1. Skip to Main Menu
  2. Skip to Content
  3. Skip to Footer
Καλως ήρθατε στο ανανεωμένο FOGGS.gr

- Κατάσχεση εις χείρας τρίτου.

 E-mail

- Κατάσχεση εις χείρας τρίτου. Τραπεζικές καταθέσεις. Τραπεζικό απόρρητο. Έννομο συμφέρον για άσκηση αναίρεσης.
- Με την κατάσχεση ενασκείται δικαίωμα, για την ικανοποίηση του οποίου πρέπει να τηρηθεί η προβλεπόμενη στον ΚΠολΔ διαδικασία, στην οποία περιλαμβάνεται και η δήλωση του τρίτου (της Τράπεζας) σχετικά με την ύπαρξη της απαίτησης. Η δήλωση αυτή αποτελεί, συνεπώς, δικονομική υποχρέωση της Τράπεζας, απορρέουσα από την κατάσχεση για την ικανοποίηση του κατασχόντος δανειστή, η οποία διαφορετικά θα ματαιωνόταν. Απόρρητο, άρα, δεν υφίσταται στο μέτρο που, για την ικανοποίηση του δικαιώματος του κατασχόντος δανειστή, απαιτείται να αποκαλυφθεί η ύπαρξη της κατάθεσης διότι το δικαίωμα αυτό κατισχύει. Αντίθετη ερμηνεία των διατάξεων που προαναφέρθηκαν θα προσέκρουσε άλλωστε στο άρθρο 20 παρ. 1 του Συντάγματος, που ορίζει ότι, καθένας έχει δικαίωμα σε παροχή έννομης προστασίας. Διότι σ' αυτήν περιλαμβάνεται και η αναγκαστική εκτέλεση, μορφή της οποίας αποτελεί και η κατάσχεση στα χέρια τρίτου για την ικανοποίηση απαίτησης, χωρίς δε τη δήλωση της τράπεζας, ως τρίτης, και χωρίς τη δυνατότητα να ασκηθεί κατά της (ρητής ή σιωπηρής) αρνητικής δηλώσεώς της η ανακοπή του άρθρου 986 ΚΠολΔ, η μορφή αυτή έννομης προστασίας θα απέβαινε ανέφικτη και δεν είναι συνταγματικώς ανεκτό ο νομοθέτης να αποκλείει την ικανοποίηση της απαίτησης του ανακόπτοντος λόγω του τραπεζικού απορρήτου των καταθέσεων. Κατ' ακολουθίαν οι διατάξεις των άρθρων 1 και 2 του ΝΔ 1059/1971, όπως ίσχυαν μέχρι την 29-5-2001, δεν απέκλεισαν και τότε την κατάσχεση των τραπεζικών καταθέσεων, ούτε απαγόρευαν την εκ μέρους της τράπεζας δήλωση, που προβλέπεται στο άρθρο 985 παρ. 1, 2 του ΚΠολΔ, περί του αν υπάρχει η απαίτηση από χρηματική στην τράπεζα κατάθεση, η οποία έγινε αντικείμενο κατάσχεσης, η δε τυχόν δήλωση της τράπεζας περί ύπαρξης της κατάθεσης δεν είναι άκυρη. Τυχόν άρνηση της τράπεζας να προβεί στη δήλωση αυτή, ή παράλειψη δήλωσης εκ μέρους της, εντός οριζόμενης οκταήμερης προθεσμίας θεωρούμενη ως αρνητική της ύπαρξης της κατάθεσης, δήλωση, ήταν και τότε δεκτική ανακοπής, σύμφωνα με το άρθρο 986 ΚΠολΔ, που προϋποθέτει δήλωση, κατά το προηγούμενο άρθρο (ΟλΑΠ 10/2001 που ακολούθησε αντίθετη άποψη από εκείνη που είχε γίνει δεκτή από την ΟλΑΠ 31/1993). Στο μεταξύ, μετά την έκδοση της πρώτης από τις πιο πάνω αποφάσεις (ΟλΑΠ 10/2001), και τη νομολογιακή διάσταση που δημιουργήθηκε σε σχέση προς την προγενέστερη απόφαση με αριθμό 31/1993, συμπληρώθηκε από τη 29-5-2001 με το άρθρο 24 του Ν. 2915/2001 το νομοθετικό καθεστώς των άρθρων 1 και 2 του ΝΔ 1059/1911, και ορίσθηκε νομοθετικά πλέον, εκείνο που είχε γίνει δεκτό και νομολογιακά, ότι δηλαδή δεν αποκλειόταν η κατάσχεση των τραπεζικών καταθέσεων, ούτε απαγορευόταν η εκ μέρους της τράπεζας δήλωση, που προβλέπεται στο άρθρο 985 παρ. 1, 2 του ΚΠολΔ, περί του αν υπάρχει η απαίτηση από χρηματική στην τράπεζα κατάθεση, η οποία έγινε αντικείμενο κατάσχεσης.
- Από τις διατάξεις των άρθρων 68 και 556 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι το έννομο συμφέρον, που αποτελεί κύρια θετική προϋπόθεση για το παραδεκτό της αναίρεσης, και πρέπει να έχει ο αναιρεσείων, θεμελιώνεται στη βλάβη που υφίσταται ο ηττημένος διάδικος από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης και με την άσκηση της αναίρεσης επιδιώκεται η ανατροπή της επιβλαβούς, αυτής για τον αναιρεσείοντα συνέπειας. Βλάβη δε του διαδίκου υπάρχει όταν απορρίπτονται ολικά ή μερικά οι προτάσεις του ή γίνονται ολικά ή μερικά δεκτές έναντι αυτού οι αιτήσεις του αντιδίκου του, και επομένως η βλάβη, του αναιρεσείοντος πρέπει να υπάρχει σε σχέση με τον αντίδικό του, υπέρ του οποίου η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει κάποια διάταξη. Το έννομο δε συμφέρον του αναιρεσείοντος πρέπει να υπάρχει για κάθε ένα των λόγων αναίρεσης (ΑΠ 1710/2005). Μπορεί όμως το έννομο συμφέρον του αναιρεσείοντος να εκλείψει και μετά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης, είτε από λόγους που σχετίζονται με τη συμπεριφορά του αναιρεσείοντος, είτε από λόγους ανεξάρτητους της θέλησής του (ΑΠ 759/2003), όπως και η ικανοποίηση ολοκληρωτικά του δικαιώματος του αναιρεσείοντος έναντι του αναιρεσιβλήτου μετά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης, ή και πριν από αυτήν.

Διατάξεις:

ΚΠολΔ: 68, 556, 985, 986,
Νόμοι: 2915/2001 άρθ. 24,
ΝΔ: 1059/1971,
Σ: 20, Αριθμός 1241/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Λοβέρδο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Ρήγα, Δημήτριο Δαλιάνη, Ιωάννη-Σπυρίδωνα Τέντε και Γεώργιο Χρυσικό, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 3 Μαρτίου 2008, με την παρουσία και της Γραμματέως Σουζάνας Κουφιάδου, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Χ1, τον οποίο εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος της Νικόλαος Αναγνωστόπουλος.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "E.FG.EUROBANK ERGASIAS Α.Ε", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, την οποία εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος της Ηλίας Μαρινάκος.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21.05.2001 ανακοπή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 690/2002 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 444/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 01.08.2007 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Χρυσικός ανέγνωσε την από 11.12.2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως και την αναίρεση της 444/2007 οριστικής απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 68 και 556 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι το έννομο συμφέρον, που αποτελεί κύρια θετική προϋπόθεση για το παραδεκτό της αναίρεσης, και πρέπει να έχει ο αναιρεσείων, θεμελιώνεται στη βλάβη που υφίσταται ο ηττημένος διάδικος από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης και με την άσκηση της αναίρεσης επιδιώκεται η ανατροπή της επιβλαβούς, αυτής για τον αναιρεσείοντα συνέπειας. Βλάβη δε του διαδίκου υπάρχει όταν απορρίπτονται ολικά ή μερικά οι προτάσεις του ή γίνονται ολικά ή μερικά δεκτές έναντι αυτού οι αιτήσεις του αντιδίκου του, και επομένως η βλάβη, του αναιρεσείοντος πρέπει να υπάρχει σε σχέση με τον αντίδικό του, υπέρ του οποίου η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει κάποια διάταξη. Το έννομο δε συμφέρον του αναιρεσείοντος πρέπει να υπάρχει για κάθε ένα των λόγων αναίρεσης (ΑΠ 1710/2005). Μπορεί όμως το έννομο συμφέρον του αναιρεσείοντος να εκλείψει και μετά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης, είτε από λόγους που σχετίζονται με τη συμπεριφορά του αναιρεσείοντος, είτε από λόγους ανεξάρτητους της θέλησής του (ΑΠ 759/2003), όπως και η ικανοποίηση ολοκληρωτικά του δικαιώματος του αναιρεσείοντος έναντι του αναιρεσιβλήτου μετά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης, ή και πριν από αυτήν. Εξάλλου, το ν.δ 1059/1971 "περί του απορρήτου των τραπεζικών καταθέσεων", όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 27 παρ. 1 ν. 1868/1989 και το άρθρο 25 παρ. 3 ν. 2214/1994 και ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο (26-4-2001) που επιβλήθηκε η ένδικη κατάσχεση, πριν δε από την τροποποίησης του με το άρθρο 24 του ν.2915/2001 που άρχισε να ισχύει την 29-5-2001 όριζε: "Οι κάθε μορφής καταθέσεις σε πιστωτικά ιδρύματα είναι απόρρητες. Το απόρρητο αυτό δεν ισχύει έναντι της Τράπεζας της Ελλάδος κατά την άσκηση των αρμοδιοτήτων της, των σχετικών με τον έλεγχο του τραπεζικού συστήματος και της εφαρμογής, των νομισματικών, πιστωτικών και συναλλακτικών κανόνων. Εξαιρετικά επιτρέπεται η άρση του Τραπεζικού απορρήτου ύστερα από ενέργεια του προϊσταμένου της ΔΟΥ στην περίπτωση που προσκομίζεται προσωπική επιταγή ποσού άνω των 1.000.000 δραχμών, για εξόφληση χρεών προς το Δημόσιο, οπότε και δίδεται πρόβλεψη και δέσμευση του ποσού υπέρ της ΔΟΥ" (άρθρο 1). "Διοικητές, μέλη διοικητικών συμβουλίων ή άλλων συλλογικών οργάνων ή υπάλληλοι τραπεζών, οι οποίοι ως εκ των καθηκόντων τους λαμβάνουν γνώση των τραπεζικών καταθέσεων, αν δώσουν με οποιοδήποτε τρόπο οποιαδήποτε πληροφορία για τις καταθέσεις αυτές τιμωρούνται με φυλάκιση τουλάχιστον έξι μηνών. Η συναίνεση ή έγκριση του καταθέτη υπέρ του οποίου το απόρρητο δεν αναιρεί τον αξιόποινο χαρακτήρα της πράξεως. Οι διατάξεις αυτές δεν εφαρμόζονται για τη Διοίκηση και τα λοιπά όργανα της Τράπεζας της Ελλάδος, προκειμένου να επιβληθούν διοικητικές κυρώσεις για παραβάσεις νομισματικών, πιστωτικών ή συναλλακτικών κανόνων" (άρθρο 2 παρ. 1). "Τα πρόσωπα που αναφέρονται στην παρ. 1, καλούμενα ως μάρτυρες σε πολιτική ή ποινική δίκη, δεν εξετάζονται για τις απόρρητες καταθέσεις και αν ακόμη συναινεί σ' αυτό καταθέτης υπέρ του οποίου το απόρρητο" (άρθρο 2 παρ. 2) Και ότι "κατ' εξαίρεση επιτρέπεται η παροχή πληροφοριών για τις απόρρητες χρηματικές ή άλλες καταθέσεις σε τράπεζες που λειτουργούν στη Ελλάδα, μετά από ειδικά αιτιολογημένη παραγγελία η αίτηση ή απόφαση του αρμοδίου άσκηση ποινικής δίωξης ή τη διενέργεια προκαταρκτικής εξέτασης ή προανάκρισης ή κύριας ανάκρισης οργάνου δια του δικαστικού συμβουλίου ή δικαστηρίου, στο οποίο διενεργείται η σχετική διαδικασία, εφόσον η παροχή των πληροφοριών είναι απολύτως αναγκαία για την ανίχνευση και τον κολασμό κακουργήματος" (άρθρο 3). Από τις ανωτέρω διατάξεις, που καθιερώνουν το απόρρητο των εν γένει καταθέσεων σε Ελληνικές Τράπεζες, δεν προκύπτει ότι θεσπίστηκε και το ακατάσχετο των αντίστοιχων, από τις καταθέσεις αυτές, απαιτήσεων, γιατί οι διατάξεις αυτές αναφέρονται αποκλειστικώς και μόνο στο απόρρητο των τραπεζικών καταθέσεων και όχι στη δυνατότητα ή μη της κατασχέσεώς τους. Με την κατάσχεση ενασκείται δικαίωμα, για την ικανοποίηση του οποίου πρέπει να τηρηθεί η προβλεπόμενη στον Κ.Πολ.Δ διαδικασία, στην οποία περιλαμβάνεται και η δήλωση του τρίτου (της Τράπεζας) σχετικά με την ύπαρξη της απαίτησης. Η δήλωση αυτή αποτελεί, συνεπώς, δικονομική υποχρέωση της Τράπεζας, απορρέουσα από την κατάσχεση για την ικανοποίηση του κατασχόντος δανειστή, η οποία διαφορετικά θα ματαιωνόταν. Απόρρητο, άρα, δεν υφίσταται στο μέτρο που, για την ικανοποίηση του δικαιώματος του κατασχόντος δανειστή, απαιτείται να αποκαλυφθεί η ύπαρξη της κατάθεσης διότι το δικαίωμα αυτό κατισχύει. Αντίθετη ερμηνεία των διατάξεων που προαναφέρθηκαν θα προσέκρουσε άλλωστε στο άρθρο 20 παρ. 1 του Συντάγματος, που ορίζει ότι, καθένας έχει δικαίωμα σε παροχή έννομης προστασίας. Διότι σ' αυτήν περιλαμβάνεται και η αναγκαστική εκτέλεση, μορφή της οποίας αποτελεί και η κατάσχεση στα χέρια τρίτου για την ικανοποίηση απαίτησης, χωρίς δε τη δήλωση της τράπεζας, ως τρίτης, και χωρίς τη δυνατότητα να ασκηθεί κατά της (ρητής ή σιωπηρής) αρνητικής δηλώσεώς της η ανακοπή του άρθρου 986 Κ.Πολ.Δ, η μορφή αυτή έννομης προστασίας θα απέβαινε ανέφικτη και δεν είναι συνταγματικώς ανεκτό ο νομοθέτης να αποκλείει την ικανοποίηση της απαίτησης του ανακόπτοντος λόγω του τραπεζικού απορρήτου των καταθέσεων. Κατ' ακολουθίαν οι διατάξεις των άρθρων 1 και 2 του ν.δ. 1059/1971, όπως ίσχυαν μέχρι την 29-5-2001, δεν απέκλεισαν και τότε την κατάσχεση των τραπεζικών καταθέσεων, ούτε απαγόρευαν την εκ μέρους της τράπεζας δήλωση, που προβλέπεται στο άρθρο 985 παρ. 1, 2 του Κ.Πολ.Δ, περί του αν υπάρχει η απαίτηση από χρηματική στην τράπεζα κατάθεση, η οποία έγινε αντικείμενο κατάσχεσης, η δε τυχόν δήλωση της τράπεζας περί ύπαρξης της κατάθεσης δεν είναι άκυρη. Τυχόν άρνηση της τράπεζας να προβεί στη δήλωση αυτή, ή παράλειψη δήλωσης εκ μέρους της, εντός οριζόμενης οκταήμερης προθεσμίας θεωρούμενη ως αρνητική της ύπαρξης της κατάθεσης, δήλωση, ήταν και τότε δεκτική ανακοπής, σύμφωνα με το άρθρο 986 Κ.Πολ.Δ, που προϋποθέτει δήλωση, κατά το προηγούμενο άρθρο (ΟλΑΠ 10/2001 που ακολούθησε αντίθετη άποψη από εκείνη που είχε γίνει δεκτή από την ΟλΑΠ 31/1993). Στο μεταξύ, μετά την έκδοση της πρώτης από τις πιο πάνω αποφάσεις (ΟλΑΠ 10/2001), και τη νομολογιακή διάσταση που δημιουργήθηκε σε σχέση προς την προγενέστερη απόφαση με αριθμό 31/1993, συμπληρώθηκε από τη 29-5-2001 με το άρθρο 24 του Ν. 2915/2001 το νομοθετικό καθεστώς των άρθρων 1 και 2 του ν.δ 1059/1911, και ορίσθηκε νομοθετικά πλέον, εκείνο που είχε γίνει δεκτό και νομολογιακά, ότι δηλαδή δεν αποκλειόταν η κατάσχεση των τραπεζικών καταθέσεων, ούτε απαγορευόταν η εκ μέρους της τράπεζας δήλωση, που προβλέπεται στο άρθρο 985 παρ. 1, 2 του Κ.Πολ.Δ, περί του αν υπάρχει η απαίτηση από χρηματική στην τράπεζα κατάθεση, η οποία έγινε αντικείμενο κατάσχεσης. Στην προκείμενη περίπτωση, από την κατ' άρθρο 561 παρ. 2 επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, και όσων η αναιρεσίβλητη προσκομίζει για την ευδοκίμηση του ισχυρισμού της για το απαράδεκτο της κρινόμενης αίτησης, λόγω της έλλειψης έννομου συμφέροντος στο πρόσωπο της αναιρεσείουσας, που παραδεκτά προβλήθηκε με τις έγγραφες προτάσεις της, που κατατέθηκαν εμπρόθεσμα σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 570 του Κ.Πολ.Δ, αλλά και ερευνάται και αυτεπάγγελτα, προκύπτουν τα ακόλουθα: Στις 26-4-2001 η αναιρεσείουσα επέδωσε στην αναιρεσίβλητη τράπεζα κεκυρωμένο αντίγραφο της υπ' αριθ. 2841/2001 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων), με την οποία επιτράπηκε σ' αυτή (αναιρεσείουσα) η συντηρητική κατάσχεση κάθε κινητής και ακίνητης περιουσίας της οφειλέτιδας της εταιρείας Περιορισμένης Ευθύνης με την επωνυμία "ΧΧΧ - ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ΕΠΕ".από δεδουλευμένες αποδοχές ποσού 35.216,43 ευρώ, στα χέρια τα δικά της ή τρίτου. Η επίδοση αυτή συνοδεύτηκε από την επιταγή προς την αναιρεσίβλητη τράπεζα ως Τρίτη με την ιδιότητα της θεματοφύλακα οφειλέτιδας της πιο πάνω οφειλέτιδας της αναιρεσείουσας, να μη καταβάλει στην τελευταία το προϊόν τραπεζικού λογαριασμού που διατηρούσε σε υποκατάστημα της αναιρεσίβλητης τράπεζας. Η αναιρεσίβλητη τράπεζα, ακολούθησε τη νομολογιακή άποψη της ΟλΑΠ 31/1993, και όχι της τότε πρόσφατης ΟλΑΠ 10/2001, ως προς την αληθινή έννοια των διατάξεων των άρθρων 1 και 2 του ν.δ 1059/1971, αδράνησε, και δεν προέβη εμπρόθεσμα, όπως είχε υποχρέωση στη δήλωση ως τρίτη ενώπιον του Γραμματέα του Ειρηνοδικείου Αθηνών, περί του αν υπήρχε η απαίτηση που είχε κατασχεθεί συντηρητικά στα χέρια της, και η παράλειψη της αυτή εξομοιώθηκε με αρνητική δήλωση. Ενόψει αυτών η αναιρεσείουσα με την από 21-5-2001 ανακοπή της ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ζήτησε να ακυρωθεί η αντίστοιχη αρνητική δήλωσή της αναιρεσίβλητης. Η ανακοπή εκείνη απορρίφθηκε με την υπ' αριθ. 690/2002 οριστική απόφαση του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, όπως και η έφεση της αναιρεσείουσας με την προσβαλλόμενη με την ένδικη αναίρεση απόφαση του Εφετείου Αθηνών με αριθμό 444/2005 με την επίκληση της υπ' αριθ. 31/1993 απόφασης της Ολομέλειας του παρόντος Δικαστηρίου. Στο μεταξύ, μετά την έναρξη ισχύος κατά τα προαναφερθέντα (29-5-2001) της διάταξης του άρθρου 24 του νόμου 2915/2001, η αναιρεσείουσα εκ νέου στις 6-6-2001 επέδωσε νέα παρόμοια επιταγή στην αναιρεσίβλητη για συμμόρφωση προς την ίδια με αριθμό 2845/2001 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, συνέπεια δε τούτου η αναιρεσίβλητη τράπεζα προέβη στις 25-6-2001 στην υπ' αριθ. 1138/25-6-2001 δήλωση τρίτου ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών για το ποσό των 26.045,10ευρώ. Στην συνέχεια, στις 15-10-2001 η αναιρεσείουσα επέδωσε στην αναιρεσίβλητη τράπεζα την υπ' αριθ. 2287/2001 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ( Διαδικασία Εργατικών Διαφορών) και επακολούθησε η επίδοση του από 2-11-2001 κατασχετήριο της αναιρεσείουσας, για το οποίο επιτάσσει την αναιρεσίβλητη να της καταβάλει το ποσό των 4.658,84 ευρώ, που αντιστοιχούσε στο κεφάλαιό που είχε κηρυχθεί προσωρινά εκτελεστεί η ίδια απόφαση. Η αναιρεσίβλητη προέβη στην υπ' αριθ. 3619/9-11-2001 δήλωση (θετική) τρίτου ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών, και μετά την παρέλευση των νομίμων προθεσμιών κατέβαλε στην αναιρεσείουσα το πιο πάνω ποσό που επιτάχθηκε από αυτήν 4.658,84 ευρώ με βάση την από 22-11-2001 απόδειξη. Στην συνέχεια, η αναιρεσείουσα επέδωσε στην αναιρεσίβλητη τράπεζα την υπ' αριθ. 2051/2004 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (Διαδικαστικών Εργατικών Διαφορών), και επακολούθησε η επίδοση του από 28-1-2005 κατασχετηρίου της αναιρεσείουσας, με το οποίο επέτασσε την αναιρεσίβλητη να της καταβάλει το ποσό των 11.097,29 ευρώ, που αντιστοιχούσε στο κεφάλαιο που είχε κηρυχθεί προσωρινά εκτελεστεί η ίδια απόφαση. Η αναιρεσίβλητη προέβη στις 8-2-2005 στην υπ' αριθ. 659/8-2-2005 Δήλωση (θετική) τρίτου ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών και μετά την παρέλευση των νομίμων προθεσμιών κατέβαλε στην αναιρεσείουσα το ποσό των 11.362,29 ευρώ, με βάση την 11-6-2005 απόδειξη. Τέλος, στις 16-6-2006 η αναιρεσείουσα επέδωσε στην αναιρεσίβλητη τράπεζα το από 14-6-2006 κατασχετήριο, με το οποίο επέτασσε την αναιρεσίβλητη να της καταβάλει το ποσό των 101.143,83 ευρώ που είχε επιδικασθεί σ' αυτήν τελεσίδικα με την υπ' αριθ. 2051/2004 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Η αναιρεσίβλητη προέβη στις 23-6-2006 στην 5737/23-6-2006 Δήλωση (θετική) τρίτου ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών, και μετά την παρέλευση των νομίμων προθεσμιών κατέβαλε στην αναιρεσείουσα το υπόλοιπο ποσό που είχε στα χέρια της από τον προαναφερθέντα λογαριασμό της οφειλέτιδας της αναιρεσείουσας 12.228,37 ευρώ, με το από ΧΧΧ Δελτίο Ανάληψης, ώστε εξαντλήθηκε το συνολικό ποσό που είχε κατασχεθεί συντηρητικά στα χέρια της αναιρεσίβλητης σε εκτέλεση της υπ' αριθ. 2845/2001 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Με τα πιο πάνω δεδομένα, ήδη από την 13-7-2006, και πριν από την άσκηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης στις 7-8-2007 είχε ικανοποιηθεί ολοκληρωτικά κάθε απαίτηση της αναιρεσείουσας έναντι της αναιρεσίβλητης, που είχε σχέση με την αρχική κατάσχεση που είχε επιβάλει η αναιρεσείουσα στα χέρια της αναιρεσίβλητης τράπεζας ως τρίτης, ώστε είχε εκλείψει από τότε το έννομο συμφέρον της αναιρεσείουσας για την άσκηση της κρινόμενης αίτησης. Πρέπει επομένως, κατά παραδοχή του αντίστοιχού ισχυρισμού της αναιρεσίβλητης, που ερευνάται και αυτεπάγγελτα, να απορριφθεί με τις πιο πάνω αιτιολογίες η κρινόμενη αίτηση, και να συμψηφιστεί ολοκληρωτικά η μεταξύ των διαδίκων δικαστική δαπάνη της προκείμενης δίκης, αφού η ερμηνεία του κανόνα δικαίου που εφαρμόστηκε από το πρωτοβάθμιο και δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ήταν ιδιαίτερα δυσχερής, ιδιαίτερα μετά τη σημειωθείσα διάσταση στη νομολογία του παρόντος Δικαστηρίου (άρθρο 179 του Κ.Πολ.Δ όπως ισχύει μετά την τροποποίηση του από το άρθρο 2 παρ. 2 από 1-1-2002 και 183 του Κ.Πολ.Δ)

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 1-8-2007 αίτηση της Χ1 για αναίρεση της υπ' αριθ. 444/2007 οριστικής απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Συμψηφίζει στο σύνολό της τη μεταξύ των διαδίκων δικαστική δαπάνη της παρούσας δίκης.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 27 Μαρτίου 2008. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Ιουνίου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ