1. Skip to Main Menu
  2. Skip to Content
  3. Skip to Footer
Καλως ήρθατε στο ανανεωμένο FOGGS.gr

- Αναγκαστική απαλλοτρίωση.

 E-mail

- Αναγκαστική απαλλοτρίωση. Προσδιορισμός αποζημίωσης. Ιδιαίτερη αποζημίωση για τα εκτός απαλλοτρίωσης. Αμοιβή δικηγόρου. Δικαστική δαπάνη.
- Στη δίκη που διεξάγεται κατά την ειδική διαδικασία του ΝΔ 797/1971 για τον προσδιορισμό της τιμής μονάδος αποζημιώσεως ακινήτων που απαλλοτριώνονται για τη διάνοιξη εθνικών οδών το δικαστήριο περιορίζεται αποκλειστικώς και μόνο στον προσδιορισμό της τιμής μονάδος χωρίς να μπορεί να εξετάσει την ύπαρξη και την έκταση της υποχρεώσεως των ωφελουμένων παροδίων για συμμετοχή τους στις δαπάνες απαλλοτριώσεως, κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο άρθρο 1 του Ν. 653/1977. Τούτο δε διότι η υποχρέωση αυτή δεν είναι αντικείμενο της δίκης για τον προσδιορισμό της τιμής μονάδος αποζημιώσεως ούτε η έρευνά της απαιτείται για την νομιμοποίηση του ιδιοκτήτη ως διαδίκου στη δίκη αυτή, έστω και αν, με τον προσδιορισμό της τιμής μονάδος αποζημιώσεως ζητείται παράλληλα, σύμφωνα με το άρθρο 13 παρ. 4 του ΝΔ 797/1971 και ο καθορισμός ιδιαίτερης αποζημιώσεως για το τμήμα του ακινήτου που δεν απαλλοτριώνεται επειδή τούτο υφίσταται σημαντική υποτίμηση ή καθίσταται άχρηστο για την χρήση που προορίζεται. ΄Ετσι, στη δίκη αυτή δεν μπορεί να ερευνηθεί και να κριθεί, αν ο ιδιοκτήτης ακινήτου που αποκτά πρόσωπο σε διανοιγόμενη εθνική οδό, έχει ή όχι ωφέλεια στη συγκεκριμένη περίπτωση ούτε αν έχει υποχρέωση συμμετοχής στις δαπάνες της απαλλοτριώσεως κατά τις διατάξεις του ν. 653/1977 ούτε αν, σε περίπτωση που κάποιο ακίνητό του ή μέρος αυτού καταλαμβάνεται από διανοιγόμενη οδό και είναι συγχρόνως δικαιούχος και υπόχρεος αποζημιώσεως, απομένει τελικώς, μετά τον ενδεχόμενο συμψηφισμό των αντιθέτων απαιτήσεων, να λάβει κάποιο ποσό και ποιο (ΟλΑΠ 1/1988).
- Για τον προσδιορισμό της "πλήρους αποζημίωσης" λαμβάνεται υπόψη η αξία του απαλλοτριουμένου ακινήτου κατά το χρόνο της πρώτης συζητήσεως καθώς και η δαπάνη του ιδιοκτήτη του απαλλοτριουμένου ακινήτου, η οποία, ναι μεν δεν συνδέεται άμεσα με την αξία του ακινήτου, είναι όμως, συνέπεια της απαλλοτρίωσης της ιδιοκτησίας.
- Αποκλείεται της "πλήρους αποζημιώσεως" η δαπάνη που μπορεί να απαιτηθεί για την αποκατάσταση άλλης ζημίας του ιδιοκτήτη του απαλλοτριωθέντος ακινήτου, θετικής ή αποθετικής, η οποία δεν συνάπτεται αμέσως προς την αξία του ακινήτου και η οποία, ως εκ τούτου, δεν αποτελεί αποζημιωτέα, κατά τις προμνησθείσες διατάξεις, προσαύξηση αυτής, έστω και αν η ζημία αυτή αποτελεί άμεση συνέπεια της απαλλοτριώσεως, όπως είναι η δαπάνη μεταφοράς και μετεγκαταστάσεως της οικοσκευής κατοικιών και των μηχανημάτων επιχειρήσεων, που βρίσκονται σε τμήματα απαλλοτριωθέντων ακινήτων.
- Από τη διάταξη του άρθρου 13 παρ. 2 του ΝΔ 797/1971 που ορίζει ότι "υπολογίζεται όμως η ανατίμηση του απαλλοτριουμένου που επήλθε μετά τη δημοσίευση της απόφασης απαλλοτρίωσης και μέχρι της πρώτης συζητήσεως στο ακροατήριο της αιτήσεως προσδιορισμού της αποζημίωσης από λόγους άσχετους με τη γενόμενη αναγκαστική απαλλοτρίωση ή την εξαγγελία αυτής ή τις ενέργειες του ιδιοκτήτη επί του απαλλοτριουμένου" σε συνδυασμό με την παράγραφο 4 του ίδιου άρθρου, κατά την οποία με την ίδια απόφαση παρέχεται ιδιαίτερη αποζημίωση σε περίπτωση αναγκαστικής απαλλοτρίωσης τμήματος ακινήτου λόγω της οποίας το τμήμα που απομένει στον ιδιοκτήτη υφίσταται σημαντική υποτίμηση της αξίας του ή καθίσταται άχρηστο για τη χρήση για την οποία τούτο προορίζεται, συνάγεται ότι η αποζημίωση για το τμήμα που απομένει εκτός απαλλοτρίωσης συνδέεται μόνο προς την απομειωτική επί της αξίας επιρροή που ασκεί η απότμηση του απαλλοτριωθέντος μέρους από το απομένον τμήμα και σε καμιά περίπτωση δεν επηρεάζεται από το είδος του έργου στο οποίο απέβλεπε η απαλλοτρίωση.
- Από τις διατάξεις του άρθρου 17 παρ. 4 του ΝΔ 797/1971 "περί αναγκαστικών απαλλοτριώσεων " όπως η παράγραφος αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του ΝΔ 446/1974, του άρθρο. 9 παρ. 5 του ν. 1093/1980 και άρθ. 22 του Ν. 3693/1957, οι οποίες εναρμονιζόμενες προς τις διατάξεις των παραγράφων 2 και 4 εδάφιο τελευταίο του άρθρου 17 του Συντάγματος, αποσκοπούν στη μι φαλκίδευση της οφειλόμενης στον καθ΄ ου η απαλλοτρίωση πλήρους αποζημίωσης μέσω επιβαρύνσεων του τελευταίου έστω και με μέρος των εξόδων της δίκης για τον καθορισμό της, συνάγεται ότι στη δίκη αυτή (καθορισμού αποζημιώσεως αναγκαστικώς απαλλοτριωθέντων ακινήτων), κατά παρέκκλιση από τους γενικούς κανόνες των άρθρων 173 επ. του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, αφ΄ ενός μεν η δικαστική δαπάνη επιβάλλεται πάντοτε σε βάρος του υποχρέου σε αποζημίωση και αφ΄ ετέρου αποκλείεται ολικός ή μερικός συμψηφισμός καθώς και κατανομή του οικείου ποσού ανάλογα με την έκταση της νίκης ή της ήττας καθενός από τους διαδίκους (ΟλΑΠ 9/1996). Από τις διατάξεις όμως αυτές δεν είναι ανεπίτρεπτη η κατά το άρθρο 22 παρ. 1 του ν. 3693/1957 μείωση της αμοιβής του πληρεξουσίου δικηγόρου του αιτούντος μέχρι το μισό του ελαχίστου ορίου διατιμήσεως καθεμιάς ενέργειας, (ΟλΑΠ 9/1996), μη δυναμένη σε κάθε περίπτωση να υπερβεί τις 100.000 δρχ., σύμφωνα με την 134423/8.12.1992 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ 11920/20.1.1993 τευχ. Β΄ ) που εκδόθηκε κατ΄ εξουσιοδότηση του άρθρ. 5 παρ. 12 του Ν. 1738/1987. Τα ίδια ισχύουν και στην περίπτωση καθορισμού ιδιαίτερης αποζημίωσης για την αχρήστευση ή τη μείωση της αξίας του απομείναντος εκτός απαλλοτρίωσης τμήματος. Η ως άνω ρύθμιση της δικαστικής δαπάνης δεν αντίκειται στις διατάξεις των άρθρων 17 παρ. 2, 4, 5 παρ. 1 και 20 παρ. 1 του Συντάγματος, του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ και αρθ. 1 του πρώτου προσθέτου πρωτοκόλλου της (ΕΣΔΑ), διότι, αφ΄ ενός μεν δεν μειώνεται η αποζημίωση, αφού ο δικαιούχος αυτής υποχρεούται να καταβάλει στο δικηγόρο του μόνο τη μειωμένη αμοιβή που προβλέπεται από το νόμο, επιδικάζεται σ΄ αυτόν και την εισπράττει από τον αντίδικό του αφ΄ ετέρου δε η μείωση της αμοιβής του δικηγόρου του αιτούντος-δικαιούχου της αποζημίωσης δεν παραβιάζει τις αρχές της δίκαιης δίκης, αφού δεν αναιρεί και δεν περιορίζει το δικαίωμα παροχής έννομης προστασίας και δεν αποτελεί ανεπίτρεπτο περιορισμό της επαγγελματικής ελευθερίας των δικηγόρων, ενόψει μάλιστα και του δικαιολογητικού λόγου για τον οποίο υπαγορεύτηκε ο περιορισμός αυτός (απλότητα στη διαχείριση των υποθέσεων) που εξυπηρετεί και το δημόσιο συμφέρον.

Διατάξεις:

Νόμοι: 3693/1957 άρθ. 22,
ΝΔ: 797/1971 άρθ. 13, 17,
Σ: 17, 20,
ΕΣΔΑ: 6, Αριθμός 8/1999

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΕ ΤΑΚΤΙΚΗ ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές της Β΄ Σύνθεσης : Στέφανο Ματθία, Πρόεδρο, Θεόδωρο Τόλια, Διονύσιο Κατσιρέα, Χαράλαμπο Μυρσινιά, Πολύβιο Μαντζιάρα και Κωνσταντίνο Λυμπερόπουλο, Αντιπροέδρους, Γεώργιο Σταθέα, Γεώργιο Αρβανίτη, Ευάγγελο Περλίγκα, Ιωάννη Τέτοκα, Μιχαήλ Καρατζά, Κωνσταντίνο Τζένο, Αριστείδη Κρομμύδα, Εμμανουήλ Αντωνίου, Κωνσταντίνο Κωστήρη, Πέτρο Κακκαλή, Σπυρίδωνα Γκιάφη, Κωνσταντίνο Τσαμαδό, Γεώργιο Ρήγο, Αντώνιο Τωμαδάκη-Εισηγητή, Δημήτριο Ζέρβα, Δαμιανό Παπαθανάση, Δημήτριο Σουλτανιά, Θεόδωρο Λαφαζάνο, Θεόδωρο Μπάκα και Γεώργιο Χριστόφιλο Αρεοπαγίτες (κωλυομένων των λοιπών δικαστών της σύνθεσης).

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του στις 17.12.1998, με την παρουσία του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Δημόπουλου και του Γραμματέα Γεωργίου Τυλιπάκη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: Α) 1. ΧΧΧ, 2. ΧΧΧ, 3. ΧΧΧ, 4. ΧΧΧ, γι΄ αυτήν και το ανήλικο τέκνο της ΧΧΧ και 5. ΧΧΧ, Β) 1. ΧΧΧ, 2. ΧΧΧ, 3. ΧΧΧ.

Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κώστα Χορομίδη.

Του αναιρεσιβλήτου : Ελληνικού Δημοσίου, νόμιμα εκπροσωπουμένου από τον Υπουργό των Οικονομικών που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιό του Θεόδωρο Ρεντζεπέρη, Ν.Σ. του Κράτους. Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 18.4.1997 και 14.10.1997 αιτήσεις των παραπάνω διαδίκων, που κατατέθηκαν στο Εφετείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκε η απόφαση 1435/1998 του ιδίου Δικαστηρίου, της οποίας την αναίρεση ζητούν οι αναιρεσείοντες , με την από 1.7.1998 αίτησή τους, την οποία έφεραν προς συζήτηση στην Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, με την 44/1998 κοινή πράξη ο Πρόεδρος και ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, επειδή με αυτή τίθεται νομικό ζήτημα γενικοτέρου ενδιαφέροντος.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αντώνιος Τωμαδάκης διάβασε την από 6.11.1998 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή των πρώτου, δεύτερου και έκτου λόγων της αίτησης αναίρεσης και την απόρριψη των λοιπών. Οι πληρεξούσιοι των διαδίκων, αφού έλαβαν το λόγο από τον Πρόεδρο ανέπτυξαν και προφορικά στο ακροατήριο τους σχετικούς ισχυρισμούς τους, που αναφέρονται στις προτάσεις τους, και ζήτησαν ο μεν των αναιρεσειόντων την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, ο δε του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. Ο Εισαγγελέας πρότεινε την αναίρεση της προσβαλλομένης αποφάσεως μόνον κατά το μέρος που αναφέρεται στον καθορισμό ιδιαίτερης αποζημίωσης για τα απομείναντα τμήματα των ιδιοκτησιών των αιτούντων.
Κατόπιν αυτών ο Πρόεδρος έδωσε το λόγο στους πιο πάνω πληρεξουσίους των διαδίκων, οι οποίοι αναφέρθηκαν σε αυτά που προηγούμενα είχαν αναπτύξει.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Η κρινόμενη αίτηση περί αναιρέσεως της 1435/1998 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης νομίμως εισάγεται, σύμφωνα με τα άρθρα 563 παρ. 1, 2 περ. β΄, 3 του Κ.Πολ.Δ και 23 παρ. 2 του Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών, στην Ολομέλεια του δικαστηρίου τούτου με το 44/1998 κοινό πρακτικό του Προέδρου και του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, διότι κρίθηκε ότι με την αίτηση αυτή δημιουργείται ζήτημα με γενικότερο ενδιαφέρον.
ΙΙ. Από τις διατάξεις του άρθρου 17 παρ. 2 του Συντάγματος, των άρθρων 14, 17, 18, 19 και 20 του ν.δ. 797/1971 "περί αναγκαστικών απαλλοτριώσεων", σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ, 1, 3, 4 5, 7 του ν. 653/1977 "περί υποχρεώσεως των παροδίων ιδιοκτητών δια την διάνοιξιν εθνικών οδών", των άρθρων 1, 2 και 3 του Π.Δ/τος 929/1979 που εκδόθηκε κατ΄ εξουσιοδότηση του άρθρου 1 του ν. 653/1977 και των άρθρων 1 και 2 του Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι στη δίκη που διεξάγεται κατά την ειδική διαδικασία του ν.δ. 797/1971 για τον προσδιορισμό της τιμής μονάδος αποζημιώσεως ακινήτων που απαλλοτριώνονται για τη διάνοιξη εθνικών οδών το δικαστήριο περιορίζεται αποκλειστικώς και μόνο στον προσδιορισμό της τιμής μονάδος χωρίς να μπορεί να εξετάσει την ύπαρξη και την έκταση της υποχρεώσεως των ωφελουμένων παροδίων για συμμετοχή τους στις δαπάνες απαλλοτριώσεως, κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο άρθρο 1 του νόμου 653/1977. Τούτο δε διότι η υποχρέωση αυτή δεν είναι αντικείμενο της δίκης για τον προσδιορισμό της τιμής μονάδος αποζημιώσεως ούτε η έρευνά της απαιτείται για την νομιμοποίηση του ιδιοκτήτη ως διαδίκου στη δίκη αυτή, έστω και αν, με τον προσδιορισμό της τιμής μονάδος αποζημιώσεως ζητείται παράλληλα, σύμφωνα με το άρθρο 13 παρ. 4 του ν.δ. 797/1971 και ο καθορισμός ιδιαίτερης αποζημιώσεως για το τμήμα του ακινήτου που δεν απαλλοτριώνεται επειδή τούτο υφίσταται σημαντική υποτίμηση ή καθίσταται άχρηστο για την χρήση που προορίζεται. ΄Ετσι, στη δίκη αυτή δεν μπορεί να ερευνηθεί και να κριθεί, αν ο ιδιοκτήτης ακινήτου που αποκτά πρόσωπο σε διανοιγόμενη εθνική οδό, έχει ή όχι ωφέλεια στη συγκεκριμένη περίπτωση ούτε αν έχει υποχρέωση συμμετοχής στις δαπάνες της απαλλοτριώσεως κατά τις διατάξεις του ν. 653/1977 ούτε αν, σε περίπτωση που κάποιο ακίνητό του ή μέρος αυτού καταλαμβάνεται από διανοιγόμενη οδό και είναι συγχρόνως δικαιούχος και υπόχρεος αποζημιώσεως, απομένει τελικώς, μετά τον ενδεχόμενο συμψηφισμό των αντιθέτων απαιτήσεων, να λάβει κάποιο ποσό και ποιο (ΟλΑΠ 1/1988). Η δικονομική αυτή ρύθμιση δεν αντιβαίνει στις διατάξεις του άρθρου 17 του ισχύοντος Συντάγματος διότι οι διατάξεις αυτές δεν καθορίζουν τη διαδικασία και το καθ΄ ύλην αρμόδιο δικαστήριο για τον προσδιορισμό της πλήρους αποζημιώσεως, αρκούμενες στο ότι η αποζημίωση προσδιορίζεται από τα πολιτικά δικαστήρια, καταλείπουν δε στον κοινό νομοθέτη να καθορίσει το αρμόδιο πολιτικό δικαστήριο και τη διαδικασία καθορισμού της αποζημιώσεως και γενικότερα επιλύσεως των διαφορών που προκύπτουν από την αναγκαστική απαλλοτρίωση. Η αυτή ως άνω ρύθμιση δεν αντίκειται στο άρθρο 6 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα δικαιώματα του ανθρώπου (ΕΣΔΑ) που καθιερώνει τη δικονομική αρχή της "δίκαιης δίκης" διότι δεν παραβιάζει καμιά από τις αρχές που συγκροτούν, κατά τη διάταξη αυτή, την έννοια της δίκαιης δίκης, ούτε επίσης αντιβαίνει στο άρθρο 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της Σύμβασης αυτής (ΕΣΔΑ) που προστατεύει την περιουσία, διότι πρόκειται για δικονομική αμιγώς διάταξη η οποία δεν εισάγει καμιά ουσιαστική ρύθμιση για την περιουσία, που να αναιρεί ή να μειώνει την προστασία που παρέχει σ΄ αυτή το εν λόγω πρωτόκολλο της ΕΣΔΑ.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, δικάζοντας κατά την ειδική διαδικασία καθορισμού τιμής μονάδος αποζημιώσεως για τα αναγκαστικώς απαλλοτριωθέντα ακίνητα, καθώς και καθορισμού ιδιαίτερης αποζημιώσεως για τα εκτός απαλλοτρίωσης απομείναντα τμήματά τους, αποφάνθηκε ότι το αίτημα των αναιρεσειόντων-δικαιούχων της αποζημίωσης, να αναγνωρισθεί ότι παρανόμως γίνεται ο συμψηφισμός, κατά το άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 653/1977, των ωφελουμένων παροδίων, εφόσον αυτοί δεν ωφελούνται αλλά βλάπτονται από την ένδικη απαλλοτρίωση μέρους των ιδιοκτησιών τους, αναρμοδίως εισήχθη κατά την ειδική αυτή διαδικασία και για το λόγο αυτό το απέρριψε. ΄Εκρινε δηλαδή, ότι δεν έχει λειτουργική αρμοδιότητα να το κρίνει κατά την ειδική αυτή διαδικασία. Επομένως ο πρώτος λόγος αναιρέσεως κατά την από το άρθρο 559 αριθμός 5 (ορθότερο 14) αιτίασή του, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Ο ίδιος πρώτος λόγος αναιρέσεως κατά τις από τον αριθμό 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. αιτιάσεις του, με τις οποίες προβάλλεται η πλημμέλεια ότι το Εφετείο, με το να δεχθεί ότι οι διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1, 3 και 4 του ν. 653/1977 εισάγουν αμάχητο τεκμήριο ωφελείας των κατά μήκος της διανοιγομένης εθνικής οδού κειμένων ακινήτων και ότι το τεκμήριο αυτό δεν αντίκειται στη διάταξη του άρθρου 17 του Συντάγματος, παραβίασε ευθέως, αλλιώς εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1 και 5 και 17 του Συντάγματος, 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ και 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, πρέπει να απορριφθεί ως στηριζόμενος σε ανακριβή προϋπόθεση αφού το Εφετείο δεν διέλαβε ότι οι αναιρεσείοντες-αιτούντες ως παρόδιοι ιδιοκτήτες ωφελούνται αμαχήτως από την ένδικη απαλλοτρίωση ούτε προέβη σε συμψηφισμό των απαιτήσεων.
ΙΙΙ. Από τη διάταξη του άρθρου 13 παρ. 2 του ν.δ. 797/1971 που ορίζει ότι "υπολογίζεται όμως η ανατίμηση του απαλλοτριουμένου που επήλθε μετά τη δημοσίευση της απόφασης απαλλοτρίωσης και μέχρι της πρώτης συζητήσεως στο ακροατήριο της αιτήσεως προσδιορισμού της αποζημίωσης από λόγους άσχετους με τη γενόμενη αναγκαστική απαλλοτρίωση ή την εξαγγελία αυτής ή τις ενέργειες του ιδιοκτήτη επί του απαλλοτριουμένου" σε συνδυασμό με την παράγραφο 4 του ίδιου άρθρου, κατά την οποία με την ίδια απόφαση παρέχεται ιδιαίτερη αποζημίωση σε περίπτωση αναγκαστικής απαλλοτρίωσης τμήματος ακινήτου λόγω της οποίας το τμήμα που απομένει στον ιδιοκτήτη υφίσταται σημαντική υποτίμηση της αξίας του ή καθίσταται άχρηστο για τη χρήση για την οποία τούτο προορίζεται, συνάγεται ότι η αποζημίωση για το τμήμα που απομένει εκτός απαλλοτρίωσης συνδέεται μόνο προς την απομειωτική επί της αξίας επιρροή που ασκεί η απότμηση του απαλλοτριωθέντος μέρους από το απομένον τμήμα και σε καμιά περίπτωση δεν επηρεάζεται από το είδος του έργου στο οποίο απέβλεπε η απαλλοτρίωση. Αντίθετη εκδοχή δεν είναι σύμφωνη με τη σαφή διατύπωση των πιο πάνω διατάξεων και οδηγεί στο άτοπο, ενώ υφίστανται μείωση της αξίας τους λόγω της κατασκευής του έργου όλα τα γειτονικά ακίνητα, να αποζημιώνεται εκ του λόγου αυτού μόνο το εκτός απαλλοτρίωσης τμήμα του απαλλοτριωθέντος ακινήτου (ΑΠ 1328/1992).
Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, απέρριψε το αίτημα των δικαιούχων να συνεκτιμήσει και τη μείωση της αξίας από την εκτέλεση του έργου για το οποίο έγινε η απαλλοτρίωση και ειδικότερα από το γεγονός ότι το τμήμα που απομένει και η επ’ αυτού κατοικία των, θα κείνται 7,5 μ. κάτω από τον κατασκευαζόμενο τσιμεντένιο όγκο του ανισόπεδου κόμβου της εθνικής οδού. ΄Ετσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε τις διατάξεις: α) του άρθρου 17 παρ. 2 και 4 του Συντάγματος που παρέχουν την έννοια της πλήρους αποζημιώσεως, ως της αγοραίας αξίας του απαλλοτριωθέντος κατά τον χρόνο συζήτησης της αίτησης για τον προσδιορισμό της αποζημίωσης και αποκλείουν τη δυνατότητα να ληφθεί υπόψη για τον προσδιορισμό της οιαδήποτε μεταβολή της αξίας που επήλθε μετά τη δημοσίευση της πράξεως απαλλοτριώσεως και εξαιτίας της, δεν ρυθμίζουν δε αλλά αφήνουν στον κοινό νομοθέτη τον προσδιορισμό αποζημίωσης για τη ζημία που τυχόν υφίσταται ο ιδιοκτήτης από την απότμηση του ακινήτου του και την αφαίρεση του απαλλοτριωθέντος : β) του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, διότι αυτές ρυθμίζουν τις προϋποθέσεις για τη διεξαγωγή δίκαιης δίκης και δεν αναφέρονται στην έννοια της ιδιοκτησίας και ειδικότερα της αποζημίωσης του ιδιοκτήτη σε περίπτωση αναγκαστικής απαλλοτρίωσής της, και γ) του άρθρου 1 του πρώτου προσθέτου πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, διότι, ναι μεν αυτό επιτάσσει τον σεβασμό και την προστασία της περιουσίας του προσώπου, στην έννοια της οποίας περιλαμβάνονται όχι μόνο εμπράγματα δικαιώματα, αλλά και δικαιώματα "περιουσιακής φύσεως" και "κεκτημένα οικονομικά συμφέροντα", όμως, η μειωτική επιρροή που ενδέχεται να ασκεί η κατασκευή του έργου δεν προέρχεται από την απαλλοτρίωση αλλ΄ από το έργο και δεν επηρεάζει ειδικά το απομένον τμήμα αλλά την όλη οικιστική περιοχή, εφόσον δεν ανατρέπεται η "εύλογη ή δίκαιη ισορροπία" που πρέπει να υπάρχει μεταξύ του γενικού δημοσίου συμφέροντος και της προστασίας της περιουσίας του προσώπου, πράγμα που δεν προβάλλεται καν. Επομένως ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως κατά το δεύτερο σκέλος του από το άρθρο 559 αρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
IV. Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 8 του Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης ιδρύεται και όταν το δικαστήριο της ουσίας παρέλειψε να λάβει υπόψη πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων που στηρίζουν κατά το νόμο τις αυτοτελείς αιτήσεις ή ανταιτήσεις των. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, για τον προσδιορισμό της αποζημίωσης των αναγκαστικώς απαλλοτριωθέντων ακινήτων των αιτούντων, καθώς και της ιδιαίτερης αποζημίωσης των ακινήτων που απέμειναν εκτός απαλλοτρίωσης έλαβε υπόψη και τους ισχυρισμούς που προέβαλαν οι αναιρεσείοντες ως προς τη θέση, την έκταση, το σχήμα, το εμβαδόν εντός και εκτός ζώνης ασφαλείας των ακινήτων αυτών και ιδίως αυτών που απομένουν εκτός απαλλοτρίωσης. Ειδικότερα, όσον αφορά τα με αριθμό κτημ. Πίνακα 71 και 53α εκτός απαλλοτρίωσης ακίνητα, το Εφετείο, για να καταλήξει στην κρίση του ότι από τα δύο τμήματα του πρώτου ακινήτου, το ένα δεν έχει για τον εκτιθέμενο λόγο, δυνατότητα ανοικοδόμησης και το άλλο έχει, για τον ίδιο λόγο, περιορισμένη τοιαύτη και ότι από το δεύτερο ακίνητο, ένα τμήμα του, 1800 τ.μ., δεν υφίσταται σημαντική υποτίμηση της αξίας του, καθώς και το θερμοκήπιο που υπάρχει σ’ αυτό, έλαβε υπόψη πλην άλλων (έκταση κ.λπ) το σχήμα που παίρνουν μετά την κατάτμηση, το όριο ασφαλείας που ισχύει στην περιοχή, την απόσπασή τους από το όριο αυτό και την επίδραση που ασκεί το γεγονός αυτό στην αξία τους. Επομένως, οι τρίτος και τέταρτος, λόγοι αναιρέσεως κατά την επί του άρθρου 559 αριθ. 8 του Κ.Πολ.Δ. θεμελίωσή τους με την οποία προβάλλεται ότι το Εφετείο, προκειμένου να καθορίσει την ως άνω ιδιαίτερη αποζημίωση δεν έλαβε υπόψη και τους πιο πάνω ισχυρισμούς των αναιρεσειόντων, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Οι ίδιοι λόγοι αναιρέσεως κατά το μέρος που πλήττουν την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση για παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας κατά τα οποία οικόπεδα στερούμενα της δυνατότητας ανοικοδόμησης που είχαν, υφίστανται εκμηδενισμό ή μείωση της αξίας τους κατά ποσοστό 70-90% το έδαφος και 60% οι οικίες, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι, διότι τα διδάγματα της κοινής πείρας που φέρεται να μην έλαβε υπόψη το Εφετείο δεν αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή σ’ αυτούς πραγματικών γεγονότων, αλλά αναφέρονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και στη συναγωγή του αποδεικτικού πορίσματος για την έκταση της μείωσης που υπέστησαν τα ως άνω εκτός απαλλοτρίωσης τμήματα και επομένως δεν ιδρύεται ο από το άρθρο 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ. λόγος. Εξάλλου η από το άρθρο 559 αριθ. 19 του Κ.Πολ.Δικ. προβαλλόμενη αιτίαση της ανεπάρκειας και αντίφασης αιτιολογιών σε σχέση προς τη μείωση της αξίας των τμημάτων που απέμειναν, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη, διότι οι αιτιολογίες της απόφασης είναι σε σχέση με όλους τους ως άνω συντελεστές σαφείς, επαρκείς και δεν αντιφάσκουν μεταξύ τους.
V. Με τον πέμπτο από το άρθρο 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ. λόγο αναιρέσεως προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά τα οποία, ενώ η ετήσια αύξηση της αξίας των ακινήτων γενικώς και ειδικώς στην περιοχή των επιδίκων κατά την τελευταία τριακονταετία ήταν, σε ποσοστό, μεγαλύτερη του ετήσιου δείκτη πληθωρισμού, εν τούτοις αυτό καθόρισε οριστικές τιμές μονάδος αποζημιώσεως κατώτερες εκείνων που είχαν καθορισθεί για τα ίδια ακίνητα αλλά με κρίσιμο χρόνο την 22.7.1990, δηλαδή πριν από έξι και πλέον χρόνια. Η αιτίαση αυτή είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη, διότι η αποδιδόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια δεν ιδρύει λόγο αναιρέσεως από την άνω διάταξη αφού το δίδαγμα της κοινής πείρας που φέρεται ότι παραβιάστηκε δεν αφορά την ερμηνεία των κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή σ΄ αυτούς πραγματικών γεγονότων αλλά την εκτίμηση των αποδείξεων. Επίσης απαράδεκτη είναι, διότι δεν ιδρύει λόγο αναιρέσεως, και η προβαλλόμενη εσφαλμένη αξιολόγηση του περιεχομένου της πραγματογνωμοσύνης που διεξήχθη και της δικαστικής απόφασης που εκδόθηκε (αριθ. 51/1993 Εφετείου Θεσσαλονίκης) για τα ίδια ακίνητα κατά την πρώτη απαλλοτρίωσή τους, που δεν συντελέστηκε λόγω μη καταβολής της ορισθείσης τότε αποζημιώσεως καθόσον κατά το άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. η από το δικαστήριο της ουσίας εκτίμηση του περιεχομένου εγγράφων, καθώς και εκθέσεως πραγματογνωμοσύνης δεν ελέγχεται αναιρετικώς.
VI. Από τις διατάξεις του άρθρου 17 παρ. 4 του ν.δ. 797/1971 "περί αναγκαστικών απαλλοτριώσεων " όπως η παράγραφος αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του ν.δ.446/1974, του άρθρο. 9 παρ. 5 του ν. 1093/1980 και άρθ. 22 του ν. 3693/1957, οι οποίες εναρμονιζόμενες προς τις διατάξεις των παραγράφων 2 και 4 εδάφιο τελευταίο του άρθρου 17 του Συντάγματος, αποσκοπούν στη μι φαλκίδευση της οφειλόμενης στον καθ΄ ου η απαλλοτρίωση πλήρους αποζημίωσης μέσω επιβαρύνσεων του τελευταίου έστω και με μέρος των εξόδων της δίκης για τον καθορισμό της, συνάγεται ότι στη δίκη αυτή (καθορισμού αποζημιώσεως αναγκαστικώς απαλλοτριωθέντων ακινήτων), κατά παρέκκλιση από τους γενικούς κανόνες των άρθρων 173 επ. του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, αφ΄ ενός μεν η δικαστική δαπάνη επιβάλλεται πάντοτε σε βάρος του υποχρέου σε αποζημίωση και αφ΄ ετέρου αποκλείεται ολικός ή μερικός συμψηφισμός καθώς και κατανομή του οικείου ποσού ανάλογα με την έκταση της νίκης ή της ήττας καθενός από τους διαδίκους (ΟλΑΠ 9/1996). Από τις διατάξεις όμως αυτές δεν είναι ανεπίτρεπτη η κατά το άρθρο 22 παρ. 1 του ν. 3693/1957 μείωση της αμοιβής του πληρεξουσίου δικηγόρου του αιτούντος μέχρι το μισό του ελαχίστου ορίου διατιμήσεως καθεμιάς ενέργειας, (ΟλΑΠ 9/1996), μη δυναμένη σε κάθε περίπτωση να υπερβεί τις 100.000 δρχ., σύμφωνα με την 134423/8.12.1992 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ 11920/20.1.1993 τευχ. Β΄ ) που εκδόθηκε κατ΄ εξουσιοδότηση του άρθρ. 5 παρ. 12 του ν. 1738/1987. Τα ίδια ισχύουν και στην περίπτωση καθορισμού ιδιαίτερης αποζημίωσης για την αχρήστευση ή τη μείωση της αξίας του απομείναντος εκτός απαλλοτρίωσης τμήματος. Η ως άνω ρύθμιση της δικαστικής δαπάνης δεν αντίκειται στις διατάξεις των άρθρων 17 παρ. 2, 4, 5 παρ. 1 και 20 παρ. 1 του Συντάγματος, του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ και αρθ. 1 του πρώτου προσθέτου πρωτοκόλλου της (ΕΣΔΑ), διότι, αφ΄ ενός μεν δεν μειώνεται η αποζημίωση, αφού ο δικαιούχος αυτής υποχρεούται να καταβάλει στο δικηγόρο του μόνο τη μειωμένη αμοιβή που προβλέπεται από το νόμο, επιδικάζεται σ΄ αυτόν και την εισπράττει από τον αντίδικό του αφ΄ ετέρου δε η μείωση της αμοιβής του δικηγόρου του αιτούντος-δικαιούχου της αποζημίωσης δεν παραβιάζει τις αρχές της δίκαιης δίκης, αφού δεν αναιρεί και δεν περιορίζει το δικαίωμα παροχής έννομης προστασίας και δεν αποτελεί ανεπίτρεπτο περιορισμό της επαγγελματικής ελευθερίας των δικηγόρων, ενόψει μάλιστα και του δικαιολογητικού λόγου για τον οποίο υπαγορεύτηκε ο περιορισμός αυτός (απλότητα στη διαχείριση των υποθέσεων) που εξυπηρετεί και το δημόσιο συμφέρον.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, τη δικαστική δαπάνη των αιτούντων, δικαιούχων της αποζημίωσης, που όρισε σε δρχ. 25.000, επέβαλε ολόκληρη σε βάρος του υποχρέου προς αποζημίωση Ελληνικού Δημοσίου, χωρίς να τη συμψηφίσει ή να τη μειώσει, την αμοιβή δε του πληρεξουσίου δικηγόρου των αιτούντων προσδιόρισε σε ποσοστό 3% επί της οριστικής τιμής μονάδος αποζημιώσεως των απαλλοτριωθέντων ακινήτων, καθώς και επί της ιδιαίτερης αποζημιώσεως των εκτός απαλλοτρίωσης τμημάτων και επειδή το ποσοστό αυτό υπερέβαινε τις 100.000 δρχ., επιδίκασε στους αιτούντες για αμοιβή του πληρεξουσίου των το ποσόν αυτό. Επομένως η με τον έκτο λόγο αναιρέσεως προβαλλομένη από το άρθρο 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ. αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε τις ως άνω διατάξεις γιατί δεν επεδίκασε το σύνολο των δικαστικών εξόδων σε βάρος του υποχρέου και επιδίκασε μειωμένη αμοιβή του πληρεξουσίου δικηγόρου των αιτούντων, πρέπει να απορριφθεί, διότι, κατά το πρώτο μέρος της στηρίζεται σε ανακριβή προϋπόθεση και κατά το δεύτερο λόγο είναι αβάσιμη.
VII. Κατά το άρθρο 17 παρ. 2 του ισχύοντος Συντάγματος, που εφαρμόζεται στην προκείμενη περίπτωση ως εκ του χρόνου κηρύξεως της απαλλοτριώσεως (άρθρο. 31 παρ. 1 ν.δ. 797/1971) "κανένας δεν στερείται την ιδιοκτησία του παρά μόνο για δημόσια ωφέλεια που έχει αποδειχθεί με τον προσήκοντα τρόπο όταν και όπως ο νόμος ορίζει και πάντοτε αφού προηγηθεί πλήρης αποζημίωση που να ανταποκρίνεται στην αξία την οποία είχε το απαλλοτριούμενο κατά τον χρόνο της συζήτησης στο δικαστήριο για τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημίωσης. Αν ζητηθεί απ΄ ευθείας ο οριστικός προσδιορισμός της αποζημίωσης λαμβάνεται υπόψη η αξία κατά τον χρόνο της σχετικής συζήτησης στο δικαστήριο". Κατά την παρ. 3 του ίδιου άρθρου "η ενδεχόμενη μεταβολή της αξίας του απαλλοτριουμένου μετά τη δημοσίευση της πράξης απαλλοτρίωσης και μόνο εξ αιτίας της δεν λαμβάνεται υπόψη". Περαιτέρω κατά τις διατάξεις του άρθρου 1 του πρώτου πρόσθετου πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, αφενός προστατεύεται η περιουσία του προσώπου, στην έννοια της οποίας περιλαμβάνονται και τα ενοχικά δικαιώματα, και αφετέρου προστατεύεται η ιδιοκτησία, η στέρηση της οποίας δεν μπορεί να γίνει παρά μόνο για λόγους δημόσιας ωφέλειας, με τους όρους του νόμου και των γενικών αρχών του διεθνούς δικαίου. Από τις αναφερόμενες στην αρχή της παρούσας σκέψης διατάξεις ερμηνευόμενες υπό το φως των αμέσως παραπάνω διατάξεων του άρθρου 1 του πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, συνάγεται ότι για τον προσδιορισμό της "πλήρους αποζημίωσης" λαμβάνεται υπόψη η αξία του απαλλοτριουμένου ακινήτου κατά το χρόνο της πρώτης συζητήσεως καθώς και η δαπάνη του ιδιοκτήτη του απαλλοτριουμένου ακινήτου, η οποία, ναι μεν δεν συνδέεται άμεσα με την αξία του ακινήτου , είναι όμως, συνέπεια της απαλλοτρίωσης της ιδιοκτησίας. Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, απέρριψε ως μη νόμιμο το αίτημα των αναιρεσειόντων να τους επιδικασθεί πρόσθετη αποζημίωση για τα έξοδα μεταφοράς και μετεγκατάστασης των κατοικιών και του ξυλουργείου που βρίσκονται εντός των απαλλοτριουμένων ακινήτων, με την αιτιολογία ότι η ζημία αυτή δεν συνάπτεται άμεσα προς την αξία των ακινήτων αυτών ούτε αποτελεί προσαύξηση της αξίας τους. ΄Ετσι όμως παραβίασε τις πιο πάνω διατάξεις ουσιαστικού δικαίου και ιδίως εκείνη του άρθρου 1 παρ. 1 του πρώτου προσθέτου πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ που έχει κατά το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος αυξημένη, έναντι των κοινών νόμων, ισχύ διότι η δαπάνη για τα έξοδα μεταφοράς και μετεγκατάστασης των κατοικιών και του ξυλουργείου των ιδιοκτητών των απαλλοτριωθέντων ακινήτων απορρέει, από την απαλλοτρίωση των ακινήτων αυτών, έχει δηλαδή ως μόνη αιτία την απαλλοτρίωση, η δε απόρριψή της θα κατέληγε σε μείωση της αξίας της ιδιοκτησίας, ασυμβίβαστη με την έννοια του άρθ. 1 του ως άνω Πρωτοκόλλου. Είναι βάσιμος επομένως ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως εκ του άρθρου 559 αρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., κατά το πρώτο σκέλος του και πρέπει να γίνει δεκτός. Κατά τη γνώμη, όμως, δύο μελών της συνθέσεως του δικαστηρίου τούτου (του Αντιπροέδρου Αρείου Πάγου Θεοδώρου Τόλια και του Αρεοπαγίτη Θεοδ. Μπάκα) , από τις διατάξεις του άρθρου 17 παρ. 2 και 3 του Συντάγματος και αυτής της παρ. 2 εδ. γ΄ του άρθρου 13 του ν.δ. 797/1971, που ορίζει ότι προς διάγνωση της πραγματικής αξίας του απαλλοτριουμένου, "υπολογίζεται … μεταγενεστέρα της δημοσιεύσεως της περί απαλλοτριώσεως αποφάσεως και μέχρι της πρώτης επ΄ ακροατηρίου συζητήσεως του προσδιορισμού της αποζημιώσεως επελθούσα ανατίμηση του απαλλοτριουμένου εκ λόγων ασχέτων προς την γενομένη αναγκαστικήν απαλλοτρίωση ή την εξαγγελία ταύτης ή τας ενεργείας του ιδιοκτήτου επί του απαλλοτριουμένου", προκύπτει ότι η έννοια της, κατά την συνταγματική επιταγή, "πλήρους αποζημιώσεως" είναι αυτή της αξίας που έχει το απαλλοτριούμενο ακίνητο κατά τον χρόνο της πρώτης συζητήσεως ενώπιον του δικαστηρίου της αιτήσεως καθορισμού (προσωρινού ή οριστικού, σε περίπτωση παραλείψεως του προσωρινού) της αποζημιώσεως αυτής. Συνεπώς αποκλείεται της "πλήρους αποζημιώσεως" η δαπάνη που μπορεί να απαιτηθεί για την αποκατάσταση άλλης ζημίας του ιδιοκτήτη του απαλλοτριωθέντος ακινήτου, θετικής ή αποθετικής, η οποία δεν συνάπτεται αμέσως προς την αξία του ακινήτου και η οποία, ως εκ τούτου, δεν αποτελεί αποζημιωτέα, κατά τις προμνησθείσες διατάξεις, προσαύξηση αυτής, έστω και αν η ζημία αυτή αποτελεί άμεση συνέπεια της απαλλοτριώσεως, όπως είναι η δαπάνη μεταφοράς και μετεγκαταστάσεως της οικοσκευής κατοικιών και των μηχανημάτων επιχειρήσεων, που βρίσκονται σε τμήματα απαλλοτριωθέντων ακινήτων. Διαφορετική κρίση δεν μπορεί να στηριχθεί στο άρθρο 1 του προσθέτου πρωτοκόλλου της συμβάσεως της Ρώμης, διότι ρητώς αυτό αναφέρει ότι η στέρηση της ιδιοκτησίας μπορεί να γίνει κατά τους "προβλεπομένους υπό του νόμου … όρους" και τέτοιοι είναι, προφανώς, οι προμνησθείσες διατάξεις του Συντάγματος και του ν.δ. 797/1971, που, όμως, έχουν την αμέσως ανωτέρω έννοια και μόνο."Μετά από αυτά και σύμφωνα με τη γνώμη που πλειοψήφισε πρέπει να αναιρεθεί, κατά το πιο πάνω μέρος της μόνο, η προσβαλλόμενη απόφαση και ακολούθως η υπόθεση να παραπεμφθεί προς περαιτέρω εκδίκαση, κατά το μέρος που αναιρέθηκε στο δικαστήριο που εξέδωκε την αναιρούμενη απόφαση, δεδομένου ότι είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές (Κ.Πολ.Δ. 580 παρ. 3 και 5 εδαφ. β΄, όπως ισχύει μετά το άρθρο 31 του ν. 2172/1993). Τα έξοδα των αναιρεσειόντων στην προκείμενη αναιρετική δίκη, μετριαζόμενα κατά το άρθρο 22 παρ. 1 του ν. 3693/1957 πρέπει να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσιβλήτου Δημοσίου.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ’ αριθμ. 1435/1998 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης κατά το μέρος μόνο που απέρριψε ως μη νόμιμη την αίτηση των αναιρεσειόντων για τον καθορισμό αποζημίωσης και για τα έξοδα μεταφοράς και μετεγκατάστασης σε άλλο χώρο κατοικιών και του ξυλουργείου.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο (Θεσσαλονίκης) συντιθέμενο από άλλους δικαστές. Και

Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων εκ δραχμών εκατόν χιλιάδων (100.000).

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 25 Φεβρουαρίου 1999 και δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 11 Μαρτίου 1999.

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ