1. Skip to Main Menu
  2. Skip to Content
  3. Skip to Footer
Καλως ήρθατε στο ανανεωμένο FOGGS.gr

- Διανομή κοινού πράγματος.

 E-mail

- Διανομή κοινού πράγματος. Διανομή ακινήτου. Αυτούσια διανομή. Παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου. Έλλειψη νόμιμης βάσης.
- Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 798, 799, 800 και 801 ΑΚ, 480, 480Α', 481 και 484 παρ. 1 ΚΠολΔ, όπως τα άρθρα 480, 481 και 484 ΚΠολΔ αντικαταστάθηκαν με τα άρθρα 10, 12 και 13, αντίστοιχα, του ν. 1562/1985, το άρθρο 480Α' ΚΠολΔ προστέθηκε με το άρθρο 11 του ίδιου νόμου και το πρώτο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου 480Α' του ίδιου κώδικα αντικαταστάθηκε με το άρθρο 12 του ν. 2207/1994, οι οποίες, σύμφωνα με το άρθρο 1113 ΑΚ, εφαρμόζονται και επί διανομής κοινού πράγματος, προκύπτει, ότι: α) Αν δεν συμφωνούν όλοι οι κοινωνοί για τη λύση της κοινωνίας με διανομή, κάθε κοινωνός μπορεί να ζητήσει τη δικαστική διανομή κατά τις διατάξεις του ΚΠολΔ. β) Αίτημα της αγωγής διανομής κοινού πράγματος αποτελεί η λύση της κοινωνίας που υπάρχει επί αυτού, ο δε τρόπος λύσης της κοινωνίας, δηλαδή, το αν η λύση αυτής θα γίνει με αυτούσια διανομής ή με πώληση με πλειστηριασμό, δεν περιλαμβάνεται αναγκαίως στο αίτημα της αγωγής διανομής, αλλά ανήκει στις εξουσίες του δικαστηρίου. Και γ) Από την έναρξη της ισχύος του ν. 1562/1985, δηλαδή, από τις 16.9.1985, καθιερώθηκε για πρώτη φορά ως τρόπος αυτούσιας διανομής κοινού οικοπέδου, στο οποίο υπάρχει οικοδομή ή το οποίο είναι ακάλυπτο και οικοδομήσιμο, η κατόπιν σχετικού αιτήματος κάποιου από τους συγκυρίους του οικοπέδου, σύσταση χωριστής ιδιοκτησίας είτε κατά ορόφους ή μέρη ορόφων είτε σε διακεκριμένα μέρη του ενιαίου οικοπέδου, στα οποία θα είναι δυνατή η ανέγερση χωριστών οικοδομημάτων, σύμφωνα με το ν. 3741/1929, το ν.δ. 1024/1971, αντίστοιχα, καθώς και τα άρθρα 1002 και 1117 ΑΚ, ορίζεται δε περαιτέρω, συναφώς, στην παρ. 1 του άρθρου 480 Α' ΚΠολΔ, ότι το δικαστήριο αποφασίζει τη διανομή με τον τρόπο που αναφέρεται στην παράγραφο αυτή, αν είναι εφικτή και δεν αντιβαίνει στο συμφέρον των λοιπών συγκυρίων, ότι η απόφαση που διατάζει τη διανομή κατά τον τρόπο αυτό προσδιορίζει τα χωριστά μέρη της οικοδομής που αναλογούν στις μερίδες των συγκυρίων και τα επιδικάζει σ' αυτούς και ότι, αν με την εν λόγω διανομή περιέρχονται σε κάποιο συγκύριο περισσότερες αυτοτελείς ιδιοκτησίες, η απόφαση καθορίζει το ποσοστό της συγκυριότητας που αναλογεί σε καθεμία από τις ιδιοκτησίες αυτές. Από τις αμέσως παραπάνω διατάξεις και, ειδικότερα, αυτές του άρθρου 480Α' παρ. 1 εδ. α' και β' και 2 εδ. α' και β' ΚΠολΔ, προκύπτει ειδικότερα ότι σε περίπτωση αυτούσιας διανομής ακάλυπτο και οικοδομήσιμου οικοπέδου με σύσταση χωριστής ιδιοκτησίας σε διακεκριμένα μέρη του ενιαίου οικοπέδου στα οποία θα είναι δυνατή η ανέγερση χωριστών οικοδομημάτων, με την επιφύλαξη των πολεοδομικών διατάξεων, απαιτείται, κατά ρητή νομοθετική επιταγή, η μη αντίθεση της διανομής αυτής στο συμφέρον των λοιπών συγκυρίων.
- Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι λόγος αναίρεσης για παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν ερμηνευτεί ή αν ερμηνευτεί εσφαλμένα ή αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν έπρεπε ή αν εφαρμοστεί εσφαλμένα (ΟλΑΠ 36/1988).
- Κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε (ΟλΑΠ 24/1992).

Διατάξεις:

ΑΚ: 798, 799, 800, 801, 1002, 1113,
ΚΠολΔ: 480, 480Α', 481, 484, 559 αριθ. 1, 559 αριθ. 19, Αριθμός 1309/2005


ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Γκιάφη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Κωνσταντίνο Μουλαγιάννη, Αλέξανδρο Κασιώλα, Χαράλαμπο Αντωνιάδη και Ελισάβετ Μουγάκου - Μπρίλλη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Φεβρουαρίου 2005, με την παρουσία και της γραμματέως Γραμματικής Κονταξή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ΧΧΧ, κατοίκου ΧΧΧ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γαβριήλ Ντούγια, βάσει δηλώσεως κατ΄ άρθρο 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.

Του αναιρεσίβλητου: ΧΧΧ, κατοίκου ΧΧΧ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αντώνιο Σπυρίδωνα, βάσει δηλώσεως κατ΄ άρθρο 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4-9-1997 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσπρωτίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 58/1998 προδικαστική,70/2000 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 117/2001 του Εφετείου Κέρκυρας. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 28-9-2001 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελισάβετ Μουγάκου -Μπρίλλη ανέγνωσε την από 9-10-2002 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού Αρεοπαγίτη Σπυρίδωνα Μπαρμπαστάθη, με την οποία εισηγήθηκε την αναίρεση της προσβαλλομένης αποφάσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι λόγος αναίρεσης για παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν ερμηνευτεί ή αν ερμηνευτεί εσφαλμένα ή αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν έπρεπε ή αν εφαρμοστεί εσφαλμένα (ΟλΑΠ 36/1988). Εξάλλου, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε (ΟλΑΠ 24/1992). Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 798, 799, 800 και 801 ΑΚ, 480, 480Α', 481 και 484 παρ. 1 ΚΠολΔ, όπως τα άρθρα 480, 481 και 484 ΚΠολΔ αντικαταστάθηκαν με τα άρθρα 10, 12 και 13, αντίστοιχα, του ν. 1562/1985, το άρθρο 480Α' ΚΠολΔ προστέθηκε με το άρθρο 11 του ίδιου νόμου και το πρώτο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου 480Α' του ίδιου κώδικα αντικαταστάθηκε με το άρθρο 12 του ν. 2207/1994, οι οποίες, σύμφωνα με το άρθρο 1113 ΑΚ, εφαρμόζονται και επί διανομής κοινού πράγματος, προκύπτει, ότι: α) Αν δεν συμφωνούν όλοι οι κοινωνοί για τη λύση της κοινωνίας με διανομή, κάθε κοινωνός μπορεί να ζητήσει τη δικαστική διανομή κατά τις διατάξεις του ΚΠολΔ. β) Αίτημα της αγωγής διανομής κοινού πράγματος αποτελεί η λύση της κοινωνίας που υπάρχει επί αυτού, ο δε τρόπος λύσης της κοινωνίας, δηλαδή, το αν η λύση αυτής θα γίνει με αυτούσια διανομής ή με πώληση με πλειστηριασμό, δεν περιλαμβάνεται αναγκαίως στο αίτημα της αγωγής διανομής, αλλά ανήκει στις εξουσίες του δικαστηρίου. Και γ) Από την έναρξη της ισχύος του ν. 1562/1985, δηλαδή, από τις 16.9.1985, καθιερώθηκε για πρώτη φορά ως τρόπος αυτούσιας διανομής κοινού οικοπέδου, στο οποίο υπάρχει οικοδομή ή το οποίο είναι ακάλυπτο και οικοδομήσιμο, η κατόπιν σχετικού αιτήματος κάποιου από τους συγκυρίους του οικοπέδου, σύσταση χωριστής ιδιοκτησίας είτε κατά ορόφους ή μέρη ορόφων είτε σε διακεκριμένα μέρη του ενιαίου οικοπέδου, στα οποία θα είναι δυνατή η ανέγερση χωριστών οικοδομημάτων, σύμφωνα με το ν. 3741/1929, το ν.δ. 1024/1971, αντίστοιχα, καθώς και τα άρθρα 1002 και 1117 ΑΚ, ορίζεται δε περαιτέρω, συναφώς, στην παρ. 1 του άρθρου 480 Α' ΚΠολΔ, ότι το δικαστήριο αποφασίζει τη διανομή με τον τρόπο που αναφέρεται στην παράγραφο αυτή, αν είναι εφικτή και δεν αντιβαίνει στο συμφέρον των λοιπών συγκυρίων, ότι η απόφαση που διατάζει τη διανομή κατά τον τρόπο αυτό προσδιορίζει τα χωριστά μέρη της οικοδομής που αναλογούν στις μερίδες των συγκυρίων και τα επιδικάζει σ' αυτούς και ότι, αν με την εν λόγω διανομή περιέρχονται σε κάποιο συγκύριο περισσότερες αυτοτελείς ιδιοκτησίες, η απόφαση καθορίζει το ποσοστό της συγκυριότητας που αναλογεί σε καθεμία από τις ιδιοκτησίες αυτές. Από τις αμέσως παραπάνω διατάξεις και, ειδικότερα, αυτές του άρθρου 480Α' παρ. 1 εδ. α' και β' και 2 εδ. α' και β' ΚΠολΔ, προκύπτει ειδικότερα ότι σε περίπτωση αυτούσιας διανομής ακάλυπτο και οικοδομήσιμου οικοπέδου με σύσταση χωριστής ιδιοκτησίας σε διακεκριμένα μέρη του ενιαίου οικοπέδου στα οποία θα είναι δυνατή η ανέγερση χωριστών οικοδομημάτων, με την επιφύλαξη των πολεοδομικών διατάξεων, απαιτείται, κατά ρητή νομοθετική επιταγή, η μη αντίθεση της διανομής αυτής στο συμφέρον των λοιπών συγκυρίων.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς περί πραγμάτων κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), τα ακόλουθα: Το επίδικο ακίνητο, δηλαδή, ένα οικόπεδο εμβαδού 200,03 τ.μ., ανήκει κατ' ισομοιρίαν στους διαδίκους. Το εν λόγω οικόπεδο είναι άρτιο κατά παρέκκλιση, η αυτούσια, όμως, διανομή του σε δύο ανεξάρτητα και αυτοτελή τμήματα ανάλογα με τις μερίδες των διαδίκων είναι, με βάση τους ισχύοντες όρους δόμησης της περιοχής όπου βρίσκεται, το εμβαδόν του και τον αριθμό των μερίδων των διαδίκων, αδύνατη, αφού οδηγεί στη δημιουργία μη άρτιων και οικοδομήσιμων οικοπέδων. Είναι, όμως, δυνατή η αυτούσια διανομή του με τη σύσταση χωριστής ιδιοκτησίας σε δύο διακεκριμένα μέρη του, στα οποία είναι δυνατή η ανέγερση χωριστών οικοδομημάτων (κάθετη ιδιοκτησία) με την προϋπόθεση της τήρησης από τους διαδίκους των οικείων πολεοδομικών διατάξεων. Ακολούθως, το Εφετείο διέταξε την κατά τον τρόπο αυτό αυτούσια διανομή του επίδικου οικοπέδου, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση με την οποία είχε γίνει δεκτή η αγωγή του αναιρεσιβλήτου. Με τις παραδοχές, όμως, αυτές, στις οποίες δεν περιλαμβάνεται και εκείνη του ότι η αυτούσια διανομή του επίδικου οικοπέδου, που διατάχθηκε κατά τον τρόπο που προεκτέθηκε, δεν αντιβαίνει στο συμφέρον της άλλης συγκυρίας του εν λόγω οικοπέδου, εναγομένης – εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας, το Εφετείο παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των παρ. 1 εδ. α' και β' και 2 εδ. α' και β' του άρθρου 480Α' ΚΠολΔ. Έτσι, κατ' ορθή εκτίμηση του περιεχομένου του παραδεκτά προτεινόμενου από τον Εισηγητή, σύμφωνα με το άρθρο 562 παρ. 4 ΚΠολΔ, λόγου από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια όχι της εκ πλαγίου παραβίασης των προαπαρατιθέμενων διατάξεων του ουσιαστικού δικαίου εξαιτίας έλλειψης νόμιμης βάσης, αλλά της παραβίασης των ίδιων διατάξεων του ουσιαστικού δικαίου, η οποία προβλέπεται από τον αριθμό 1 του ίδιου πιο πάνω άρθρου. Πρέπει, επομένως, να γίνει δεκτός ως παραδεκτός και βάσιμος αυτός ο λόγος, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση, σύμφωνα με το άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ, στο ίδιο Εφετείο, εφόσον είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την προσβαλλόμενη απόφαση.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 117/2001 απόφαση του Εφετείου Κέρκυρας.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο πιο πάνω Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές.

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε χίλια πεντακόσια (1500) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Απριλίου 2005.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 30 Ιουνίου 2005.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ