιπλέον, του προσέφερα τα απαιτούμενα χρήματα προς έναρξιν της επαγγελματικής του δραστηριότητος και της αγοράς της οικογενειακής του οικίας. Αυτή είναι η θέλησίς μου. Την διαθήκη μου αυτή την έγραψα μόνος μου ολόκληρη στις 6.12.1996 και την υπέγραψα. Ο διαθέτης (Υπογραφή)". Με την προγενέστερη από 25.6.1974 ιδιόγραφη διαθήκη του, που κατατέθηκε στο συμβολαιογράφο Αθηνών Χ.Κ. με αριθμό πράξεως 20.812/3.10.1974 και δημοσιεύθηκε μετά υπ’αριθμ. 2.841/25.6.1999 πρακτικά συνεδρίασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, αιτήσει του άνω συμβολαιογράφου, είχε υποσχεθεί στον ενάγοντα τη μεταβίβαση του προαναφερομένου διαμερίσματος, είχε δε περιλάβει σ’αυτή και σχετική διάταξη, με την οποία ο κληρονομούμενος "μοίραζε" κατά το ήμισυ την περιουσία του στον ενάγοντα και στην πρώτη εναγομένη αδελφή του. Περαιτέρω, από τα προσκομιζόμενα αποδεικτικά στοιχεία δεν αποδείχθηκε ότι ο ενάγων το καλοκαίρι του έτους 1973 έδωσε στον πατέρα του το προαναφερόμενο ποσό (150.000 δρχ.), προκειμένου ο πρώτος να προβεί για λογαριασμό του και στο όνομα του στην αγορά του πιο πάνω διαμερίσματος. Το ανωτέρω ποσό χορηγήθηκε πράγματι από τον ενάγοντα στον πατέρα του, προς διευκόλυνση όμως του τελευταίου για την καταβολή του τιμήματος του αγορασθέντος απ’αυτόν (πατέρα του) διαμερίσματος στο δικό του όνομα και όχι στο όνομα του ενάγοντος, γεγονός που γνώριζε ο τελευταίος. Η κρίση αυτή ενισχύεται από τα εξής στοιχεία: α) είναι κοινώς γνωστό ότι οι αγοραπωλησίες δεν είναι δυνατόν να πραγματοποιηθούν για λογαριασμό τρίτου χωρίς πληρεξούσιο έγγραφο, το οποίο δεν προσκομίζει ο ενάγων, ο οποίος διαθέτει τις επιστημονικές και κοινωνικές γνώσεις για να αντιληφθεί ότι για να προβεί κάποιος στην αγορά ενός ακινήτου περιουσιακού στοιχείου για λογαριασμό άλλου χρειάζεται να εφοδιαστεί και με σχετικό έγγραφο πληρεξούσιο, β) αν πίστευε ότι το διαμέρισμα είχε αγοραστεί στο όνομα του, θα ζητούσε από τον πατέρα του να του παραδώσει το συμβόλαιο αγοράς του ακινήτου τούτου κάποια από τις φορές που ερχόταν στην Ελλάδα, δεδομένου ότι από το έτος 1975 έως το έτος 1987 κάθε καλοκαίρι έκανε διακοπές στην Ελλάδα και διέμενε στη Β., επί της οδού θ. και Β. αριθ, ενώ το έτος 1987 είχε αγοράσει δικό του διαμέρισμα στην ίδια περιοχή και επί της οδού Α. αριθ, όπου έκτοτε ο ίδιος και η σύζυγος του διέμεναν συνήθως, ενώ η κόρη του εξακολουθούσε να διαμένει στο επίδικο, όπως και ο ίδιος συνομολογεί, γ) θα έπρεπε να δηλώνει το εν λόγω ακίνητο στο εισόδημα του στην αρμόδια ΔΟΥ, δ) ακόμη και στην προσκομιζόμενη από τον ίδιο (ενάγοντα) έγγραφη επιστολή του πατέρα του, αναφέρεται συμμετοχή του ενάγοντος στην αγορά του διαμερίσματος και όχι δια χρημάτων του, όπως αυτός αβάσιμα ισχυρίζεται. Προσέτι, αποδείχθηκε ότι ο αποβιώσας την 25.5.1996 έπεσε έξω από το σπίτι του (Π. αριθ) και τραυματίστηκε στο κεφάλι του. Μεταφέρθηκε στο Ιατρικό Κέντρο, όπου και διεπιστώθη ότι αυτός υπέστη "κάκωση κεφαλής - υποδόριο αιμάτωμα δεξιάς μετωπικής χώρας, δεξιού άνω βλεφάρου" (βλ. προσκομιζόμενο από τον ενάγοντα ιατρικό πιστοποιητικό). Την επομένη 26.5.1996, ο πατέρας των διαδίκων εξήλθε από το νοσοκομείο και η πρώτη ενάγουσα με τον σύζυγο της πήραν τον αποβιώσαντα στην οικία τους, προκειμένου να τον περιθάλψουν. Κατά το χρόνο, όμως, της παραμονής του στην οικία της πρώτης εναγομένης, ο αποβιώσας προέβη στις ακόλουθες μεταβιβάσεις: 1) με το υπ’αριθμ. 14.490/17.7.1996 προαναφερόμενο συμβόλαιο μεταβίβασε στην πρώτη εναγομένη στις 17.7.1996 λόγω γονική παροχής το επίδικο ακίνητο, ήτοι το διαμέρισμα της Β., το οποίο όπως προελέχθη αγοράσθηκε και με τη συμμετοχή του ενάγοντος, 2) με το υπ’αριθμ. 14.627/8.10.1996 συμβόλαιο γονικής παροχής της ίδιας ως άνω συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα στον τόμο.... και με αριθμ. ΧΧΧ του υποθηκοφυλακείου Ν.Σ., στις 8.10.1996 μεταβίβασε στην πρώτη εναγομένη το ισόγειο της πατρικής τους οικίας στην Ν.Σ. (Π. αριθ ΧΧΧ) και ειδικότερα μεταβίβασε i) κατά ψιλή κυριότητα λόγω γονικής παροχής με παρακράτηση της επικαρπίας το 1/2 εξ αδιαιρέτου του με στοιχεία Υ-1 χώρου του υπογείου, ii) To με στοιχεία 1-1 διαμέρισμα του ισογείου με την ανήκουσα α’ αυτό αποκλειστική χρήση (πραγματική δουλεία) των: α) υπό στοιχεία (Β-1) αποθήκης στο πίσω ακάλυπτο χώρο του οικοπέδου και β) θέσης παρκαρίσματος αυτοκινήτου στην πρασιά του οικοπέδου και iii) το 1/2 εξ αδιαιρέτου του δικαιώματος ανέγερσης μελλοντικών ορόφων πάνω από τον Α’(πρώτο) όροφο, οι οποίοι θα είναι ακόμη τέσσερις (4) ή πέντε (5) μέχρι το ανώτατο επιτρεπόμενο ύψος και θα είναι ίσου εμβαδού μεταξύ τους. Σημειωτέον ότι αμέσως προηγουμένως, με την υπ’αριθμόν 14.626/8.10.1996 πράξη συστάσεως οριζοντίου ιδιοκτησίας της ιδίας ως άνω συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε στα βιβλία μεταγραφών του ιδίου υποθηκοφυλακείου στον τόμο και αριθ, συνεστήθησαν οι άνω ιδιοκτησίες κατά την έννοια του Ν 3741/1929 και ΝΔ 1024/1971 και των άρθρων 1002 και 1117 του ΑΚ, επί οικοπέδου συνολικής επιφανείας μ.τ. 340,84, που βρίσκεται επί της οδού Π. αριθ. ΧΧΧ στη Ν.Σ. και στο οικ. τετρ. αρ 3) με το υπ’αριθμ. 14.696/19.11.1996 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο της ίδιας ως άνω συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε και αυτό στον τόμο και με αριθμό του υποθηκοφυλακείου Ν.Σ., ο αποβιώσας "πώλησε" την ψιλή κυριότητα στις εναγόμενες θυγατέρα και εγγονή του κατά ποσοστό (1/2) εξ αδιαιρέτου στην καθεμία απ’αυτές, παρακρατών γι’ αυτόν την εφ’όρου ζωής του επικαρπία ί) του με στοιχεία (Α-1) διαμερίσματος του πρώτου (Α) πάνω από το ισόγειο ορόφου και ii) των μελλοντικών ορόφων της ίδιας ως άνω οικοδομής, οι οποίοι θα είναι ακόμη τέσσερις (4) ή πέντε (5) μέχρι το ανώτατο επιτρεπόμενο ύψος και θα είναι ίσου εμβαδού μεταξύ τους και θα έχουν συνολικά μικτή επιφάνεια 590,91 τετραγωνικά μέτρα. Την 19.11.1996 η πρώτη εναγομένη με το υπ’ αριθμ. 14.695/1996 συμβόλαιο της ιδίας συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε στο υποθηκοφυλακείο Κ. στον τόμο και με α.α, μεταβιβάζει κατά ψιλή κυριότητα, παρακρατούσα την επικαρπία, το διαμέρισμα της Β. στην κόρη της, δεύτερη των εναγομένων λόγω γονικής παροχής. Δηλαδή μέσα σε τέσσερις μήνες από τότε που χτύπησε ο αποβιώσας, όλη η περιουσία του μεταβιβάσθηκε συμβατικά στην αδελφή του ενάγοντος και την κόρη της, ενώ για τον ενάγοντα, όπως προελέχθη, είχε με την ως άνω διαθήκη του διαθέσει όλα τα απαιτούμενα χρήματα για την κάλυψη των εξόδων φοίτησης και διαμονής του στη Β. και επιπλέον ότι του προσέφερε τα απαιτούμενα χρήματα προς έναρξη της επαγγελματικής του δραστηριότητας και αγοράς της οικογενειακής του οικίας. [...] Ο ενάγων ισχυρίζεται ότι ο αποβιώσας κατά τους ως άνω κρίσιμους χρόνους δεν είχε συνείδηση των πράξεων του, ούτε τη χρήση του λογικού του, λόγω του σοβαρού τραυματισμού του στο κεφάλι, συνεπεία πτώσεως του την 25.5.1996 και συνεπεία των φαρμάκων που ελάμβανε και άλλα σχετικά προβλήματα. Πλην όμως, από τα ως άνω μνημονευόμενα αποδεικτικά μέσα, ουδόλως αποδείχθηκε η βασιμότητα του ισχυρισμού αυτού του ενάγοντος και ειδικότερα ουδόλως αποδείχθηκε ότι ο αποβιώσας κατά τους παραπάνω χρόνους αδυνατούσε να διαγνώσει την ουσία και το περιεχόμενο των πράξεων του, ούτε ότι δεν μπορούσε κατά τον ίδιο χρόνο ένεκα των αναφερομένων παθήσεων του, δηλαδή της μέτριας υπέρτασης και της καρδιακής αρρυθμίας με καλή κοιλιακή ανταπόκριση, να ενεργήσει ελεύθερο προσδιορισμό της βουλήσεως με λογικούς υπολογισμούς, οπότε και μόνο υπάρχει έλλειψη της συνειδήσεως και αδυναμία χρήσεως του λογικού. Αντίθετα, αποδεικνύεται ότι ο τελευταίος δεν είχε κανένα πρόβλημα από πλευράς πνευματικής υγείας και ουδέποτε είχε νοσηλευθεί σε κάποια Ψυχιατρική Κλινική, ούτε είχε απαιτηθεί κάποια σχετική ιατρική φροντίδα, κατά τους ίδιους χρόνους είχε κανονική επαφή με το περιβάλλον, συνομιλούσε με τους γνωστούς του, είχε ειρμό στη σκέψη του κατά τις συζητήσεις που έκανε, μπορούσε να κινηθεί αυτοδυνάμως και να επιμεληθεί των προσωπικών του υποθέσεων και γενικότερα ήταν ένας φυσιολογικός άνθρωπος με ομαλή συμπεριφορά. Την πνευματική διαύγεια του αποβιώσαντος βεβαιώνει και ο επί 25ετία θεράπων ιατρός του θ.Π., με την από 14.4.2000 βεβαίωση του, επικαλούμενη και προσκομιζόμενη από τις εναγόμενες, η οποία αναφέρει ότι "Ο υπογεγραμμένος ιατρός βεβαιώ ότι επί 25 και πλέον έτη υπήρξα θεράπων και οικογενειακός ιατρός του Α.Κ. Κατά την διάρκεια όλων αυτών των ετών ουδέποτε διαπίστωσα ο Α.Κ. να έχει πρόβλημα επικοινωνίας με το περιβάλλον και μέχρι το τέλος του βίου του είχε πλήρη αντίληψη και απολύτως σώας τας φρένας. Επισκέφθην τον αποθανόντα την προηγουμένη του θανάτου του και διαπίστωσα ότι ούτος είχε πλήρη αντίληψη των τεκταινομένων γύρω του". Περαιτέρω, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα ουδόλως αποδείχθηκαν οι ισχυρισμοί του ενάγοντος ότι οι εναγόμενες εκμεταλλεύθηκαν την προαναφερόμενη κατάσταση της υγείας του μετέπειτα αποβιώσαντος πατρός του, αλλά και την ανάγκη του τελευταίου για περίθαλψη και πέτυχαν να συνομολογήσουν με τον ανωτέρω στις 19.11.1996 το υπ’αριθμ. 14.696/1996 πωλητήριο συμβόλαιο της ιδίας ως άνω συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Ν.Σ. (τόμος α/α) και την πώληση με αυτό κατά ψιλή κυριότητα και κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου των κάτωθι ακινήτων, που βρίσκονται επί ακινήτου συνολικής επιφανείας 340,84 τ.μ. στη Ν.Σ. Αττικής, οικ. τετρ και επί της οδού Π. αριθ...., ήτοι α) του υπ’ αριθμ. (Α-Ι) διαμερίσματος του πρώτου (Α) πάνω από τον ισόγειο ορόφου οικοδομής, που έχει επιφάνεια μέτρα τετραγωνικά (114,00 μ.τ.) και β) των μελλοντικών ορόφων της ίδιας ως άνω οικοδομής, οι οποίοι θα είναι ακόμη τέσσερις (4) ή πέντε (5) μέχρι το ανώτατο επιτρεπόμενο ύψος και θα είναι ίσου εμβαδού μεταξύ τους και θα έχουν συνολικά μικτή επιφάνεια μέτρα τετραγωνικά 590,01. Η τυχόν δε ύπαρξη προφανούς δυσαναλογίας παροχής και αντιπαροχής δεν αρκεί για την ακύρωση του ως άνω μεταβιβαστικού συμβολαίου. Δεδομένου ότι δεν συντρέχουν, σύμφωνα μετά προαναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, σωρευτικά οι προϋποθέσεις του άρθρου 179 ΑΚ και ότι τα περιουσιακά τους ωφελήματα από την άνω σύμβαση τελούν σε προφανή δυσαναλογία με την παροχή τους, δηλαδή το συμφωνηθέν τίμημα, ειδικότερα ενώ η αντικειμενική αξία των ανωτέρω ιδιοκτησιών κατά τον χρόνο σύναψης του άνω μεταβιβαστικού συμβολαίου πωλήσεως ήταν 25.213.878 δρχ., η πραγματική αξία κατά τον χρόνο της πωλήσεως ήταν 55.580.641 δρχ., ήτοι 31.241.700 δρχ. του υπό στοιχείο α ακινήτου και 24.338.941 δρχ. του εξ αδιαιρέτου του δικαιώματος του υψούν. Ειδικότερα, δεν αποδείχθηκε ότι οι εναγόμενες εκμεταλλεύθηκαν την κακή κατάσταση της υγείας του πατέρα τους, την ανάγκη του για περίθαλψη, τη συναλλακτική απειρία του (ο αποβιώσας διετέλεσε υπάλληλος της αμερικανικής πρεσβείας επί σειρά ετών) και πέτυχαν να τους μεταβιβάσει οριζόντιες ιδιοκτησίες. Αντίθετα, αποδείχθηκε ότι ο αποβιώσας είχε την φροντίδα, στοργή και συμπαράσταση των εναγομένων, ήταν έμπειρος στις συναλλαγές του. Με βάση τα προεκτεθέντα η προρρηθείσα συμπεριφορά των εναγομένων δεν υπήρξε αντίθετη προς τα χρηστά ήθη, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 178 ΑΚ (Βλ. ΑΠ Ολ 398/1975 ΝοΒ 23,1164, ΑΠ 2105/1988 ΝοΒ 35,1240).Η πώληση όμως που καταρτίσθηκε στις 19.11.1996 με το υπ’αριθμ. 14.696/1996 πωλητήριο συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Χ.Τ.- Τ., που μεταγράφηκε στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Ν.Σ. (τόμος α/α) και μεταβιβάστηκαν στις εναγόμενες κατά ψιλή κυριότητα και κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου τα ανωτέρω περιγραφόμενα ακίνητα, δεν έγινε σοβαρά παρά μόνο φαινομενικά και κάλυπτε δωρεά, την οποία ήθελαν τα συμβαλλόμενα μέρη στο παραπάνω συμβόλαιο. Το τίμημα που αναφέρεται στο άνω συμβόλαιο, δηλαδή το ποσό των 25.213.879 δρχ., ότι πλήρωσαν οι ως πωλήτριες φερόμενες στον αποβιώσαντα πριν την σύνταξη του άνω συμβολαίου, δεν πληρώθηκε πραγματικά. Στην κρίση αυτή το Δικαστήριο άγεται από τα ακόλουθα: οι εναγόμενες παρά το ότι η επίδικη πώληση έλαβε χώρα το έτος 1996 δεν προσκομίζουν παραστατικά ανάληψης τιμήματος-χρημάτων από κάποια τράπεζα για την αγορά του φερομένου ως πωληθέντος ακινήτου, ενόψει και του μεγέθους του ποσού (25.213.879 δρχ.) και καταβολή αυτού στον πατέρα τους, επίσης δεν φέρεται καταβολή του τιμήματος ενώπιον του συμβολαιογράφου και τέλος δεν αποδεικνύουν πως προήλθαν τα χρήματα για τη φερόμενη ως πώληση (δανειστικά συμβόλαια κ.λπ.). Η πώληση επομένως αυτή είναι εικονική ως πώληση, ενώ είναι έγκυρη και ισχύει ως σύμβαση δωρεάς, που καλύπτεται από τα άρθρα 496 επ. ΑΚ. Περαιτέρω, δεν αποδείχθηκε ότι ο αποβιώσας έδωσε ως προίκα στην πρώτη εναγομένη ποσό που υπερέβη τις 100.000 δρχ., σημερινής αξίας 80.000.000 δρχ. ή 234.776,23 ευρώ. [...] Με βάση τις ανωτέρω ουσιαστικές παραδοχές, η ως άνω πώληση δεν είναι έγκυρη ως τοιαύτη και υποκρύπτει δωρεά, η οποία κατά τα προεκτεθέντα είναι έγκυρη. [...] Προς εξεύρεση της νόμιμης μοίρας του ενάγοντος, πρέπει να προστεθεί η αξία της ανωτέρω δωρεάς κατά το χρόνο συστάσεως της, το σύνολο των παροχών- δωρεών, που ο αποβιώσας έκανε τα τελευταία δέκα χρόνια πριν από το θάνατο του, εκτός αν τις επέβαλαν λόγοι ευπρέπειας ή ιδιαίτερο ηθικό καθήκον, αφού αφαιρεθούν τα χρέη και οι δαπάνες της κηδείας του και της απογραφής της κληρονομιάς. Το σύνολο των ανωτέρω αξιών ανέρχεται σε (5.500.000 + 2.700.000 + 24.300.000 + 21.600.000 + 27.000.000 + 21.600.000 =) 102.700.000 δραχμές. Σημειώνεται ότι η αξία της ψιλής κυριότητας, μετά την αφαίρεση της αξίας της επικαρπίας, η οποία ανερχόταν στο 1/10 της αξίας της επικαρπίας, η οποία ανερχόταν στο 1/10 της αξίας της πλήρους κυριότητας του 1/2 εξ αδιαιρέτου του υπογείου, της αποθήκης και του χώρου στάθμευσης, δεδομένου ότι ο κληρονομούμενος κατά το χρόνο της παροχής ήταν 87 χρονών (έτος γεννήσεως 1905), ανέρχεται σε 30.000 δραχμές, του 1/2 εξ αδιαιρέτου του δικαιώματος του υψούν σε 2.400.000 και τέλος του 1/2 εξ αδιαιρέτου του δικαιώματος του υψούν σε 2.400.000 δραχμές. Περαιτέρω έξοδα κηδείας από την πρώτη εναγομένη δεν αποδείχθηκε ότι κατεβλήθησαν και συνεπώς το σχετικό αίτημα της πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμο. Έτσι, η νόμιμη μοίρα του ενάγοντος ανέρχεται σε 35.079,25 ευρώ (82.172 ευρώ: 79.284 ευρώ =1,03,103% χ 340,75 ευρώ = 35.079,25 ευρώ). Ο ισχυρισμός της πρώτης εναγομένης ότι η ως άνω δωρεά δεν υπόκειται σε μέμψη, διότι επιβαλλόταν από ιδιαίτερο ηθικό καθήκον και λόγους ευπρέπειας, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος, καθ’όσον η τελευταία είχε υποχρέωση να φροντίσει τον υπερήλικα και με προβλήματα υγείας πατέρα της. Κατ’ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να γίνει δεκτή εν μέρει η αγωγή ως ουσιαστικά βάσιμη, να αναγνωριστεί η εικονικότητα του πωλητηρίου συμβολαίου, με το οποίο ο κληρονομούμενος μεταβίβασε περιουσιακό στοιχείο του στις εναγόμενες και ότι κάτω από την εικονική αυτή πώληση υποκρύπτεται δωρεά, να αναγνωριστεί ότι ο ενάγων συντρέχει ως κληρονόμος στο περιγραφόμενο κατωτέρω περιουσιακό στοιχείο του πατέρα του, κατά το ποσοστό της νόμιμης μοίρας του, δηλ. κατά το 1/4, να αναγνωρισθεί ότι οι εναγόμενες οφείλουν να του καταβάλουν την αξία του κληρονομικού του μεριδίου (νόμιμης μοίρας) του ενάγοντα, η οποία ανέρχεται σε 35.079,25 ευρώ, για να αποφύγουν την ανατροπή της δωρεάς του κληρονομουμένου προς τις εναγόμενες και σε περίπτωση μη καταβολής του, μέσα σε προθεσμία ενός μηνός από την νόμιμη επίδοση της αποφάσεως αυτής, να κηρυχθεί η ανατροπή της δωρεάς του κληρονομουμένου, που καλύπτεται κάτω από την εικονική πώληση (αριθ. συμβολαίου 14.696/1996) και να υποχρεωθούν οι εναγόμενες να μεταβιβάσουν κατά νομή και κυριότητα στον ενάγοντα το αναφερόμενο σ’ αυτή (δωρεά) ακίνητο κατά το ποσοστό της νόμιμης μοίρας του, ήτοι 103%. (…)