1. Skip to Main Menu
  2. Skip to Content
  3. Skip to Footer
Καλως ήρθατε στο ανανεωμένο FOGGS.gr

- Καταβολή δικαστικού ενσήμου.

 E-mail

- Καταβολή δικαστικού ενσήμου. Η παράλειψη προκαταβολής του δικαστικού ενσήμου από τον ενάγοντα, έχει ως συνέπεια να λογίζεται ερήμην δικασθείς και να απορρίπτεται η αγωγή του. Αγωγή διατροφής. Διατροφή για το παρελθόν δεν οφείλεται παρά μόνο από την υπερημερία, που προϋποθέτει όχληση του εναγομένου, η οποία κατά το άρθρο 340 ΑΚ, επέρχεται αν προηγήθηκε δικαστική ή εξώδικη όχληση του οφειλέτη από τον δανειστή. Εν προκειμένω, η ενάγουσα δεν κατέβαλε το δικαστικό ένσημο, αν και κλήθηκε τηλεφωνικώς η πληρεξούσια δικηγόρος της να συμπληρώσει την τυπική αυτή παράλειψη με αποτέλεσμα να απορριφτεί για το λόγο αυτό η αγωγή της ενάγουσας.
- Κατά το άρθρο 2 του ν. ΓπΟΗ/1911 "Περί δικαστικού ενσήμου" (όπως ερμηνεύθηκε αυθεντικώς με το ν.δ. 1544/1942 και τροποποιήθηκε με το ν.δ. 4189/1961) ο ενάγων αν παραλείψει την προκαταβολή του οφειλομένου τέλους δικαστικού ενσήμου, λογίζεται ερήμην δικασθείς, εφαρμοζομένου του άρθρου 208 της Πολ.Δικ. του 1835. Από το όλο περιεχόμενο και το σκοπό του ως άνω νόμου ΓπΟΗ/1911 προκύπτει ότι η κύρωση που θέλησε να επιβάλει στον ενάγοντα, ο οποίος παραλείπει να καταβάλει το οφειλόμενο τέλος δικαστικού ενσήμου, είναι η απόρριψη της αγωγής του, η παραπομπή δε στις διατάξεις των άρθρων 208 και 591 της τότε ισχύουσας ΠολΔικ/1835 χρησιμοποιήθηκε ως μέσο για την επίτευξη του σκοπού αυτού. Στην απόρριψη της αγωγής κατέληγε και από την εισαγωγή του ΚΠολΔ η παραπομπή στο αντίστοιχο προς τις ως άνω διατάξεις άρθ. 272 του Κώδικα τούτου. Μετά την ισχύ όμως του ν. 2915/2001 η παραπομπή δεν μπορεί να νοηθεί ότι γίνεται στο άρθρο 270 παρ. 1 εδ. ε’ του ΚΠολΔ (όπως αντικ. με το άρθρο 12 ν. 2915/2001), διότι η διάταξη αφορά μόνο στην ερημοδικία η οποία επέρχεται, όχι λόγω μη προκαταβολής εξόδων κατ’ άρθρο 173, 175 ΚΠολΔ (μεταξύ των οποίων συγκαταλέγεται και το δικαστικό ένσημο), αλλά λόγω της από άλλους λόγους μη εμφανίσεως ή μη προσήκουσας εμφανίσεως (πραγματική ερημοδικία) κάποιου από τους διαδίκους, διότι η εφαρμογή του οδηγεί σε εντελώς διαφορετικό από το σκοπό των ως άνω διατάξεων αποτέλεσμα. Επομένως θα εφαρμοσθεί στην περίπτωση αυτή ευθέως ο ν. ΓπΟΗ/1911, κατά τη σαφή έννοια του οποίου η κύρωση για την παράλειψη καταβολής του οφειλόμενου τέλους δικαστικού ενσήμου από τον ενάγοντα, είναι η απόρριψη της αγωγής του (ΕφΑθ 1972/2006 ΕλλΔνη 2007.277). Για τους ως άνω λόγους, η λύση αυτή δεν είναι ασυμβίβαστη και προς τις διατάξεις των άρθρων 681Β παρ. 1 και 672 ΚΠολΔ, τα οποία ορίζουν ότι αν δεν εμφανισθεί ή δεν λάβει νόμιμα μέρος στη συζήτηση κάποιος διάδικος, η διαδικασία προχωρεί σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, διότι και οι διατάξεις αυτές δεν εφαρμόζονται στην περίπτωση πλασματικής ερημοδικίας του ενάγοντος, ο οποίος παρέλειψε την προκαταβολή του προσήκοντος δικαστικού ενσήμου.

Διατάξεις:

Νόμοι: ΓπΟΗ/1911 αρθ. 2, 2915/2001 αρθ. 12
ΝΔ: 1544/1942, 4189/1961
ΚΠολΔ: 173, 175, 270, 672, 681Β
ΠολΔ 1835: 208, 591
(ΦΑΝΙΑ)(Aπόσπασμα)

Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης

Αριθμός 39631/2007

Προεδρεύουσα: Μ. Χατζηανδρέα, Πρωτοδίκης
Δικηγόροι: Α. Ραγιά - Ν. Πετρίδου-Πρίντεζη

(...) Κατά το άρθρο 2 του ν. ΓπΟΗ/1911 "Περί δικαστικού ενσήμου" (όπως ερμηνεύθηκε αυθεντικώς με το ν.δ. 1544/1942 και τροποποιήθηκε με το ν.δ. 4189/1961) ο ενάγων αν παραλείψει την προκαταβολή του οφειλομένου τέλους δικαστικού ενσήμου, λογίζεται ερήμην δικασθείς, εφαρμοζομένου του άρθρου 208 της Πολ.Δικ. του 1835. Από το όλο περιεχόμενο και το σκοπό του ως άνω νόμου ΓπΟΗ/1911 προκύπτει ότι η κύρωση που θέλησε να επιβάλει στον ενάγοντα, ο οποίος παραλείπει να καταβάλει το οφειλόμενο τέλος δικαστικού ενσήμου, είναι η απόρριψη της αγωγής του, η παραπομπή δε στις διατάξεις των άρθρων 208 και 591 της τότε ισχύουσας ΠολΔικ/1835 χρησιμοποιήθηκε ως μέσο για την επίτευξη του σκοπού αυτού. Στην απόρριψη της αγωγής κατέληγε και από την εισαγωγή του ΚΠολΔ η παραπομπή στο αντίστοιχο προς τις ως άνω διατάξεις άρθ. 272 του Κώδικα τούτου. Μετά την ισχύ όμως του ν. 2915/2001 η παραπομπή δεν μπορεί να νοηθεί ότι γίνεται στο άρθρο 270 παρ. 1 εδ. ε’ του ΚΠολΔ (όπως αντικ. με το άρθρο 12 ν. 2915/2001), διότι η διάταξη αφορά μόνο στην ερημοδικία η οποία επέρχεται, όχι λόγω μη προκαταβολής εξόδων κατ’ άρθρο 173, 175 ΚΠολΔ (μεταξύ των οποίων συγκαταλέγεται και το δικαστικό ένσημο), αλλά λόγω της από άλλους λόγους μη εμφανίσεως ή μη προσήκουσας εμφανίσεως (πραγματική ερημοδικία) κάποιου από τους διαδίκους, διότι η εφαρμογή του οδηγεί σε εντελώς διαφορετικό από το σκοπό των ως άνω διατάξεων αποτέλεσμα. Επομένως θα εφαρμοσθεί στην περίπτωση αυτή ευθέως ο ν. ΓπΟΗ/1911, κατά τη σαφή έννοια του οποίου η κύρωση για την παράλειψη καταβολής του οφειλόμενου τέλους δικαστικού ενσήμου από τον ενάγοντα, είναι η απόρριψη της αγωγής του (ΕφΑΘ 1972/2006 ΕλλΔνη 2007.277). Για τους ως άνω λόγους, η λύση αυτή δεν είναι ασυμβίβαστη και προς τις διατάξεις των άρθρων 681Β παρ. 1 και 672 ΚΠολΔ, τα οποία ορίζουν ότι αν δεν εμφανισθεί ή δεν λάβει νόμιμα μέρος στη συζήτηση κάποιος διάδικος, η διαδικασία προχωρεί σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, διότι και οι διατάξεις αυτές δεν εφαρμόζονται στην περίπτωση πλασματικής ερημοδικίας του ενάγοντος, ο οποίος παρέλειψε την προκαταβολή του προσήκοντος δικαστικού ενσήμου (ΑΠ 1095/2006 Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών ΝΟΜΟΣ. ΑΠ 1107/2005 ΝοΒ 2006.194).
Στην προκειμένη περίπτωση, η ενάγουσα με την κρινόμενη αγωγή της, ζητεί να υποχρεωθεί, με προσωρινά εκτελεστή απόφαση, ο εναγόμενος σύζυγος της με τον οποίο βρίσκεται σε διάσταση, να της προκαταβάλλει κάθε μήνα και για χρονικό διάστημα, τριών ετών από την 25η Μαΐου 2006, άλλως από την επίδοση της αγωγής, μηνιαία διατροφή σε χρήμα, καθόσον αφίσταται από την έγγαμη συμβίωση για εύλογη αιτία, ποσού 1.265 ευρώ, με τους νόμιμους τόκους από την καθυστέρηση πληρωμής κάθε δόσης και να καταδικασθεί αυτός στην δικαστική της δαπάνη. Η αγωγή, παραδεκτά φέρεται προς συζήτηση ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου κατά την προκείμενη ειδική διαδικασία των άρθρων 666 παρ. 1, 667, 670, 671 παρ. 1-3 και 672 έως 676 και 681Β ΚΠολΔ, το οποίο είναι καθ’ ύλην και κατά τόπο αρμόδιο (αρθρ. 17 αρ. 1 και 22 ΚΠολΔ). Το αίτημα για επιδίκαση διατροφής για χρονικό διάστημα τριών ετών από την 25η Μαΐου 2005, είναι μη νόμιμο, αφού σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1498 του ΑΚ, διατροφή για το παρελθόν δεν οφείλεται παρά μόνο από την υπερημερία, η οποία κατά το άρθρο 340 ΑΚ, επέρχεται αν προηγήθηκε δικαστική ή εξώδικη όχληση του οφειλέτη από τον δανειστή και στην προκειμένη περίπτωση δεν επικαλείται η ενάγουσα, ότι κατά την ως άνω ημερομηνία έλαβε χώρα όχληση του εναγόμενου, αλλά ότι την προηγούμενη αυτής έληξε η διετία για την οποία είχε επιδικαστεί διατροφή δυνάμει προηγούμενης οριστικής απόφασης του αυτού Δικαστηρίου. Η αγωγή όμως με το επικουρικό αίτημα της για επιδίκαση διατροφής για χρονικό διάστημα τριών ετών από την επίδοση της αγωγής, είναι νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 1389 έως 1392, 341, 345, 346 ΑΚ και 907, 910 αρ. 4 και 176 ΚΠολΔ. Περαιτέρω όμως, η κρινόμενη αγωγή λόγω του καταψηφιστικού της χαρακτήρα υπόκειται σε τέλος δικαστικού ενσήμου, πλην όμως τέτοιο τέλος προσαυξημένο με τα ανάλογα υπέρ τρίτων ποσοστά δεν προσκομίσθηκε από την ενάγουσα, αν και κλήθηκε τηλεφωνικώς η πληρεξούσια δικηγόρος της, κατ’ άρθρο 227 ΚΠολΔ, να συμπληρώσει την ανωτέρω τυπική έλλειψη. Συνεπώς, η κρινόμενη αγωγή, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη της παρούσας, πρέπει να απορριφθεί. Για την περίπτωση ασκήσεως ανακοπής ερημοδικίας, πρέπει να ορισθεί το προκαταβλητέο παράβολο ερημοδικίας (αρθρ. 505 παρ. 2 ΚΠολΔ). Τέλος, τα δικαστικά έξοδα του εναγόμενου στα οποία συμπεριλαμβάνονται και τα προκαταβληθέντα από αυτόν στην ενάγουσα, δικαστικά έξοδα (βλ. οικεία πρακτικά περί καταβολής των προκαταβλητέων), πρέπει να επιβληθούν στην ενάγουσα που ηττήθηκε, κατ’ άρθρο 176 ΚΠολΔ, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.(...)