1. Skip to Main Menu
  2. Skip to Content
  3. Skip to Footer
Καλως ήρθατε στο ανανεωμένο FOGGS.gr

- Πλαστότητα.

 E-mail

- Πλαστότητα. Προσβολή εγγράφου ως πλαστού. Τρόπος προσβολής.
- Κατά το άρθρο 460 ΚΠολΔ κάθε έγγραφο μπορεί να προσβληθεί ως πλαστό τα ιδιωτικά και όταν με παραβολή προς άλλα αποδείχθηκαν γνήσια. Κατά το επόμενο άρθρο 461 αν η πλαστογραφία αποδίδεται σε ορισμένο πρόσωπο, μπορεί να προταθεί σε οποιαδήποτε στάση της δίκης με κυρία ή παρεμπίπτουσα αγωγή ή με τις προτάσεις ή και προφορικά, όταν η υποβολή προτάσεων δεν είναι υποχρεωτική, όπως και με τους τρόπους που προβλέπει ο κώδικας ποινικής δικονομίας. Τέλος κατά το άρθρο 463, όποιος προβάλλει ισχυρισμούς για πλαστότητα εγγράφου είναι ταυτόχρονα υποχρεωμένος να προσκομίσει τα έγγραφα που αποδεικνύουν την πλαστότητα και να αναφέρει ονομαστικά τους μάρτυρες και τα άλλα αποδεικτικά μέσα, αλλιώς οι ισχυρισμοί του είναι απαράδεκτοι. Η τελευταία αυτή διάταξη είναι εντεταγμένη στο κεφάλαιο της αποδείξεως και συνιστά, ενόψει και της θέσης της στον ΚΠολΔικ, παρά τη γενική της διατύπωση, κανόνα αποδεικτικής μόνο διαδικασίας, ο εισαγόμενος δε με τη διάταξη αυτή περιορισμός τείνει στην αποτροπή της στρεψοδικίας και της παρελκύσεως της εκκρεμούς δίκης (βλ. ΟλΑΠ 23/1999). Ενόψει τούτων η άνω διάταξη του άρθρου 463 ΚΠολΔ αναφέρεται είτε σε δημόσια είτε σε ιδιωτικά έγγραφα, είτε αυτά προσκομίζοντα προς άμεση είτε προς έμμεση απόδειξη, αρκεί ο ισχυρισμός περί πλαστότητας να προβάλλεται κατ' ένσταση ή με παρεμπίπτουσα αγωγή και όχι με αυτοτελή αναγνωριστική της πλαστότητας αγωγή. Ο κατ' ένσταση δε ισχυρισμός περί πλαστότητος εγγράφου χωρίς προσκομιδή των αποδεικτικών της πλαστότητας εγγράφων και της αναφοράς του προσώπου στο οποίο αποδίδεται η πλαστογραφία (άρθρο 461 ΚΠολΔικ), των μαρτύρων και των άλλων αποδεικτικών μέσων είναι απαράδεκτος και το δικαστήριο της ουσίας, αν δεν λάβει υπόψη αυτόν τον ισχυρισμό δεν υποπίπτει στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔικ (ΑΠ 283/1984). Αριθμός 1377/2005

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A΄ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές : Δημήτριο Σουλτανιά, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ελευθέριο Τσακόπουλο, Κωνσταντίνο Βαρδαβάκη, Ιωάννη Βερέτσο και Χρήστο Γεωργαντόπουλο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 1η Νοεμβρίου 2004, με την παρουσία και της Γραμματέως Ευθυμίας Μαντζάνα, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ομόρρυθμης Εταιρίας με την επωνυμία «ΧΧΧ Ο.Ε.», η οποία εδρεύει στο Περιστέρι και εκπροσωπείται νομίμως. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ηλία Χρυσικό.

Του αναιρεσιβλήτου: ΧΧΧ, κατοίκου ΧΧΧ Αττικής, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιάσωνα Γρανίτσα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ. Πολ. Δ.

Η ένδικη διαφορά έχει εισαχθεί με την από 13 Μαϊου 1998 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2826/1999 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 292/2000 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί η αναιρεσείουσα, με την από 29 Δεκεμβρίου 2002 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Βερέτσος ανέγνωσε την από 4 Μαρτίου 2004 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού Αρεοπαγίτη Γεωργίου Σαραντινού, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως και την καταδίκη του αντιδίκου στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Eπειδή, όπως προκύπτει από το συνδυασμό των διατάξεων, των άρθρων 559 αρ. 20 και 561 ΚΠολΔ, ο θεσπιζόμενος από την πρώτη διάταξη λόγος αναιρέσεως, για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, εντοπίζεται σε λάθος περί την ανάγνωση αποδεικτικού εγγράφου, συνιστάμενο στο ότι το δικαστήριο της ουσίας του απέδωσε περιεχόμενο καταδήλως διάφορο από το αληθινό, με αποτέλεσμα να καταλήξει σε αποδεικτικό πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα. Αντιθέτως δεν περιλαμβάνει την περίπτωση, κατά την οποία, από την αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου, το δικαστήριο καταλήγει σε συμπέρασμα διαφορετικά από αυτό που θεωρεί ορθό ο αναιρεσείων, αφού, στη δεύτερη περίπτωση, πρόκειται για πλημμέλεια που ανάγεται στην εκτίμηση των πραγμάτων, η οποία είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη. Σε κάθε περίπτωση, παραμόρφωση κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 20 ΚΠολΔικ δεν υπάρχει, όταν το δικαστήριο προβαίνει σε εκτίμηση του περιεχομένου του εγγράφου.
Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείουσα, η οποία προσβάλλει την υπ' αριθμ. 292/2000 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία αυτό έκρινε νόμιμη και βάσιμη ουσιαστικά την από 13/5/1998 αγωγή του αναιρεσιβλήτου για την καταβολή της συμφωνημένης αμοιβής του τελευταίου για την διαφήμιση των επίπλων παραγωγής της αναιρεσείουσας, προβάλλει με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 20 ΚΠολΔικ γιατί παραμόρφωνε το περιεχόμενο του με αριθμό 144/22-7-1994 ιδιωτικού συμφωνητικού, το οποίο δεν ανέγνωσε στα κύρια σημεία του, από το οποίο προέκυπτε ότι υπήρχε συμφωνία των διαδίκων, ως προς τον χρόνο που θα γινόταν η διαφήμιση. Όπως όμως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση το Εφετείο έλαβε υπόψη και εκτίμησε το περιεχόμενο του άνω εγγράφου, αλλά δεν σχημάτισε την κρίση του στηριζόμενο αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο σ' αυτό, αφού, όπως ρητά αναγράφεται στην απόφαση, συνεκτίμησε αυτό μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, δηλαδή καταθέσεις μαρτύρων και λοιπά έγγραφα. Ενόψει τούτων το Εφετείο δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 20 ΚΠολΔικ ο δε ως άνω πρώτος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος.
Επειδή κατά το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔικ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως της αποφάσεως, όταν το δικαστήριο της ουσίας παραβίασε ευθέως κανόνα ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου υπάρχει, όταν το δικαστήριο, βάσει των παραδοχών του στη συγκεκριμένη περίπτωση, παρέλειψε να εφαρμόσει ένα ουσιαστικό κανόνα δικαίου, ο οποίος ήταν εφαρμοστέος, ή εφάρμοσε ουσιαστικό κανόνα δικαίου, τον οποίο, βάσει των παραδοχών του, δεν έπρεπε να εφαρμόσει. Ειδικότερα το δικαστήριο παραβιάζει τους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών, που εισάγουν οι διατάξεις 173 και 200 ΑΚ, όταν, καίτοι ανελέγκτως διαπιστώνει, έστω και εμμέσως, την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας στις δηλώσεις βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων και εντεύθεν την ανάγκη συμπληρώσεως ή ερμηνείας αυτών, παραλείπει να προσφύγει για τη συμπλήρωση ή ερμηνεία τους στις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ ή προσφεύγει στην εφαρμογή των διατάξεων αυτών και τη συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, καίτοι δέχεται, επίσης ανελέγκτως, ότι η δικαιοπραξία είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπληρώσεως ή ερμηνείας. Οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών παραβιάζονται και εκ πλαγίου, υπό την έννοια ότι η απόφαση του δικαστηρίου στερείται νομίμου βάσεως, κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔικ όταν στην απόφαση δεν διευκρινίζεται αν στη δικαιοπραξία υπάρχει ή όχι κενό ή ασάφεια και εντεύθεν ανάγκη συμπληρώσεως ή ερμηνείας της και παρά ταύτα εφαρμόζει ή παραλείπει την εφαρμογή των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών.
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, δέχθηκε τα ακόλουθα: Η εναγομένη διατηρεί επιχείρηση κατασκευής επίπλων από μάρμαρο, στο Περιστέρι Αττικής. Στις 22/7/1994 καταρτίστηκε μεταξύ των διαδίκων σύμβαση, δυνάμει της ποίας ο ενάγων ανέλαβε την υποχρέωση να συμπεριλάβει στην έκδοση του βιβλίου του έτους 1994-1995, το οποίο εξέδιδε με τον τίτλο «έπιπλο», για διαφημιστικούς λόγους, και έπιπλα κατασκευής της εναγομένης. Η σύμβαση αυτή καταρτίστηκε με το υπ' αριθ. 142/22-7-1994, ιδιωτικό συμφωνητικό και συμπληρώθηκε με την υπ' αριθ. 144/22-7-1994 εντολή, ως προς τον χρόνο παραδόσεως των επίπλων για φωτογράφηση. Με τη σύμβαση αυτή ειδικότερα συμφωνήθηκε να διατεθούν 12+5 σελίδες του εν λόγω περιοδικού στις οποίες θα διαφημίζονταν τα έπιπλα της εναγομένης, με την καταχώριση των φωτογραφιών τους. Η φωτογράφησή τους συμφωνήθηκε να γίνει τον Αύγουστο 1994. Ακριβής χρόνος εκδόσεως του περιοδικού δεν ορίστηκε. Η αμοιβή συμφωνήθηκε στο ποσόν των 3.000.000 + 1.240.000 δρχ. πλέον ΦΠΑ καταβλητέα μέχρι τέλους Δεκεμβρίου 1994. από τα ανωτέρω συνάγεται ότι το Εφετείο, ως προς τους ουσιώδεις όρους της συμβάσεως δεν διαπίστωσε κενό και συνεπώς δεν είχε υποχρέωση να προσφύγει στους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 ΑΚ και δεν παραβίασε ευθέως τις διατάξεις αυτές, οι οποίες δεν είχαν έδαφος εφαρμογής. Αλλ' ούτε και εκ πλαγίου παρεβίασε τις άνω διατάξεις το Εφετείο, αφού από κανένα σημείο της αποφάσεως δεν προκύπτει ασάφεια ως προς την ανυπαρξία κενού ως προς τους ουσιώδεις όρους της άνω συμβάσεως. Συνεπώς το Εφετείο δεν υπέπεσε στις πλημμέλειες των αρ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ ο δε δεύτερος λόγος αναιρέσεως με το οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι αβάσιμος.
Επειδή κατά το άρθρο 460 ΚΠολΔικ κάθε έγγραφο μπορεί να προσβληθεί ως πλαστό τα ιδιωτικά και όταν με παραβολή προς άλλα αποδείχθηκαν γνήσια. Κατά το επόμενο άρθρο 461 αν η πλαστογραφία αποδίδεται σε ορισμένο πρόσωπο, μπορεί να προταθεί σε οποιαδήποτε στάση της δίκης με κυρία ή παρεμπίπτουσα αγωγή ή με τις προτάσεις ή και προφορικά, όταν η υποβολή προτάσεων δεν είναι υποχρεωτική, όπως και με τους τρόπους που προβλέπει ο κώδικας ποινικής δικονομίας. Τέλος κατά το άρθρο 463, όποιος προβάλλει ισχυρισμούς για πλαστότητα εγγράφου είναι ταυτόχρονα υποχρεωμένος να προσκομίσει τα έγγραφα που αποδεικνύουν την πλαστότητα και να αναφέρει ονομαστικά τους μάρτυρες και τα άλλα αποδεικτικά μέσα, αλλιώς οι ισχυρισμοί του είναι απαράδεκτοι. Η τελευταία αυτή διάταξη είναι εντεταγμένη στο κεφάλαιο της αποδείξεως και συνιστά, ενόψει και της θέσης της στον ΚΠολΔικ, παρά τη γενική της διατύπωση, κανόνα αποδεικτικής μόνο διαδικασίας, ο εισαγόμενος δε με τη διάταξη αυτή περιορισμός τείνει στην αποτροπή της στρεψοδικίας και της παρελκύσεως της εκκρεμούς δίκης (βλ. ΑΠ 23/1999 Ολομ). Ενόψει τούτων η άνω διάταξη του άρθρου 463 ΚΠολΔικ αναφέρεται είτε σε δημόσια είτε σε ιδιωτικά έγγραφα, είτε αυτά προσκομίζοντα προς άμεση είτε προς έμμεση απόδειξη, αρκεί ο ισχυρισμός περί πλαστότητας να προβάλλεται κατ' ένσταση ή με παρεμπίπτουσα αγωγή και όχι με αυτοτελή αναγνωριστική της πλαστότητας αγωγή. Ο κατ' ένσταση δε ισχυρισμός περί πλαστότητος εγγράφου χωρίς προσκομιδή των αποδεικτικών της πλαστότητας εγγράφων και της αναφοράς του προσώπου στο οποίο αποδίδεται η πλαστογραφία (άρθρο 461 ΚΠολΔικ), των μαρτύρων και των άλλων αποδεικτικών μέσων είναι απαράδεκτος και το δικαστήριο της ουσίας, αν δεν λάβει υπόψη αυτόν τον ισχυρισμό δεν υποπίπτει στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔικ (ΑΠ 283/1984).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως η αναιρεσείουσα παραπονείται ότι το Εφετείο υπέπεσε στην άνω αναιρετική πλημμέλεια γιατί δεν απάντησε στον ισχυρισμό της που προέβαλε με τις προτάσεις της στο Εφετείο και ο οποίος είχε κατά λέξη ως εξής: «Γιατί (είναι) άκυρο το προσαχθέν από τον εφεσίβλητο – ενάγοντα (142) 22-7-1994 ιδιωτικό συμφωνητικό). Γιατί η υπογραφή του εκπροσώπου μας είχε υποκλαπεί με χημικό χάρτη (καρμπόν)! Δεν φέρει το συμφωνητικό αυτό πρωτότυπη υπογραφή! Δεν επιδείχθηκε στο ακροατήριο, ώστε να επισημαίναμε την ακυρότητά του. Προσθέτως δε, διέλαβε αυτό το στοιχείο (της έλλειψης δηλαδή πρωτότυπης υπογραφής) και της προσοχής του Δικαστή κατά τη μελέτη και την επεξεργασία της υπόθεσης….» με επακολουθούντα επιχειρήματα περί του ότι το Εφετείο δεν έπρεπε να λάβει υπόψη το συμφωνητικό αυτό. κατ' αυτόν τον τρόπον διατυπωθείς ο άνω ισχυρισμός της αναιρεσείουσας, περί πλαστότητος του άνω ιδιωτικού συμφωνητικού, χωρίς όμως να προκύπτει από αυτόν ούτε από τις προτάσεις που η αναιρεσείουσα είχεν υποβάλλει ενώπιον του Πρωτοδικείου και του Εφετείου, ότι τον ισχυρισμό αυτό υπέβαλε πλήρη και συνεπώς παραδεκτώς ενώπιον του Εφετείου, ήτοι με αναφορά του πλαστογράφου των μαρτύρων και των λοιπών αποδεικτικών μέσων, ήταν απαράδεκτος και συνεπώς το Εφετείο ορθώς δεν έλαβε τον ισχυρισμό αυτό υπόψη και δεν υπέπεσε εκ τούτου στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔικ ο δε τρίτος λόγος αναιρέσεως με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι αβάσιμος.
Επειδή όταν η αγωγή κρίθηκε από το δικαστήριο της ουσίας κατ' ουσίαν βάσιμη ή αβάσιμη, ο εκ του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔικ λόγος αναιρέσεως είναι ορισμένος και συνεπώς είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος, μόνον αν διαλαμβάνει με πληρότητα τις επί της ουσίας κρίσιμες παραδοχές του δικάσαντος δικαστηρίου, με βάση τις οποίες εκείνο κατέληξε στην αποδοχή ή απόρριψη της αγωγής ως κατ' ουσίαν βάσιμης ή αβάσιμης (ΑΠ 28/1998 Ολομ. και 27/1998 Ολομ.). Ενόψει τούτων ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως με τον οποίο η αναιρεσείουσα προβάλλει ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔικ γιατί παρεβίασε τις διατάξεις των άρθρων 182, 193, 195, 196, 361, 371, 372 και 681 ΑΚ, των οποίων διατάξεων παραθέτει τα κείμενα, χωρίς όμως να παραθέτει τις επί της ουσίας κρίσιμες παραδοχές του Εφετείου, είναι απορριπτέος προεχόντως ως αόριστος. Ο αυτός λόγος αναιρέσεως ως προς την πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔικ που προβάλλει η ανιαρεσείουσα, γιατί μολονότι, κατ' αυτήν, το Εφετείο δέχθηκε αοριστία της συμβάσεως, ως προς το χρόνο εκτελέσεώς της, δεν προσέφυγε στις διατάξεις του άρθρου 371 και 372 ΑΚ για τον προσδιορισμό του χρόνου αυτού, είναι απορριπτέος ωσαύτως ως αόριστος, αφού δεν διαλαμβάνει ότι η απόφαση δεν έχει αιτιολογίες ούτε ότι έχει αντιφατικές αιτιολογίες και σε τι συνίσταται η απόφαση ούτε ότι έχει ανεπαρκείς αιτιολογίες και σε τι συνίσταται η ανεπάρκειά τους (ΑΠ 32/1996 Ολομ.)

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 29/12/2002 αίτηση της ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία «ΧΧΧ ΟΕ» για αναίρεση της υπ' αριθμ. 292/2000 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει στο ποσόν των χιλίων εκατόν εβδομήντα (1170) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στη Αθήνα στις 14 Φεβρουαρίου 2005.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε στο ακροατήριο στις 14 Ιουλίου 2005.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ