1. Skip to Main Menu
  2. Skip to Content
  3. Skip to Footer
Καλως ήρθατε στο ανανεωμένο FOGGS.gr

- Αναδασωτέα έκταση.

 E-mail

- Αναδασωτέα έκταση. Αρμοδιότητα δασάρχη μετά την κήρυξη έκτασης ως αναδωτέας.
- Εάν ο δασάρχης, ασκώντας την κατά το άρθρο 14 του ν. 998/1979 αρμοδιότητά του, διαπιστώσει ότι μια έκταση, η οποία είχε κατά το παρελθόν δασικό χαρακτήρα τον έχει απωλέσει για κάποιο από τους λόγους που αναφέρονται στο άρθρο 117 παρ. 3 του Συντάγματος και στο άρθρο 38 του ν. 998/1979, οφείλει να απόσχει του χαρακτηρισμού και να παραπέμψει την υπόθεση στο αρμόδιο για την κήρυξη αυτής ως αναδασωτέας όργανο, δηλαδή στον γενικό γραμματέα περιφέρειας σύμφωνα με τα οριζόμενα στην παρ. 3 του άρθρου 41 του ν. 998/1979. Αντιστρόφως, εάν έχει προηγηθεί η κήρυξη εκτάσεως ως αναδασωτέας, δηλαδή ως καταστραφέντος δασικού οικοσυστήματος το οποίο χρήζει αποκαταστάσεως, δεν υπάρχει πλέον έδαφος χαρακτηρισμού της εκτάσεως ως δασικής ή μη. Τα όργανα του άρθρου 14 του ν. 998/1979, δεσμευόμενα από την μη ελεγχόμενη παρεμπιπτόντως πράξη αναδάσωσης, οφείλουν είτε να απόσχουν από την έκδοση πράξης χαρακτηρισμού, είτε να περιορισθούν απλώς στη διαπίστωση ότι η συγκεκριμένη έκταση έχει κηρυχθεί αναδασωτέα και ως εκ του λόγου αυτού αποτελεί δασική έκταση. Εάν, εξ άλλου, έχει περαιωθεί η κατά το άρθρο 14 επ. του ν. 998/1979 διαδικασία και έχει καταλήξει στην διαπίστωση ότι η συγκεκριμένη έκταση δεν έχει τον χαρακτήρα δάσους ή δασικής εκτάσεως, τότε δεν υπάρχει δυνατότητα κηρύξεως υπό του νομάρχου της εκτάσεως αυτής ως αναδασωτέας κατά το άρθρο 38 επ. του ν. 998/1979, εκτός εάν είτε υπάρξουν νεότερα στοιχεία, δηλαδή πραγματικά δεδομένα τα οποία δεν είχαν τεθεί υπόψη της Διοικήσεως όταν προέβαινε στον κατά το άρθρο 14 του ν. 998/1979 ως άνω χαρακτηρισμό (ΣτΕ 838/2002 επταμ.), είτε η έκταση αυτή αποκτήσει δασική μορφή επιγενομένως, δηλαδή μετά από τον χαρακτηρισμό της ως μη δασικής. Στην τελευταία αυτή περίπτωση απαιτείται να διαλαμβάνεται στην πράξη αναδάσωσης ή στα στοιχεία του φακέλου ειδική αιτιολογία, από την οποία θα προκύπτει, λαμβανομένου υπόψη και του διαδραμόντος από την έκδοση της πράξεως χαρακτηρισμού χρόνου, ότι στην συγκεκριμένη έκταση αναπτύχθηκε μεταγενεστέρως δασική βλάστηση τέτοιας μορφής ώστε να μπορεί να χαρακτηρισθεί ως δάσος ή δασική έκταση, κατά την έννοια της νομοθεσίας και της επιστήμης (πρβλ. ερμηνευτική δήλωση υπό το άρθρο 24 του Συντάγματος), καθώς και ότι η δασική αυτή βλάστηση κατεστράφη από πυρκαϊά ή αποψιλώθηκε με άλλο τρόπο.
- Από τις διατάξεις του άρθρου 14 του ν. 998/1979 (Α΄ 289), ερμηνευόμενες εν όψει των άρθρων 24 παρ. 1 και 117 παρ. 3 του Συντάγματος, συνάγεται ότι ο δασάρχης, όταν επιληφθεί του χαρακτηρισμού εκτάσεως ως δασικής ή μη, είτε αυτεπαγγέλτως, είτε κατόπιν αιτήσεως του ενδιαφερομένου, είτε κατόπιν παραπομπής του ζητήματος από άλλη δημόσια αρχή, δεν δικαιούται να διατυπώσει απλώς προσωπική αντίληψη πληροφοριακού χαρακτήρα, αλλά υποχρεούται να εκδώσει αιτιολογημένη απόφαση σύμφωνα με τα κριτήρια του νόμου, περαιτέρω δε να κοινοποιήσει την απόφασή του στον ιδιώτη ή την δημόσια αρχή που υπέβαλε την σχετική αίτηση και να τηρήσει τις διατυπώσεις δημοσιότητας που προβλέπονται στο νόμο. Η απόφαση αυτή, από την έκδοσή της και την αποστολή της στον ενδιαφερόμενο ιδιώτη ή την δημόσια αρχή, είναι δεσμευτική για το δασάρχη. Ειδικότερα, ο δασάρχης δεν δικαιούται να επανέλθει επί της υποθέσεως και να ανακαλέσει ή να τροποποιήσει, έστω και για τυπικούς λόγους, την απόφασή του, η οποία στο εξής υπόκειται μόνο σε ακύρωση ή μεταρρύθμιση από τις αρμόδιες επιτροπές, εντός των προθεσμιών και κατά την θεσπιζόμενη από το νόμο ενδικοφανή διαδικασία. Οι έννομες όμως συνέπειες της ανωτέρω αποφάσεως, εν σχέσει προς τον χαρακτηρισμό της εκτάσεως ως δασικής ή μη, αναπτύσσονται ως προς τους τρίτους μόνον εφ’ όσον και αφ’ ότου τηρηθούν όλες οι διατυπώσεις δημοσιότητας, οπότε η πράξη γίνεται γνωστή και καθίσταται δυνατή η αμφισβήτησή της από τον νομάρχη (ήδη Γενικό Γραμματέα Περιφέρειας) και τους τρίτους ενώπιον των οικείων Επιτροπών, ενώ πριν από την τήρηση των διατυπώσεων δημοσιότητας η απόφαση του δασάρχη δεν δύναται να ληφθεί υπ’ όψη από οποιαδήποτε άλλη δημόσια αρχή, ενώπιον της οποίας ανακύπτει ως προκριματικό το ζήτημα του χαρακτήρα της εκτάσεως (ΣτΕ 2216/2004, 1038/1988, 2756/1994 Ολομ., 1171/1997 κ.ά.).

Διατάξεις:

Νόμοι: 998/1979 άρθ. 10, 12, 13, 14, 38, 41, 2503/1997,
Σ: 24, 117,
Αριθμός 3448/2007

ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ

ΤΜΗΜΑ Ε΄

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 7 Μαρτίου 2007, με την εξής σύνθεση : Π.Ν. Φλώρος, Αντιπρόεδρος, Προεδρεύων, σε αναπλήρωση του Προέδρου του Τμήματος, που είχε κώλυμα, Αγγ. Θεοφιλοπούλου, Αθ. Ράντος, Αικ. Σακελλαροπούλου, Μ. Γκορτζολίδου, Σύμβουλοι, Κ. Κουσούλης, Θ. Αραβάνης, Πάρεδροι. Γραμματέας η Ειρ. Βαϊδάνη.

Για να δικάσει την από 10 Μαΐου 2002 αίτηση:

του ΧΧΧ, κατοίκου Αθηνών, ο οποίος παρέστη με τον δικηγόρο Σωτήριο Μπρέγιαννο (Α.Μ. 8917), που τον διόρισε με πληρεξούσιο,

κατά του Υπουργού Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, ο οποίος παρέστη με τον Κωνσταντίνο Γεωργάκη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.

Με την αίτηση αυτή ο αιτών επιδιώκει να ακυρωθεί η υπ’ αριθμ. 1372/31.12.2001 (ΦΕΚ 87/12.2.2002 τ. Δ΄) απόφαση του Γενικού Γραμματέα Περιφέρειας Στερεάς Ελλάδας και κάθε άλλη συναφής πράξη ή παράλειψη της Διοικήσεως.

Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως του Εισηγητή, Παρέδρου Κ. Κουσούλη.
Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε τον πληρεξούσιο του αιτούντος, ο οποίος ανέπτυξε και προφορικά τους προβαλλόμενους λόγους ακυρώσεως και ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση και τον αντιπρόσωπο του Υπουργού, ο οποίος ζήτησε την απόρριψή της.
Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου και

Αφού μελέτησε τα σχετικά έγγραφα

Σκέφθηκε κατά το Νόμο

1. Επειδή, με την κρινόμενη αίτηση, για την άσκηση της οποίας έχει καταβληθεί το νόμιμο παράβολο (υπ’ αριθμ. 082134, 031685/2002 έντυπα γραμμάτια παραβόλου) και η οποία παραπέμφθηκε στην επταμελή σύνθεση με την 3509/2006 απόφαση της πενταμελούς συνθέσεως, ζητείται η ακύρωση της υπ’ αριθμ. 1372/31.12. 2001 αποφάσεως του Διευθυντή Δασών Ν. Φωκίδας, με την οποία κηρύχθηκε αναδασωτέα έκταση συνολικού εμβαδού 5.658,32 τ.μ., φερόμενη ως δημόσια δασική και κείμενη στη θέση «Παλιοέλατος» της περιφερείας Δημοτικού Διαμερίσματος Επταλόφου του Δήμου Παρνασσού (Δ΄ 87).
2. Επειδή, σύμφωνα με το άρθρο 117 παρ. 3 του Συντάγματος, «Δημόσια ή ιδιωτικά δάση και δασικές εκτάσεις που καταστράφηκαν ή καταστρέφονται από πυρκαγιά ή που με άλλο τρόπο αποψιλώθηκαν ή αποψιλώνονται δεν αποβάλλουν για το λόγο αυτό το χαρακτήρα που είχαν πριν καταστραφούν, κηρύσσονται υποχρεωτικά αναδασωτέες και αποκλείεται να διατεθούν για άλλο προορισμό». Εξάλλου, κατά το άρθρο 38 παρ. 1 του Ν. 998/1979 (Α΄ 289), «Κηρύσσονται υποχρεωτικώς ως αναδασωτέα τα δάση και αι δασικαί εκτάσεις, ανεξαρτήτως της ειδικωτέρας κατηγορίας αυτών ή της θέσεως εις ην ευρίσκονται, εφ’ όσον ταύτα καταστρέφονται ή αποψιλούνται συνεπεία πυρκαϊάς ή παρανόμου υλοτομίας αυτών ...», ενώ, κατά το άρθρο 41 παρ. 1 του αυτού νόμου, «η κήρυξις εκτάσεων ως αναδασωτέων ενεργείται δι’ αποφάσεως του οικείου νομάρχου, καθοριζούσης σαφώς τα όρια της εκτάσεως η οποία κηρύσσεται αναδασωτέα και συνοδευομένης υποχρεωτικώς υπό σχεδιαγράμματος, το οποίον δημοσιεύεται εν φωτοσμικρύνσει μετά της αποφάσεως εις την Εφημερίδα της Κυβερνήσεως». Κατά την έννοια των διατάξεων αυτών, κάθε αποψιλουμένη δασική έκταση, δημόσια ή ιδιωτική, κηρύσσεται υποχρεωτικώς αναδασωτέα, με μόνη την αντικειμενική διαπίστωση της συνδρομής των κατά την ανωτέρω συνταγματική διάταξη προϋποθέσεων, η δε απόφαση περί αναδασώσεως πρέπει να αιτιολογείται πλήρως ως προς τον χαρακτηρισμό της εκτάσεως ως δάσους ή δασικής εκτάσεως. Η αιτιολογία αυτή μπορεί να συμπληρώνεται και από τα λοιπά στοιχεία του φακέλου.
3. Επειδή, όπως έχει κριθεί, από τις διατάξεις του άρθρου 14 του ν. 998/1979 (Α΄ 289), ερμηνευόμενες εν όψει των άρθρων 24 παρ. 1 και 117 παρ. 3 του Συντάγματος, συνάγεται ότι ο δασάρχης, όταν επιληφθεί του χαρακτηρισμού εκτάσεως ως δασικής ή μη, είτε αυτεπαγγέλτως, είτε κατόπιν αιτήσεως του ενδιαφερομένου, είτε κατόπιν παραπομπής του ζητήματος από άλλη δημόσια αρχή, δεν δικαιούται να διατυπώσει απλώς προσωπική αντίληψη πληροφοριακού χαρακτήρα, αλλά υποχρεούται να εκδώσει αιτιολογημένη απόφαση σύμφωνα με τα κριτήρια του νόμου, περαιτέρω δε να κοινοποιήσει την απόφασή του στον ιδιώτη ή την δημόσια αρχή που υπέβαλε την σχετική αίτηση και να τηρήσει τις διατυπώσεις δημοσιότητας που προβλέπονται στο νόμο. Η απόφαση αυτή, από την έκδοσή της και την αποστολή της στον ενδιαφερόμενο ιδιώτη ή την δημόσια αρχή, είναι δεσμευτική για το δασάρχη. Ειδικότερα, ο δασάρχης δεν δικαιούται να επανέλθει επί της υποθέσεως και να ανακαλέσει ή να τροποποιήσει, έστω και για τυπικούς λόγους, την απόφασή του, η οποία στο εξής υπόκειται μόνο σε ακύρωση ή μεταρρύθμιση από τις αρμόδιες επιτροπές, εντός των προθεσμιών και κατά την θεσπιζόμενη από το νόμο ενδικοφανή διαδικασία. Οι έννομες όμως συνέπειες της ανωτέρω αποφάσεως, εν σχέσει προς τον χαρακτηρισμό της εκτάσεως ως δασικής ή μη, αναπτύσσονται ως προς τους τρίτους μόνον εφ’ όσον και αφ’ ότου τηρηθούν όλες οι διατυπώσεις δημοσιότητας, οπότε η πράξη γίνεται γνωστή και καθίσταται δυνατή η αμφισβήτησή της από τον νομάρχη (ήδη Γενικό Γραμματέα Περιφέρειας) και τους τρίτους ενώπιον των οικείων Επιτροπών, ενώ πριν από την τήρηση των διατυπώσεων δημοσιότητας η απόφαση του δασάρχη δεν δύναται να ληφθεί υπ’ όψη από οποιαδήποτε άλλη δημόσια αρχή, ενώπιον της οποίας ανακύπτει ως προκριματικό το ζήτημα του χαρακτήρα της εκτάσεως (ΣτΕ 2216/2004, 1038/1988, 2756/1994 Ολομ., 1171/1997 κ.ά.).
4. Επειδή, εξ άλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 10 παρ. 3, 11 παρ. 1, 12 παρ. 1, 2, 4, 5 και 7, 13 παρ. 1 και 3, 14 και 41 του ν. 998/1979, καθώς και των παρ. 1 και 2 του άρθρου 2 του π.δ. 1141/1980 (Α΄ 288), προκύπτει ότι οι δύο διαδικασίες, δηλαδή η διαδικασία προσωρινής επιλύσεως αμφισβητήσεων για το χαρακτήρα εκτάσεως ως δάσους (ή δασικής εκτάσεως) ή μη, η οποία γίνεται από τον οικείο δασάρχη, και η διαδικασία κηρύξεως εκτάσεως ως αναδασωτέας, η οποία γινόταν από το νομάρχη και ήδη από τον γενικό γραμματέα περιφέρειας (ν. 2503/1997, Α΄ 107), είναι διαδικασίες, κατ’ αρχήν, διακεκριμένες μεταξύ τους. Ειδικότερα, η κήρυξη εκτάσεως ως αναδασωτέας επιβάλλεται, κατά το Σύνταγμα και το νόμο, υποχρεωτικώς, με σκοπό να ανακτήσει η συγκεκριμένη έκταση τον χαρακτήρα της ως δάσους ή δασικής εκτάσεως, τον οποίο απώλεσε για ένα από τους λόγους που μνημονεύονται στο άρθρο 117 παρ. 3 του Συντάγματος. Πρόκειται, δηλαδή, για διαδικασία αποκαταστάσεως ή ανακτήσεως φυσικού κεφαλαίου που καταστράφηκε, δηλαδή του δασικού οικοσυστήματος, η οποία διακρίνεται σαφώς από τη διαδικασία έγκυρης διαπίστωσης ότι ορισμένη έκταση αποτελεί ή όχι δασικό οικοσύστημα. Στην τελευταία αυτή περίπτωση, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 14 του ν. 998/1979, το αρμόδιο όργανο προβαίνει, και μάλιστα προσωρινά, μέχρι να καταρτισθεί δασολόγιο, στην έγκυρη διαπίστωση εάν μία έκταση αποτελεί ή όχι, κατά τον χρόνο ασκήσεως της αρμοδιότητάς του, δασικό οικοσύστημα προκειμένου να παρασχεθεί η κατά το Σύνταγμα οφειλόμενη στην έκταση αυτή προστασία. Επομένως, εάν ο δασάρχης, ασκώντας την κατά το άρθρο 14 του ν. 998/1979 αρμοδιότητά του, διαπιστώσει ότι μια έκταση, η οποία είχε κατά το παρελθόν δασικό χαρακτήρα τον έχει απωλέσει για κάποιο από τους λόγους που αναφέρονται στο άρθρο 117 παρ. 3 του Συντάγματος και στο άρθρο 38 του ν. 998/1979, οφείλει να απόσχει του χαρακτηρισμού και να παραπέμψει την υπόθεση στο αρμόδιο για την κήρυξη αυτής ως αναδασωτέας όργανο, δηλαδή στον γενικό γραμματέα περιφέρειας σύμφωνα με τα οριζόμενα στην παρ. 3 του άρθρου 41 του ν. 998/1979. Αντιστρόφως, εάν έχει προηγηθεί η κήρυξη εκτάσεως ως αναδασωτέας, δηλαδή ως καταστραφέντος δασικού οικοσυστήματος το οποίο χρήζει αποκαταστάσεως, δεν υπάρχει πλέον έδαφος χαρακτηρισμού της εκτάσεως ως δασικής ή μη. Τα όργανα του άρθρου 14 του ν. 998/1979, δεσμευόμενα από την μη ελεγχόμενη παρεμπιπτόντως πράξη αναδάσωσης, οφείλουν είτε να απόσχουν από την έκδοση πράξης χαρακτηρισμού, είτε να περιορισθούν απλώς στη διαπίστωση ότι η συγκεκριμένη έκταση έχει κηρυχθεί αναδασωτέα και ως εκ του λόγου αυτού αποτελεί δασική έκταση. Εάν, εξ άλλου, έχει περαιωθεί η κατά το άρθρο 14 επ. του ν. 998/1979 διαδικασία και έχει καταλήξει στην διαπίστωση ότι η συγκεκριμένη έκταση δεν έχει τον χαρακτήρα δάσους ή δασικής εκτάσεως, τότε δεν υπάρχει δυνατότητα κηρύξεως υπό του νομάρχου της εκτάσεως αυτής ως αναδασωτέας κατά το άρθρο 38 επ. του ν. 998/1979, εκτός εάν είτε υπάρξουν νεότερα στοιχεία, δηλαδή πραγματικά δεδομένα τα οποία δεν είχαν τεθεί υπόψη της Διοικήσεως όταν προέβαινε στον κατά το άρθρο 14 του ν. 998/1979 ως άνω χαρακτηρισμό (ΣτΕ 838/2002 επταμ.), είτε η έκταση αυτή αποκτήσει δασική μορφή επιγενομένως, δηλαδή μετά από τον χαρακτηρισμό της ως μη δασικής. Στην τελευταία αυτή περίπτωση απαιτείται να διαλαμβάνεται στην πράξη αναδάσωσης ή στα στοιχεία του φακέλου ειδική αιτιολογία, από την οποία θα προκύπτει, λαμβανομένου υπόψη και του διαδραμόντος από την έκδοση της πράξεως χαρακτηρισμού χρόνου, ότι στην συγκεκριμένη έκταση αναπτύχθηκε μεταγενεστέρως δασική βλάστηση τέτοιας μορφής ώστε να μπορεί να χαρακτηρισθεί ως δάσος ή δασική έκταση, κατά την έννοια της νομοθεσίας και της επιστήμης (πρβλ. ερμηνευτική δήλωση υπό το άρθρο 24 του Συντάγματος), καθώς και ότι η δασική αυτή βλάστηση κατεστράφη από πυρκαϊά ή αποψιλώθηκε με άλλο τρόπο. Κατά τη γνώμη, όμως, της Συμβούλου Αικ. Σακελλαροπούλου και του Παρέδρου Θ. Αραβάνη, εφ’ όσον ο δασάρχης διαπιστώσει, αυτεπαγγέλτως ή κατόπιν αιτήσεως χαρακτηρισμού ή κατόπιν ερωτήματος άλλης αρχής, ότι η έκταση είχε προηγουμένως δασικό χαρακτήρα αλλά αποψιλώθηκε, οφείλει μεν, αμελλητί, να προτείνει την κήρυξή της ως αναδασωτέας, δεν κωλύεται όμως να εκδώσει εν τω μεταξύ, προς μείζονα προστασία της εκτάσεως, πράξη χαρακτηρισμού της ως υπαγομένης στον ν. 998/1979 και ειδικότερα ως καταστραφέντος δασικού οικοσυστήματος υποκειμένου σε αναδάσωση (άρθρο 3 παράγρ. 3 περίπτ. ΙΙΙ.γ΄ και παράγρ. 5 του ν. αυτού, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 παράγρ. 1 του ν. 3208/2003).
6. Επειδή, όπως προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου, μετά από αίτηση της ΧΧΧ, δικαιοπαρόχου του αιτούντος και ύστερα από την από 28.9.1994 έκθεση αυτοψίας δασικών υπαλλήλων εκδόθηκε το 1228/93/7.10.1994 έγγραφο του Δασάρχη Άμφισσας, σύμφωνα με το οποίο από έκταση, κείμενη στη θέση «Παλιοέλατος» της περιφερείας του Δημοτικού Διαμερίσματος Επταλόφου του Δήμου Παρνασσού, τμήμα αυτής 6.321,86 τ.μ. διέπεται από τις περί δασικών εκτάσεων διατάξεις και άλλο τμήμα αυτής 8.355 τ.μ. «δεν εποπτευόταν ποτέ ούτε εποπτεύεται σήμερα από τη Δασική Υπηρεσία στα πλαίσια της δασικής νομοθεσίας». Το τελευταίο αυτό τμήμα πωλήθηκε αρχικά στη ΧΧΧ και στη συνέχεια το απέκτησε ο αιτών με τα 5827 και 5828/29.5.2000 συμβόλαια. Με αίτησή του στις 11.9.2001 ο αιτών γνωστοποίησε ότι προέβη στην ολοκλήρωση των διατυπώσεων δημοσιότητας του παραπάνω εγγράφου με δημοσίευση περίληψης στις εφημερίδες «Τα Νέα» (28.4/1.5.2000) και «Φωκικοί καιροί» (15.5.2000), ισχυριζόμενος ότι έγινε και σχετική ανάρτηση στο Δήμο Παρνασσού. Ακολούθησαν νεότερες αιτήσεις από 13.9 και 26.10.2001. Με το 4064/6.11.2001 έγγραφο του Δασαρχείου γνωστοποιήθηκε στον αιτούντα ότι δεν μπορεί να χορηγηθεί βεβαίωση για το μη δασικό χαρακτήρα της εκτάσεως, εφ’ όσον δεν προέκυπτε δημοσίευση στο Δήμο Παρνασσού. Σύμφωνα με την από 17.12.2001 έκθεση αυτοψίας δασικών υπαλλήλων, όπως διαπιστώθηκε σε τμήμα 5.658,32 τ.μ. της εν προκειμένω συνολικής εκτάσεως των 8.355 τ.μ., το οποίο είχε δασικό χαρακτήρα, έλαβε χώρα αποψιλωτική υλοτομία και μερικό όργωμα. Ειδικότερα, σύμφωνα με την έκθεση, η αποψιλωτική υλοτομία και το μερικό όργωμα έγιναν το τρίτο δεκαήμερο Οκτωβρίου 2001, υλοτομήθηκαν άτομα ελάτης και κέδρου πυκνότητας 60% περίπου, νεαράς ηλικίας, διαμέτρου μέχρι 15 εκατοστών και έγινε βάψιμο των πρέμνων με καφέ ελαιόχρωμα. Σύμφωνα με τη ίδια έκθεση το συγκεκριμένο τμήμα περιβάλλεται από δασικές εκτάσεις και δάσος. Στη συνέχεια με το 5135/21.12.2001 έγγραφο του Δασάρχη Άμφισσας υποβλήθηκε στη Διεύθυνση Δασών Φωκίδας πρόταση να κηρυχθεί το εν λόγω τμήμα αναδασωτέο, με την επισήμανση ότι «ο κ. ΧΧΧ προέβη με δική του πρωτοβουλία στην κατά το άρθρο 14 Ν. 998/1979 δημοσίευση περίληψης του 1298/93/7.10.1994 πληροφοριακού εγγράφου μας, πλην όμως λόγω μη ανάρτησης αυτού στον Δήμο Παρνασσού, δεν θεωρούμε ότι έχουν ολοκληρωθεί οι διατυπώσεις δημοσιότητας με αποτέλεσμα αυτό να μην επέχει θέση πράξης χαρακτηρισμού». Στις 6.2.2002 ο αιτών απέστειλε στο Δασαρχείο με φαξ το σχετικό από 11.10.2000 αποδεικτικό ανάρτησης του Δήμου Παρνασσού. Περαιτέρω στις 31.12.2001 εκδόθηκε η προσβαλλόμενη πράξη, με την οποία το τμήμα της εκτάσεως επιφανείας 5.658,32 τ.μ. κηρύχθηκε αναδασωτέο, η οποία δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως στις 12.2.2002 (Δ΄ 87). Με το 403/19.2.2002 έγγραφο του Δασάρχη Άμφισσας προτάθηκε η άσκηση προσφυγής κατά του 1228/93/7.10. 1994 εγγράφου του ιδίου Δασάρχη. Στο έγγραφο αυτό (403/19.2.2002) αναφέρεται ότι κατά το χρόνο συντάξεώς του το μη εκχερσωθέν λοιπό τμήμα της συνολικής εκτάσεως των 8.355 τ.μ. (ήτοι 2.696,68 τ.μ.) «καλύπτεται κατά το μεγαλύτερο μέρος του από δενδρώδη δασική βλάστηση ελάτης, ήτοι έχει τον χαρακτήρα δάσους κατά την έννοια της παρ. 1 του άρθρου 3 Ν. 998/79 που εμπίπτει και στην παρ. 1ε και σε καμία περίπτωση της παρ. 2 του άρθρου 4 Ν. 998/ 1979». Στη συνέχεια με το 225/25.2.2002 έγγραφο του Γενικού Γραμματέα Περιφερείας Στερεάς Ελλάδας ασκήθηκε προσφυγή κατά του παραπάνω από 7.10.1994 εγγράφου του Δασάρχη Άμφισσας, με το οποίο η έκταση των 8.355 τ.μ., στην οποία περιλαμβάνεται το συγκεκριμένο τμήμα των 5.658,32 τ.μ., κρίθηκε ότι δεν διέπεται από τη δασική νομοθεσία. Η προσφυγή αυτή απορρίφθηκε ως εκπρόθεσμη με την 44/2003 απόφαση της Επιτροπής Επιλύσεως Δασικών Αμφισβητήσεων Ν. Φωκίδας.
7. Επειδή, η παράγραφος 3 του άρθρου 41 του ν. 998/1979 ορίζει, μεταξύ άλλων, ότι η απόφαση που κηρύσσει την αναδάσωση εκδίδεται μετά από εισήγηση της αρμόδιας δασικής υπηρεσίας. Η διάταξη αυτή δεν έχει την έννοια ότι η παράλειψη της εισήγησης αυτής μπορεί να ματαιώσει τη συνταγματική επιταγή, όταν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του Συντάγματος για την αναδάσωση και προκύπτει τούτο από τα στοιχεία του φακέλου (ΣτΕ 2586/2004, 590/1999, 181/2000). Επομένως, πρέπει να απορριφθεί, προεχόντως για το λόγο, αυτό ως αβάσιμος ο λόγος ακυρώσεως ότι η πρόταση για την κήρυξη της αναδάσωσης μη νομίμως έγινε με το 794/17.12.2001 έγγραφο του δασονόμου ΧΧΧ αντί του δασάρχη, ανεξαρτήτως του ότι στο φάκελο υπάρχει η 5135/21.12.2001 πρόταση του δασάρχη.
8. Επειδή, προβάλλεται ακόμη ότι η από 17.12.2001 έκθεση αυτοψίας είναι άκυρη, διότι δεν συνετάγη την ημέρα που έγινε η αυτοψία και παρουσία όλων των συμπραττόντων. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι για τη νομιμότητα της εκθέσεως αυτοψίας δεν απαιτείται η συνδρομή των στοιχείων αυτών.
9. Επειδή, προβάλλεται, τέλος, ότι μη νομίμως εκδόθηκε η προσβαλλομένη, διότι η έκταση είχε ήδη χαρακτηρισθεί ως μη δασική με προγενέστερη πράξη του δασάρχη, μετά την έκδοση της οποίας και πριν από τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης πράξης είχαν τηρηθεί οι εκ του νόμου επιβαλλόμενες διατυπώσεις δημοσιότητας, και καθ’ ερμηνεία του δικογράφου, ότι η προσβαλλομένη δεν αιτιολογείται νομίμως. Όπως προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου της υπόθεσης, η Διοίκηση προέβη κατ’ αρχήν στην κήρυξη της προσβαλλόμενης αναδάσωσης, υπολαμβάνοντας, εσφαλμένως, σύμφωνα με όσα έγιναν δεκτά σε προηγούμενη σκέψη, ότι δεν ασκεί καμία επιρροή ο προηγούμενος χαρακτηρισμός της ίδιας έκτασης ως μη δασικής με την 1228/93/7.10.1994 πράξη του Δασάρχη Άμφισσας, επειδή δεν είχαν ολοκληρωθεί οι εκ του νόμου επιβαλλόμενες διατυπώσεις δημοσιότητας της πράξης αυτής, ενώ, όπως προκύπτει από τα ανωτέρω στοιχεία, όλες οι διατυπώσεις δημοσιότητας είχαν τηρηθεί πριν από τη δημοσίευση της προσβαλλομένης. Συνεπώς, σύμφωνα με όσα εκτίθενται στην τρίτη σκέψη, η Διοίκηση δεσμευόταν σε κάθε περίπτωση από την ανωτέρω πράξη χαρακτηρισμού του Δασάρχη Άμφισσας και μη νομίμως προέβη στο χαρακτηρισμό της επίδικης έκτασης ως δασικής με την προσβαλλόμενη πράξη. Εξ άλλου, η περαιτέρω κρίση της προσβαλλομένης ότι, πάντως, η εν λόγω έκταση απέκτησε επιγενομένως, μετά δηλαδή από την έκδοση της ανωτέρω πράξης χαρακτηρισμού του Δασάρχη Άμφισσας, δασικό χαρακτήρα, κρίση που συνάγεται από την από 17.12. 2001 έκθεση αυτοψίας, την 5135/21.12.2001 πρόταση του Δασάρχη Άμφισσας και επιβεβαιώνεται από το έγγραφο των απόψεων της Διοικήσεως προς το Συμβούλιο της Επικρατείας, δεν αιτιολογείται ειδικώς, σύμφωνα με όσα έγιναν δεκτά στην πέμπτη σκέψη, εν αναφορά προς την προ επτά περίπου ετών εκδοθείσα πράξη του Δασάρχη Άμφισσας, με την οποία είχε διαπιστωθεί ότι η συγκεκριμένη έκταση δεν υπαγόταν στη δασική νομοθεσία, καθώς και ως προς το είδος (μορφή), την πυκνότητα και το μέγεθος της δασικής βλάστησης, που σύμφωνα με την ανωτέρω, από 17.12. 2001 έκθεση αυτοψίας, είχε αναπτυχθεί στην επίδικη έκταση μετά την έκδοση της ανωτέρω πράξης του Δασάρχη. Επομένως, πρέπει να γίνουν δεκτοί οι ανωτέρω προβαλλόμενοι λόγοι ακυρώσεως και να ακυρωθεί η προσβαλλόμενη πράξη.

Διά ταύτα

Δέχεται την αίτηση.

Ακυρώνει την υπ’ αριθμ. 1372/31.12. 2001 πράξη του Διευθυντή Δασών Ν. Φωκίδας (Δ΄ 87),
Διατάσσει την απόδοση του παραβόλου και

Επιβάλλει εις βάρος του Δημοσίου την δικαστική δαπάνη του αιτούντος εκ χιλίων τριακοσίων ογδόντα (1.380) ευρώ.

Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 26 Μαρτίου και 24 Σεπτεμβρίου 2007

Ο Προεδρεύων Αντιπρόεδρος Η Γραμματέας

Π.Ν. Φλώρος Ειρ. Βαϊδάνη

και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στις 5 Δεκεμβρίου 2007.

Ο Πρόεδρος του Ε΄ Τμήματος Η Γραμματέας

Κ. Μενουδάκος Ειρ. Βαϊδάνη